Portfolio Gallery: Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Παρουσία Cyprus Consumer Center for ADR στο EU Consumer Summit 2020

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών παρευρέθηκε στην Ευρωπαϊκή Σύνοδο Καταναλωτών 2020 (EU Consumer Summit 2020), που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 30-31 Ιανουαρίου 2020.

Η Ευρωπαϊκή Σύνοδος Καταναλωτών 2020 έχει συγκεντρώσει στις Βρυξέλλες πάνω από 500 κοινωνικούς εταίρους από όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών, εκπροσώπων αρχών, ακαδημαϊκών, καταναλωτικών και επιχειρηματικών οργανώσεων και εκπροσώπων της νεολαίας, με στόχο τη διαμόρφωση της μελλοντικής Ευρωπαϊκής Καταναλωτικής Πολιτικής.

Ο Επίτροπος της Ε.Ε., αρμόδιος για θέματα Δικαιοσύνης και Καταναλωτών, Didier Reynders, φιλοξένησε τη διοργάνωση που περιλάμβανε παρεμβάσεις από εταίρους-κλειδιά και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών. Πραγματοποιήθηκαν εργαστήρια πάνω σε θέματα όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, η Ασφάλεια και οι Οικονομικές Συναλλαγές στην ψηφιακή εποχή, η Βιώσιμη Κατανάλωση και πως μπορούν να συνεργαστούν όλοι καλύτερα προς όφελος του Ευρωπαίου Καταναλωτή.

Οι οδηγίες της Προέδρου της Ευρωπαϊκή Επιτροπής, Ursula Von der Leyen, δείχνουν προς την αναβάθμιση του ρόλου της Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς για να καταστεί η Ε.Ε. πρωτοπόρος στη μετάβαση προς έναν υγιή πλανήτη και τον νέο ψηφιακό κόσμο. Οι καταναλωτές πρέπει να είναι η κινητήρια δύναμη στην πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση.

Έτσι, η Ευρωπαϊκή Σύνοδος Καταναλωτών είναι αφιερωμένη στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Καταναλωτικής Πολιτικής γύρω από τη βιώσιμη κατανάλωση, την ψηφιοποίηση, την αποτελεσματική εφαρμογή και την καλύτερη συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα ενδυναμώσουν τους καταναλωτές στην ψηφιακή και την πράσινη μετάβαση.

Παρόντες στην εκδήλωση ήταν και εκπρόσωποι του Ινστιτούτου Προστασίας Καταναλωτών Ρόδου/Δωδεκανήσου οι οποίοι αντιπροσωπεύουν επάξια και με δυνατή φωνή την Ρόδο και τα Δωδεκάνησα στην Ευρώπη στον τομέα προστασίας καταναλωτών.

Σχετικά Άρθρα

0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις

Ο περί Ελέγχου των Παραπλανητικών και Συγκριτικών Διαφημίσεων Νόμος του 2000 (εφεξής «Ν.92(Ι)/2000» ή «Νόμος») σκοπεί στο να προστατεύσει εμπορευόμενους από (1) παραπλανητική διαφήμιση και (2) να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.

Παραπλανητική διαφήμιση είναι η διαφήμιση η οποία με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης της παρουσίασής της, παραπλανεί ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων την αντίληψη περιέρχεται και η οποία, εξαιτίας του παραπλανητικού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή. Με βάση το άρθρο 3 του Ν.92(Ι)/2000, για να κριθεί μια διαφήμιση ως παραπλανητική λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της με ιδιαίτερη έμφαση να δίδεται στις ενδείξεις σχετικά με:

«(α) Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αγαθών ή υπηρεσιών, όπως διαθεσιμότητα, φύση, εκτέλεση, σύνθεση, μέθοδος και ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, καταλληλότητα, χρήσεις, ποσότητα, προδιαγραφές, γεωγραφική καταγωγή ή εμπορική προέλευση ή τα αναμενόμενα από τη χρήση τους αποτελέσματα, ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων των αγαθών ή των υπηρεσιών,

(β) την τιμή, τον τρόπο διαμόρφωσής της και τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, όπως οι όροι πληρωμής ή πίστωσης, παράδοσης, ανταλλαγής, επιστροφής, επισκευής, συντήρησης και εγγύ

ησης, και

(γ) την ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του διαφημιζομένου, όπως η ταυτότητα και η περιουσία του, οι ικανότητες και η κατοχή δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα βραβεία και οι διακρίσεις του.»

Συγκριτική διαφήμιση είναι η διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή. Για να κριθεί μια διαφήμιση ότι είναι συγκριτικά αποδεκτή, θα πρέπει με βάση το άρθρο 4 του Ν.92(Ι)/2000 να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

«(α) Δεν είναι παραπλανητική σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5 ,6, και 7 του περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμου·

(β) συγκρίνει αγαθά ή υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους·

(γ) συγκρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη, συναφή, εξακριβώσιμα, και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών, στα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η τιμή·

(δ) δεν έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση των σημάτων, εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών, υπηρεσιών, δραστηριοτήτων ή της κατάστασης ενός ανταγωνιστή·

(ε) για προϊόντα με ονομασία προέλευσης, αφορά σε κάθε περίπτωση προϊόντα με την ίδια ονομασία προέλευσης·

(στ) δεν επωφελείται αθέμιτα από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ανταγωνιστή ή από τα δηλωτικά καταγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων·

(ζ) δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρει σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία·

(η) δε δημιουργεί σύγχυση μεταξύ εμπορευομένων, μεταξύ διαφημιστή και ανταγωνιστή ή μεταξύ των εμπορικών σημάτων, των εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών γνωρισμάτων, αγαθών ή υπηρεσιών του διαφημιστή και του ανταγωνιστή.»

Το άρθρο 5 του Ν.92(Ι)/2000 αναφέρεται σε ειδικές προσφορές. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαίο όπως η σύγκριση που αναφέρεται σε ειδική προσφορά να επισημαίνει με σαφή τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείες την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η προσφορά ή, εφόσον χρειάζεται, ότι η ειδική προσφορά εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα των αγαθών και υπηρεσιών, και στην περίπτωση που η ειδική προσφορά δεν έχει αρχίσει ακόμη, την ημερομηνία έναρξης της περιόδου κατά την οποία ισχύουν η ειδική τιμή ή άλλοι ειδικοί όροι.

ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ/ΠΟΙΝΕΣ

Τα άρθρα 6 μέχρι 6Ε αναφέρονται στον τρόπο εξέτασης παραπλανητικών και συγκριτικών διαφημίσεων καθώς και στον τρόπο επιβολής διοικητικών προστίμων, σύνταξης της απόφασης και επίδοσης αυτής.

Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή διεξάγει έρευνα είτε αυτεπάγγελτα, είτε μετά την υποβολή παραπόνου σχετικά με οποιαδήποτε διαφήμιση (είτε έχει δημοσιευτεί είτε επίκειται η δημοσίευση της) η οποία είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση.

Όταν η έρευνα διεξάγεται κατόπιν παραπόνου, ο Διευθυντής ζητά από τον παραπονούμενο να τον ικανοποιήσει ότι έκανε χρήση των οποιωνδήποτε μηχανισμών χειρισμού παραπόνων που έχει θέσει ο Διευθυντής στη διάθεση του παραπονούμενου, ότι έχει δοθεί εύλογη ευκαιρία για να τύχει χειρισμού το παράπονο με τους εν λόγω μηχανισμούς και ότι το παράπονο δεν έτυχε ικανοποιητικού χειρισμού με βάση τους εν λόγω μηχανισμούς.

Κατά την διενέργεια εξέτασης παραπόνου, ο Διευθυντής (είτε εκούσια είτε μετά την υποβολή παραπόνου) λαμβάνει υπόψη του τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και ιδιαίτερα το δημόσιο συμφέρον καθώς και το ότι είναι επιθυμητή η ενθάρρυνση του εκούσιου ελέγχου των διαφημίσεων από αυτόνομους οργανισμούς συνδέσμους ή ενώσεις.

Πριν την επιβολή του οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου, ο παραβάτης έχει το Συνταγματικό δικαίωμα να ακουστεί. Το δικαίωμα αυτό θεσμοθετείται από το άρθρο 6Β(1) του Νόμου.

Αφού πλέον αποφασιστεί ότι διαπράχθηκε η συγκεκριμένη παράβαση, τότε με βάση το άρθρο 6Α(1) ο Διευθυντής στη συνέχεια θα προβεί στην επιβολή των πιο κάτω διοικητικών προστίμων ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης:

(α) Να διατάσσει ή να συστήνει στον παραβάτη όπως μέσα σε τακτή προθεσμία τερματίσει την παράβαση και αποφύγει επανάληψή της στο μέλλον ή σε περίπτωση που η παράβαση τερματίσθηκε πριν από την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή, να βεβαιώνει με απόφαση του τον τερματισμό της παράβασης ή/και

(β) να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ανάλογα με τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, μέχρι και εκατό χιλιάδες ευρώ, (€100,000) ή/ και

(γ) να αποφασίζει, σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, ότι θα οφείλεται διοικητικό πρόστιμο από εκατό μέχρι και χίλια ευρώ, (€100 – €1000), για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης, ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα αυτής.»

Με βάση το άρθρο 6Α(2), κατά την επιβολή των πιο πάνω προστίμων ο Διευθυντής δύναται, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε ανάληψη δέσμευσης που παρέχεται έναντι του εμπορευόμενου από τον παραβάτη ή εκ μέρους του παραβάτη, αναφορικά με τη γενόμενη παράβαση και την προοπτική άρσης ή αποκατάστασης της.

Η απόφαση του Διευθυντή υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εμπορείου και Βιομηχανίας. Κατά την εξέταση των ιεραρχικών προσφυγών, ο Υπουργός με βάση το άρθρο 6Δ, δύναται:

«(α) Να ζητά από τον εμπορευόμενο να προσκομίσει, μέσα σε εύλογο υπό τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται στην υπόθεση, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, επί τη βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπορευόμενου και των λοιπών επηρεαζόμενων, ή/και

(β) να θεωρεί ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο (α) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από τον Υπουργό.»

Αφού ακουσθούν οι ενδιαφερόμενοι, ο Υπουργός μπορεί να επικυρώσει, ακυρώσει, τροποποιήσει, ή αντικαταστήσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Με βάση το άρθρο 6Β(2), ιεραρχική προσφυγή ασκείται εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον παραβάτη.

Με βάση το άρθρο 6Β(5) το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από το Διευθυντή όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε ημερών, η οποία αρχίζει να μετρά από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου ή, σε περίπτωση που ασκείται ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού, από την επίδοση της απόφασης του Υπουργού επί της ιεραρχικής προσφυγής.

Σημαντικό είναι το άρθρο 6Β(6) του Νόμου το οποίο αναφέρει ότι:

«Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενων από το Διευθυντή διοικητικών προστίμων, αυτός λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.»

Η απόφαση του Διευθυντή ή του Υπουργού επιδίδεται σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 6Γ του Νόμου.

Τέλος, το άρθρο 6Ε του Νόμου το οποίο αναφέρει ότι:

«Όταν οποιαδήποτε παράβαση δυνάμει του  παρόντος  Νόμου διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου, και αποδεικνύεται ότι έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, συνενοχή ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι επίσης ένοχο της προαναφερθείσας παράβασης.»

Τα άρθρα 7(1) και 8 του Νόμου προβλέπουν ότι, ο Διευθυντής καθώς και άτομα ή νόμιμα συστημένοι οργανισμοί αντίστοιχα, οι οποίοι είτε δυνάμει νόμου είτε δυνάμει του καταστατικού τους θεμελιώνουν επαρκώς έννομο συμφέρον για την απαγόρευση της παραπλανητικής διαφήμισης ή τη ρύθμιση της συγκριτικής διαφήμισης, δύναται να αιτηθούν από το Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που ενέχεται ή πιθανόν να ενέχεται στην έκδοση ή δημοσίευση της διαφήμισης. Σημειώνεται ότι το καθ’ ύλη αρμόδιο Δικαστήριο είναι Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Τέτοια αίτηση είναι εναρκτήρια (originating summons). Αν και δεν αναφέρεται κατά πόσο οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ακολουθούνται είναι αυτές του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, αυτό φαίνεται να εξυπακούεται.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι με βάση το άρθρο 7(2) του Νόμου, ο Διευθυντής οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση του αν θα υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ενώ αυτό δεν είναι απαραίτητο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο νομιμοποιείται να αιτηθεί τέτοια διατάγματα.

Με βάση το άρθρο 9(1) και 9(5) του Νόμου, το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και το δημόσιο συμφέρον (και ιδιαίτερα το γενικό συμφέρον) και αφού ικανοποιηθεί ότι η διαφήμιση για την οποία έχει υποβληθεί η αίτηση είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση, δύναται να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα με τους όρους που το Δικαστήριο θεωρεί απαραίτητους. Το άρθρο 9(3) επιτρέπει στο Δικαστήριο να ερευνήσει το ίδιο κατά πόσο η διαφήμιση είναι ακριβής ή όχι αφού αναφέρει ότι:

«το Δικαστήριο δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο που κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου ευθύνεται για την έκδοση ή τη δημοσίευση της διαφήμισης με την οποία σχετίζεται η αίτηση, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με αποδεικτικά στοιχεία για την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που περιέχονται στη διαφήμιση, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση για την προστασία των νόμιμων συμφερόντων του διαφημιζομένου και των λοιπών μερών που συμμετέχουν στη διαδικασία. Σε περίπτωση συγκριτικής διαφήμισης το Δικαστήριο δύναται να απαιτήσει όπως ο διαφημιζόμενος προσκομίσει τις αποδείξεις αυτές σε βραχύ χρονικό διάστημα.»

Το άρθρο 9(4), αναφέρει ότι παράλειψη του διαφημιζόμενου να προσκομίσει τα ζητηθέντα με βάση το άρθρο 9(3) ή αν τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία κριθούν ως ανεπαρκή από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο δύναται να θεωρήσει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί είναι ανακριβείς. Είναι η άποψη μας ότι το άρθρο 9(4) δημιουργεί ουσιαστικά τεκμήριο με βάση το οποίο, εάν ο Αιτητής απλά ισχυριστεί ότι οι ισχυρισμοί στην διαφήμιση είναι ανακριβείς, τότε το βάρος βρίσκεται στον Καθ’ ου η Αίτηση (διαφημιζόμενο) να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί είναι πραγματικοί.

Η απόδειξη ζημιάς, ή πραγματική βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο από τη δημοσίευση της διαφήμισης, ή ο δόλος ή αμέλεια εκ μέρους του διαφημιζομένου δεν είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση τους.

Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις ήτοι, (1) ότι η διαφήμιση είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση, (2) ότι η έκδοση διατάγματος είναι προς το δημόσιο συμφέρον και αφού (3) δεν αποδειχθεί από τον διαφημιζόμενο η ακρίβεια πραγματικών ισχυρισμών του, τότε, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τα ακόλουθα με βάση το άρθρο 9(5):

«(α) Την άμεση παύση και /ή μη επανάληψη της παραπλανητικής διαφήμισης ή της μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης, ή

(β) την απαγόρευσή της , αν η παραπλανητική διαφήμιση ή η μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, επίκειται όμως η δημοσίευση της, και/ή

(γ) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η περί ής η αίτηση παράβαση, και /ή

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο που ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.»

Τέτοιο διάταγμα δεν περιορίζεται μόνο στη συγκεκριμένη διαφήμιση αλλά δύναται να επεκταθεί και σε οποιαδήποτε διαφήμιση με παρόμοιους όρους ή που πιθανόν να μεταδίδει παρόμοια εντύπωση.

Σε περίπτωση που έχει διαταχθεί η παύση παραπλανητικής διαφήμισης ή μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης με τελεσίδικη απόφαση, το Δικαστήριο επιπρόσθετα δύναται να διατάξει με βάση το άρθρο 9(7)(α) τη δημοσίευση ολόκληρης της απόφασης ή μέρους της με τη μορφή που κρίνει κατάλληλη, και (β) τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης από το διαφημιζόμενο.

Το άρθρο 10 του Νόμου αναφέρεται στις εξουσίες του Διευθυντή να λαμβάνει και να αποκαλύπτει πληροφορίες. Με βάση το εν λόγω άρθρο, ο Διευθυντής στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών του με βάση τον Νόμο (δηλαδή στα πλαίσια έρευνας που σκοπό έχει την επιβολή διοικητικού προστίμου, ή στα πλαίσια αίτησης απαγορευτικού διατάγματος), δύναται  με γραπτή ειδοποίηση υπογραμμένη από αυτόν ή εκ μέρους του να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο να τον εφοδιάσει με τις πληροφορίες ή να προσκομίσει σ’ αυτόν οποιαδήποτε έγγραφα που καθορίζονται ή περιγράφονται στην ειδοποίηση. Η ειδοποίηση δύναται να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο και το χρόνο εντός του οποίου ο παραλήπτης δύναται να συμμορφωθεί, και να διαφοροποιηθεί ή ανακληθεί με μεταγενέστερη ειδοποίηση. Εάν πρόσωπο παραλείψει να δώσει πληροφορίες για λόγους άλλους από το νόμιμο επαγγελματικό απόρρητο, δύναται να διαταχθεί να συμμορφωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδίδεται κατόπιν αίτησης του Διευθυντή.

Τέλος, ο Διευθυντής έχει δικαίωμα στα πλαίσια ελέγχου παραπλανητικών ή συγκριτικών διαφημίσεων, να διαβιβάσει σε πρόσωπο οποιαδήποτε καταγγελία, περιλαμβανομένων και οποιωνδήποτε σχετικών εγγράφων σε σχέση με διαφήμιση ή να αποκαλύψει σε οποιοδήποτε πρόσωπο πληροφορίες ασχέτως εάν αυτές λήφθηκαν δυνάμει τις πιο πάνω ειδοποίησης ή οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος. Αναφορικά όμως με τις πληροφορίες που λαμβάνονται με την γραπτή ειδοποίηση, οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του αποκαλύπτει πληροφορίες, εκτός για σκοπούς νομικών διαδικασιών ή αναφορών σε σχέση με τέτοιες διαδικασίες ή έρευνες σχετικά με ποινικό αδίκημα, που έλαβε λόγω των εξουσιών που παρέχονται σ’ αυτό δυνάμει του εδαφίου (1) χωρίς την έγκριση είτε του προσώπου που σχετίζεται με τις πληροφορίες αυτές, είτε, αν οι πληροφορίες σχετίζονται με επιχείρηση, του προσώπου που κατά τον κρίσιμο χρόνο ασχολείτο με την επιχείρηση, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις £500 ή και στις δύο αυτές ποινές.

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.

Σχετικά Άρθρα

0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Αθέμιτες Εμπορικές Πρακτικές Επιχειρήσεων

Ό περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμος του 2007 («Ν.103(Ι)/2007» ή «Νόμος») εφαρμόζει στην Κύπρο, την Οδηγία 2005/29/ΕΚ του ευρωπαϊκοϋ κοινοβουλίου και του συμβουλίου για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Βάσει του άρθρου 3(1) του Ν.103(Ι)/2007, αυτός:

«εφαρμόζεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 4, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζόμενη με ένα συγκεκριμένο προϊόν».

Το άρθρο 2 του Ν.103(Ι)/2007 καθορίζει ως εμπορική πρακτική «κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπο συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευόμενου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές».

Το άρθρο 4(2) του Ν.103(Ι)/2007 καθορίζει τρεις κατηγορίες αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Η πρώτη κατηγορία αθέμιτων πρακτικών περιλαμβάνει πρακτικές οι οποίες (1) είναι αντίθετες προς τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας και (2) στρεβλώνουν ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσουν ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών. Με βάση τους ορισμούς στο άρθρο 2 του Ν.103(Ι)/2007, «επαγγελματική ευσυνειδησία» σημαίνει:

«το μέτρο της ειδικής τεχνικής ικανότητας και μέριμνας που ευλόγως αναμένεται να επιδεικνύει ένας εμπορευόμενος προς τους καταναλωτές, κατ’ αναλογίαν προς την έντιμη πρακτική της αγοράς και/ή τη γενική αρχή της καλής πίστης, στον τομέα δραστηριοτήτων του εμπορευόμενου».

Ουσιώδης στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς των καταναλωτών είναι η χρήση μιας εμπορικής πρακτικής που στόχο έχειτη σημαντική μείωση της ικανότητας του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, με αποτέλεσμα να λάβει μια απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δε θα λάμβανε. Μέσος καταναλωτής σημαίνει τον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη των κοινωνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών παραγόντων, όπως επίσης και των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των καταναλωτών, που τους καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτους στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Η «απόφαση συναλλαγής» έχει την έννοια της απόφασης που λαμβάνει ο καταναλωτής για το κατά πόσο, πώς και υπό ποιούς όρους θα προβεί σε αγορά, θα πληρώσει, θα κρατήσει ή διαθέσει προϊόν ή θα ασκήσει συμβατικό δικαίωμα επί του προϊόντος. Είναι αδιάφορο εάν ο καταναλωτής πράγματι ενεργήσει σύμφωνα με την απόφασή του.

Η δεύτερη κατηγορία είναι όπου η πρακτική «είναι παραπλανητική, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 5 και 6» και η τρίτη κατηγορία είναι όπου η πρακτική «είναι επιθετική, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 7 και 8.»

Οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται με βάση το άρθρο 4(1) του Νόμου.

Το άρθρο 4(4) καθορίζει ότι οι εμπορικές πρακτικές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Ν.103(Ι)/2007 θεωρούνται πάντοτε αθέμιτες. Το εν λόγω Παράρτημα, που τιτλοφορείται «Εμπορικές πρακτικές οι οποίες κρίνονται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε συνθήκες» χωρίζεται σε δύο μέρη. Το Μέρος Α τιτλοφορείται «Παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές» ενώ το Μέρος Β τιτλοφορείται «Επιθετικές εμπορικές πρακτικές».

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ

Οι παραπλανητικές πρακτικές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι είναι οι ακόλουθες:

«(1) Ισχυρισμός ότι πρόκειται για συμβαλλόμενο σε κώδικα συμπεριφοράς, ενώ ο εμπορευόμενος δεν είναι συμβαλλόμενος.

(2) Χρησιμοποίηση σήματος «trust», ποιοτικού σήματος ή αντίστοιχου διακριτικού, χωρίς την αντίστοιχη άδεια.

(3) Ισχυρισμός ότι ένας κώδικας συμπεριφοράς έχει την έγκριση δημόσιου ή άλλου φορέα, ενώ δεν την έχει.

(4) Ισχυρισμός ότι ο εμπορευόμενος (συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών πρακτικών του) ή ένα προϊόν έχει την έγκριση, την επικύρωση ή την άδεια δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, ενώ δεν την έχει, ή παρόμοιος ισχυρισμός ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στους όρους της έγκρισης, της επικύρωσης ή της άδειας.

(5) Πρόσκληση για αγορά προϊόντων σε μια καθορισμένη τιμή, χωρίς να γίνεται γνωστή η ύπαρξη των οποιωνδήποτε εύλογων λόγων μπορεί να έχει ο εμπορευόμενος να πιστεύει ότι δε θα μπορέσει να προμηθεύσει ή να αναθέσει σε άλλον εμπορευόμενο να προμηθεύσει τα προϊόντα αυτά ή ισοδύναμά τους στην τιμή αυτή μέσα σε εύλογο διάστημα και σε εύλογες ποσότητες, λαμβανομένου υπόψη του προϊόντος, της κλίμακας διαφήμισης του προϊόντος και της τιμής που προσφέρεται (διαφήμιση «δόλωμα»).

(6) Πρόσκληση για αγορά προϊόντων σε καθορισμένη τιμή και στη συνέχεια :

(α) άρνηση επίδειξης του διαφημιζόμενου προϊόντος στους καταναλωτές, ή

(β) άρνηση λήψης παραγγελιών για το προϊόν ή παράδοσή του σε εύλογο χρόνο, ή

(γ) επίδειξη ενός ελαττωματικού δείγματός του με πρόθεση προώθησης ενός άλλου προϊόντος («δόλωμα και μεταστροφή»).

(7) Ψευδής δήλωση ότι το προϊόν θα είναι διαθέσιμο για πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα ή ότι θα διατίθεται μόνο υπό ειδικούς όρους για πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να προκληθεί η λήψη άμεσης απόφασης και να στερηθεί από τους καταναλωτές η δυνατότητα ή ο χρόνος να προβούν σε τεκμηριωμένη επιλογή.

(8) Ανάληψη της υποχρέωσης παροχής υπηρεσιών υποστήριξης, μετά την πώληση σε καταναλωτές, με τους οποίους ο εμπορευόμενος είχε επικοινωνήσει πριν από τη συναλλαγή σε γλώσσα που δεν είναι επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο εμπορευόμενος και στη συνέχεια διάθεση αυτής της υπηρεσίας μόνο σε άλλη γλώσσα, χωρίς αυτό να έχει καταστεί γνωστό στον καταναλωτή πριν να δεσμευθεί για τη συναλλαγή.

(9) Δήλωση ή με άλλο τρόπο δημιουργία της εντύπωσης ότι ένα προϊόν μπορεί να πωλείται νόμιμα, ενώ δεν μπορεί.

(10) Παρουσίαση των δικαιωμάτων που παρέχει ο Νόμος στον καταναλωτή ως ειδικό χαρακτηριστικό της προσφοράς του εμπορευόμενου.

(11) Χρήση για την προώθηση ενός προϊόντος πληρωμένου από τον εμπορευόμενο δημοσιεύματος στα μέσα, χωρίς αυτό να γίνεται σαφές από το περιεχόμενο του δημοσιεύματος ή από εικόνα ή ήχο σαφώς αναγνωρίσιμα από τον καταναλωτή (κεκαλυμμένη διαφήμιση), υπό την επιφύλαξη του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου.

(12) Διατύπωση ουσιωδώς ανακριβούς ισχυρισμού όσον αφορά τη φύση ή την έκταση του κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια του καταναλωτή ή της οικογένειάς του, αν ο καταναλωτής δεν αγοράσει το προϊόν.

(13) Προώθηση παρόμοιου προϊόντος με εκείνο που προσφέρει συγκεκριμένος κατασκευαστής, με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπλανάται σκοπίμως ο καταναλωτής ότι έχει κατασκευασθεί από το συγκεκριμένο κατασκευαστή, ακόμα και όταν δε συμβαίνει αυτό.

(14) Δημιουργία, λειτουργία ή προώθηση ενός πυραμιδωτού συστήματος πωλήσεων, όπου ο καταναλωτής θεωρεί ότι έχει την ευκαιρία να έχει όφελος περισσότερο με την εισαγωγή άλλων καταναλωτών στο σύστημα παρά με την πώληση ή την κατανάλωση προϊόντων.

(15) Ισχυρισμός ότι ο εμπορευόμενος πρόκειται να σταματήσει τη δραστηριότητά του ή να μετακομίσει, ενώ αυτό δεν ισχύει.

(16) Ισχυρισμός ότι τα προϊόντα μπορούν να διευκολύνουν το κέρδος σε τυχερά παιχνίδια.

(17) Αναληθής ισχυρισμός ότι προϊόν είναι σε θέση να θεραπεύει ασθένεια, δυσλειτουργίες ή δυσμορφίες.

(18) Διάδοση ουσιωδώς ανακριβών πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες της αγοράς ή τη δυνατότητα εύρεσης του προϊόντος, προκειμένου να παροτρυνθεί ο καταναλωτής να αποκτήσει το προϊόν υπό όρους λιγότερο ευνοϊκούς από ότι στις κανονικές συνθήκες της αγοράς.

(19) Ισχυρισμός σε εμπορική πρακτική διεξαγωγής διαγωνισμού ή καταβολής επάθλων, χωρίς τη χορήγηση των περιγραφόμενων επάθλων ή του ισοδύναμου τους.

(20) Περιγραφή του προϊόντος ως «δωρεάν», «χωρίς επιβάρυνση» ή αντίστοιχη, αν ο καταναλωτής οφείλει να καταβάλει άλλη πληρωμή πλην του αναπόφευκτου κόστους για την απάντηση στην εμπορική πρακτική ή για την παραλαβή ή την παράδοση του αντικειμένου.

(21) Προσθήκη στο υλικό μάρκετινγκ τιμολογίου ή αντίστοιχου εγγράφου με το οποίο ζητείται πληρωμή και το οποίο παρέχει στον καταναλωτή την εντύπωση ότι έχει ήδη παραγγείλει το προϊόν, ενώ αυτό δεν ισχύει.

(22) Ψευδής ισχυρισμός ή δημιουργία της εντύπωσης ότι ο εμπορευόμενος δεν ενεργεί για σκοπούς που συνδέονται με την εμπορική δραστηριότητά του, την επιχείρηση, την τέχνη ή το επιτήδευμά του ή υποδυόμενος ψευδώς τον καταναλωτή.

(23) Δημιουργία της ψευδούς εντύπωσης ότι οι υπηρεσίες μετά την πώληση του προϊόντος διατίθενται σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στο οποίο πωλείται το προϊόν.»

ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ

Οι επιθετικές πρακτικές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι είναι οι ακόλουθες:

«(24) Δημιουργία της εντύπωσης ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να εγκαταλείψει το χώρο έως ότου συναφθεί η σύμβαση.

(25) Προσωπικές επισκέψεις στο σπίτι του καταναλωτή κατά τις οποίες αγνοείται το αίτημα του καταναλωτή για αποχώρηση ή μη επάνοδο, εκτός από περιστάσεις και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται, δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, για να επιβληθεί η εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης.

(26) Συνεχής και ανεπιθύμητη άγρα πελατών μέσω τηλεφώνου, τηλεομοιότυπου (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλων μέσων εξ αποστάσεως, εκτός από περιστάσεις και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται, δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, για να επιβληθεί εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης. Αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη του άρθρου 14 του περί της Σύναψης Καταναλωτικών Συμβάσεων εξ Αποστάσεως Νόμου και του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου και του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου.

(27) Απαίτηση από τον καταναλωτή που επιθυμεί να προβάλει απαίτηση δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου να προσκομίσει έγγραφα που δε θα μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν συναφή για την απόδειξη της αξίωσης ή συστηματική αποφυγή απάντησης στη σχετική αλληλογραφία, έτσι ώστε να αποθαρρυνθεί ο καταναλωτής από την άσκηση των συμβατικών του δικαιωμάτων.

(28) Ένταξη σε διαφήμιση άμεσης πιεστικής πρόσκλησης προς τα παιδιά να αγοράσουν ή να πείσουν τους γονείς τους ή άλλα ενήλικα άτομα να τους αγοράσουν διαφημιζόμενα προϊόντα. Η διάταξη αυτή ισχύει υπό την επιφύλαξη του εδαφίου (7) του άρθρου 33 του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου.

(29) Απαίτηση άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής ή επιστροφής ή φύλαξης για προϊόντα που έχει προμηθεύσει ο εμπορευόμενος, αλλά δεν έχουν παραγγελθεί από τον καταναλωτή, εκτός αν το προϊόν αποτελεί υποκατάστατο που παρέχεται σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 8 του περί της Σύναψης Καταναλωτικών Συμβάσεων εξ Αποστάσεως Νόμου.

(30) Ρητή ενημέρωση του καταναλωτή ότι αν δεν αγοράσει το προϊόν ή την υπηρεσία τίθεται σε κίνδυνο το επάγγελμα ή η ζωή του εμπορευόμενου.

(31) Δημιουργία της ψευδούς εντύπωσης ότι ο καταναλωτής έχει ήδη κερδίσει, πρόκειται να κερδίσει, ή αν προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια, θα κερδίσει έπαθλο ή θα αποκομίσει άλλο αντίστοιχο όφελος, ενώ στην πραγματικότητα:

(1) Δεν υφίσταται έπαθλο ή άλλο αντίστοιχο όφελος, ή

(2) η δυνατότητα διεκδίκησης του επάθλου ή άλλου οφέλους προϋποθέτει την καταβολή χρημάτων από τον καταναλωτή ή συνεπάγεται δαπάνη.»

Ως είναι ξεκάθαρο από το εδάφιο 29 του Παραρτήματος ως επιθετική πρακτική θεωρείται και η απαίτηση από τον καταναλωτή για επιστροφή, φύλαξη ή πληρωμή μη παραγγελθέντων προϊόντων. Επιπρόσθετη προστασία από τέτοιες πρακτικές, παρέχει στους καταναλωτές και ο περί των Δικαιωμάτων των Καταναλωτών Νόμος του 2013 (Ν. 133(I)/2013). Συγκεκριμένα, το άρθρο 35 του Νόμου αυτού δίδει στον καταναλωτή το δικαίωμα να μην λαμβάνει υπόψη του καθ’ οιονδήποτε τρόπο την παροχή τέτοιων αγαθών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απουσία απάντησης από τον καταναλωτή δεν ισοδυναμεί με συναίνεση.

Υπάρχουν λοιπόν δύο είδη αθέμιτων εμπορικών πρακτικών: (1) παραπλανητικές και (2) επιθετικές.

 1. ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 5(1) του Ν.103(Ι)/2007:

«Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι επομένως αναληθής ή, όταν, με οποιοδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασής της, εξαπατά ή ενδέχεται να εξαπατήσει το μέσο καταναλωτή, όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται στο εδάφιο (2), ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι, αντικειμενικά, ορθές, ή ούτως ή άλλως, όταν τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία, διαφορετικά, δε θα ελάμβανε».

Τα στοιχεία που παρατίθενται στο άρθρο 5(2) περιλαμβάνουν την ύπαρξη και τη φύση του προϊόντος, τα κύρια χαρακτηριστικά του, τις δεσμεύσεις του εμπόρου, την τιμή, τη φύση, χαρακτηριστικά και δικαιώματα του εμπόρου και τα δικαιώματα του καταναλωτή. H παροχή εσφαλμένων πληροφοριών έστω και σε ένα μόνο καταναλωτή είναι αρκετή για να κριθεί η εμπορική πρακτική ως παραπλανητική. Ως προαναφέρθηκε, εάν με βάσει το άρθρο 5(1) μία εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική, τότε δεν απαιτείται επιπρόσθετα όπως παραβιάζει και τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας (σύμφωνα με το άρθρο 4(2)). Το γεγονός ότι παραβιάζει τις απαιτήσεις του άρθρου 5(1) είναι αρκετό για να κριθεί η εν λόγω πρακτική ως αθέμιτη.

Με βάση το άρθρο 5(3), μία εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική επιπρόσθετα των πιο πάνω περιπτώσεων και όταν στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων:

«οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει το μέσο καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δε θα ελάμβανε, και η πρακτική αυτή περιλαμβάνει:

(α) Κάθε τρόπο προώθησης προς πώληση προϊόντος (μάρκετινγκ), συμπεριλαμβανομένης της συγκριτικής διαφήμισης, που δημιουργεί σύγχυση με προϊόντα, εμπορικά σήματα, εμπορικές επωνυμίες και άλλα διακριτικά γνωρίσματα ενός ανταγωνιστή,

(β) μη συμμόρφωση του εμπορευόμενου προς τις δεσμεύσεις που περιέχουν κώδικες συμπεριφοράς με τους οποίους ανέλαβε να δεσμευτεί, όταν:

(i) Η δέσμευση δεν είναι προγραμματική αλλά είναι ρητή και μπορεί να εξακριβωθεί, και

(ii) ο εμπορευόμενος αναφέρει σε μια εμπορική πρακτική ότι δεσμεύεται από τον κώδικα».

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.103(Ι)/2007, κώδικας συμπεριφοράς σημαίνει κάθε συμφωνία ή σύνολο κανόνων που δεν επιβάλλεται από νομοθεσία κράτους μέλους και που καθορίζει, όσον αφορά μια ή περισσότερες συγκεκριμένες εμπορικές πρακτικές ή επιχειρηματικούς τομείς, τη συμπεριφορά των εμπόρων που αναλαμβάνουν να δεσμεύονται από τον κώδικα.

Επίσης, μία εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της, των περιστάσεων και των περιορισμών του συγκεκριμένου μέσου επικοινωνίας, παραλείπει ουσιώδεις πληροφορίες που χρειάζεται ο μέσος καταναλωτής ανάλογα με το συγκεκριμένο πλαίσιο, για να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής και έτσι τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα λάμβανε. Όταν ο έμπορος αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατανόητο, διφορούμενο ή εκτός χρόνου, λαμβανομένων υπόψη των ζητημάτων που περιγράφονται στο άρθρο 6(1) του Ν.103(Ι)/2007, ή όταν δεν προσδιορίζει την επιδίωξη της εμπορικής πρακτικής, εάν αυτή δεν είναι ήδη προφανής από το συγκεκριμένο πλαίσιο, τότε τεκμαίρεται ότι υπάρχει παραπλανητική παράλειψη, νοουμένου βεβαίως ότι η παράλειψη έχει ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να λάβει ο μέσος καταναλωτής απόφαση για συναλλαγή την οποία, διαφορετικά, δε θα λάμβανε. Ως ουσιώδεις πληροφορίες θεωρούνται οι απαιτήσεις πληροφόρησης που επιβάλλονται από διάφορες νομοθεσίες, κάποιες από τις οποίες αναφέρονται ενδεικτικά στο Παράρτημα ΙΙ του Ν.103(Ι)/2007.

Ο Ν.103(Ι)/2007 περιέχει ειδική πρόνοια που καθορίζει ποιές πληροφορίες θεωρούνται ουσιώδεις όταν υπάρχει πρόσκληση για αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.103(Ι)/2007:

«πρόσκληση για αγορά σημαίνει την εμπορική επικοινωνία στην οποία αναφέρονται τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, η τιμή ή/και ένδειξη τιμής, με τρόπο ο οποίος ενδείκνυται για τα μέσα της εμπορικής επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται, ούτως ώστε να δύναται ο καταναλωτής να αποφασίσει ή και να πραγματοποιήσει την αγορά».

Στην περίπτωση πρόσκλησης για αγορά με βάση το άρθρο 6(4) του Νόμου, όπου εξετάζεται εάν υπάρχει παραπλανητική παράλειψη, θεωρούνται ως ουσιώδεις πληροφορίες τα ακόλουθα:

«(α) Τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, στο βαθμό που ενδείκνυνται σε σχέση με το μέσο προβολής και το προϊόν,

(β) η γεωγραφική διεύθυνση και η ταυτότητα του εμπορευόμενου, όπως η εμπορική επωνυμία του και, όπου ενδείκνυται, η γεωγραφική διεύθυνση και η ταυτότητα του εμπορευόμενου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί,

(γ) η τιμή, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, ή αν, λόγω της φύσης του προϊόντος, η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η τιμή, και, όπου ενδείκνυται, όλες οι πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις ευλόγως δεν μπορούν να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις,

(δ) οι ρυθμίσεις για την πληρωμή, παράδοση, εκτέλεση και αντιμετώπιση παραπόνων, εφόσον αποκλίνουν από τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας,

(ε) για προϊόντα και συναλλαγές όπου υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης ή ακύρωσης, η ύπαρξη αυτού του δικαιώματος.»

Τα χαρακτηριστικά του προϊόντος μπορεί να περιγράφονται είτε με λέξεις είτε με εικόνες, έστω και εάν οι ίδιες λέξεις ή εικόνες χρησιμοποιούνται για την περιγραφή προϊόντος που διατίθεται σε πολλές μορφές. Σε τέτοια περίπτωση η υποχρέωση αναφοράς των χαρακτηριστικών του προϊόντος πληρείται εάν οι λέξεις ή εικόνες επιτρέπουν στον καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής, κάτι το οποίο εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, καθώς και το χρησιμοποιούμενο μέσο της εμπορικής ανακοίνωσης.

Επίσης, όπου η εμπορική ανακοίνωση περιλαμβάνει μια τιμή εκκίνησης, δηλαδή τη χαμηλότερη δυνατή τιμή αγοράς του προϊόντος, η προϋπόθεση για την αναγραφή της τιμής του προϊόντος μπορεί να πληρείται εάν το προϊόν υπάρχει σε άλλη μορφή ή με άλλο περιεχόμενο σε τιμές που δεν αναγράφονται. Σε τέτοια περίπτωση η υποχρέωση αναγραφής της τιμής πληρείται εάν η αναγραφόμενη τιμή εκκίνησης επιτρέπει στον καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής, κάτι το οποίο εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, καθώς και το χρησιμοποιούμενο μέσο της εμπορικής ανακοίνωσης.

  2. ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Με βάση το άρθρο 7 του Ν.103(Ι)/2007, μία εμπορική πρακτική θεωρείται επιθετική όταν στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων παρενοχλεί, καταναγκάζει (συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας), ή καταχράται επιρροής και με αυτό τον τρόπο εμποδίζει σημαντικά ή ενδέχεται να εμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς το προϊόν, με αποτέλεσμα αυτός να οδηγείται ή πιθανόν να οδηγείται στη λήψη απόφασης συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα λάμβανε.

Κατάχρηση επιρροής είναι η εκμετάλλευση της θέσης ισχύος σε σχέση με τον καταναλωτή για την άσκηση πίεσης (ακόμα και χωρίς τη χρήση ή απειλή σωματικής βίας) με τρόπο που περιορίζει σημαντικά την ικανότητα του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Όταν αποφασίζεται κατά πόσο μία εμπορική πρακτική παρενοχλεί ή καταναγκάζει (συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας), ή καταχράται επιρροής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο χρόνος, ο τόπος, η φύση ή η επιμονή, η χρήση απειλητικών ή προσβλητικών εκφράσεων ή απειλητικής ή προσβλητικής συμπεριφοράς, η εκμετάλλευση, από τον έμπορο, κάθε συγκεκριμένης ατυχίας ή περίστασης, την οποία γνωρίζει και η οποία είναι τόσο σοβαρή ώστε να διαταράσσει την κρίση του καταναλωτή, προκειμένου να επηρεάσει την απόφασή του όσον αφορά το προϊόν, κάθε επαχθές ή δυσανάλογο μη συμβατικό εμπόδιο που επιβάλλει ο έμπορος σε περίπτωση για την άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή στο πλαίσιο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων λύσης της σύμβασης ή μετάβασης σε άλλο προϊόν ή σε άλλον έμπορο και κάθε απειλή για τη λήψη μέτρου που δεν μπορεί να ληφθεί νόμιμα.

  3. ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Δεδομένου ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή επιδείξει πιστοποιητικό της ιδιότητας του (εφόσον του ζητηθεί), το άρθρο 9(1) του Νόμου δίδει στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή τις ακόλουθες εξουσίες:

«(α) Να εισέρχεται, επιθεωρεί, ερευνά και διενεργεί έλεγχο σε οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο, που έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι υπάρχει παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο·

(β) να ανακόπτει, εισέρχεται, επιθεωρεί, ερευνά και διενεργεί έλεγχο σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα, στο οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι συνδέεται με παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο·

(γ) να εξετάζει οποιαδήποτε στοιχεία, καταχωρημένα σε μηχανικό, ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό σύστημα δεδομένων, και οποιαδήποτε βιβλία και έγγραφα, τα οποία βρίσκονται σε υποστατικό ή άλλο χώρο ή σε μεταφορικό μέσο, για τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι περιέχουν οποιαδήποτε πληροφορία ή καταχώρηση σχετικά με πιθανή παράβαση και να παίρνει αντίγραφα, φωτοτυπίες και αποσπάσματά τους, νοουμένου, όσον αφορά τα αποσπάσματα, ότι έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι τα αποσπάσματα αυτά ενδεχομένως να χρειαστούν για αποδεικτικούς σκοπούς αναφορικά με οποιαδήποτε παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο·

(δ) να εισέρχεται σε υποστατικό ή άλλο χώρο και σε μεταφορικό μέσο –

(i) συνοδευόμενος από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, του οποίου την παρουσία κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου,

(ii) φέροντας μαζί του οποιοδήποτε εξοπλισμό ή υλικά, που κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου, και

(iii) παίρνει δείγματα προϊόντων που κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος Νόμου.»

Πέραν των πιο πάνω, το μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή το οποίο ασκεί τον έλεγχο έχει δικαίωμα να απαιτεί και να λαμβάνει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκόλυνση ενώ ασκεί τα καθήκοντα του βάση του άρθρου 9(1). Το άρθρο 9(3) δημιουργεί υποχρέωση στον κάτοχο ή τον υπεύθυνο υποστατικού, χώρου ή μεταφορικού μέσου καθώς και σε οποιοδήποτε πρόσωπο απασχολείται στους πιο πάνω χώρους, να παρέχουν στο μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή το οποίο ασκεί τα καθήκοντα του με βάση το άρθρο 9(1), οποιαδήποτε πληροφορία που κατέχουν και κάθε διευκόλυνση, την οποία το μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή απαιτεί. Σημειώνεται ότι με βάση το άρθρο 9(2), δεν επιτρέπεται από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή η είσοδος σε κατοικία εκτός κατόπιν δικαστικού διατάγματος. Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 9(5) και 9(6), σε περίπτωση που μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή  (α) παίρνει δείγμα προϊόντος, ή/και (β) παίρνει αντίγραφο, φωτοτυπία ή απόσπασμα στοιχείων, βιβλίων ή εγγράφων, ή/και (γ) κατακρατεί ή δεσμεύει μεταφορικό μέσο ή προϊόντα ή μέρος των προϊόντων, το μέλος θα πρέπει να πληροφορήσει σχετικά το πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από τη σχετική προαναφερόμενη πράξη ή απόφαση ή το πρόσωπο το οποίο κατά τη στιγμή που δεσμεύονται ή κατακρατούνται τα αντικείμενα είναι υπεύθυνο του υποστατικού ή του μεταφορικού μέσου. Όπου κατακρατείται ή δεσμεύεται μεταφορικό μέσο ή προϊόντα ή μέρος των προϊόντων  το μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, επιπλέον πληροφορεί, το συντομότερο δυνατό, το προαναφερόμενο πρόσωπο γραπτώς ή με άλλο προσιτό υπό τις περιστάσεις τρόπο για τους λόγους στους οποίους βασίζεται η σχετική πράξη ή απόφαση καθώς επίσης και το δικαίωμα του και την προθεσμία να ασκήσει προσφυγή με βάση το άρθρο 12 του Νόμου (το οποίο αναλύουμε πιο κάτω).

Το άρθρο 11(1)(α) αναφέρει ότι η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή εξετάζει παραβάσεις του Νόμου είτε μετά από υποβολή παραπόνου είτε αυτεπάγγελτα. Κατά την διερεύνηση παράβασης η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

«(i) Να ζητά από τον εμπορευόμενο να προσκομίσει μέσα σε εύλογο υπό τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται σε μια εμπορική πρακτική, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, επί τη βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπορευόμενου και των λοιπών επηρεαζόμενων, και

(ii) να θεωρεί ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από την Εντεταλμένη Υπηρεσία.»

 Η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή δύναται σε περίπτωση παράβασης του Νόμου να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες με βάση το άρθρο 11(2):

  1. Να διατάξει την άρση της παράβασης άμεσα ή μέσα σε τακτή προθεσμία και να αποτρέψει την επανάληψη της στο μέλλον.
  2. Να δημοσιεύει ή να απαιτεί από τον παραβάτη τη δημοσίευση της απόφασής της στο σύνολό της ή εν μέρει, με την μορφή και τον τρόπο που κρίνει κατάλληλο
  3. Να απαιτεί επιπλέον από τον παραβάτη τη δημοσίευση μέσα σε τακτή προθεσμία, επανορθωτικής δήλωσης,
  4. Να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο. Το εν λόγω πρόστιμο μπορεί να είναι ύψους μέχρι και 5% του κύκλου εργασιών του παραβάτη ή πρόστιμο ύψους μέχρι €500,000. Σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, μπορεί να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι και €5,000, για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης, ανάλογα με τη βαρύτητα αυτής.
  5. Να αιτηθεί στο Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος ή προσωρινού διατάγματος εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενέχεται στην παράβαση ή ευθύνεται για την εν λόγω παράβαση. Τέτοιο διάταγμα εκδίδεται με βάση το άρθρο 13 του Ν.103(Ι)/2007. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση για την έκδοση διατάγματος δικαιούται να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει:

«(α) Την άμεση παύση και/ή μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης,

(β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέτρων, προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η σχετική παράβαση,

(γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης, και /ή

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης»

Σύμφωνα με το άρθρο 13(2), το διάταγμα δυνατόν να αφορά όχι μόνο τις συγκεκριμένες πράξεις, παραλείψεις ή τη συμπεριφορά του παραβάτη, αλλά και παρόμοιες μελλοντικές πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά του. Το Δικαστήριο προτού διατάξει την παύση τέτοιας εμπορικής πρακτικής, οφείλει να εξετάσει προηγουμένως κατά πόσο αυτή είναι αθέμιτη.

  1. Με βάση το άρθρο 11(2)(ζ) μπορεί να διατάσσει οποιαδήποτε πρόσωπα δημοσιεύουν ή διευθετούν τη δημοσίευση διαφημίσεων, να τερματίσουν, εφόσον είναι σε θέση να το πράξουν, τις πρακτικές εκείνες που έχουν κηρυχθεί ως αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δυνάμει δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος Νόμου ή τις εμπορικές πρακτικές που η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή έχει διαπιστώσει ότι είναι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.

Με βάση το άρθρο 11(3), πριν την επιβολή οποιουδήποτε από τα πιο πάνω, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή αν το θεωρήσει σκόπιμο λαμβάνει υπόψη την οποιαδήποτε ανάληψη δέσμευσης που παρέχεται έναντι του καταναλωτή από ή εκ μέρους του παραβάτη, αναφορικά με τη γενόμενη παράβαση και την προοπτική του χρόνου και του τρόπου άρσης ή αποκατάστασης αυτής.

Με βάση το άρθρο 11(4) και 12(1) όπου η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο οφείλει να αιτιολογεί δεόντως την απόφαση της αφού δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο παραβάτη ή εκπρόσωπο του να ακουστεί.

Η απόφαση του Διευθυντή υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εμπορείου και Βιομηχανίας. Κατά την εξέταση των ιεραρχικών προσφυγών, ο Υπουργός με βάση το άρθρο 15, δύναται:

«(α) Να ζητά από τον εμπορευόμενο να προσκομίσει, μέσα σε εύλογο υπό τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται στην υπόθεση, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, επί τη βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπορευόμενου και των λοιπών επηρεαζόμενων, ή/και

(β) να θεωρεί ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο (α) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από τον Υπουργό.»

Αφού ακουσθούν οι ενδιαφερόμενοι, ο Υπουργός μπορεί να επικυρώσει, ακυρώσει, τροποποιήσει, ή αντικαταστήσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Με βάση το άρθρο 12(2), ιεραρχική προσφυγή ασκείται εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον παραβάτη. Με βάση το άρθρο 12(5) το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από το Διευθυντή όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προθεσμία των 75 ημερών, η οποία αρχίζει να μετρά από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου ή, σε περίπτωση που ασκείται ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού σύμφωνα με το εδάφιο (2)  του παρόντος άρθρου, από την επίδοση της απόφασης του Υπουργού επί της ιεραρχικής προσφυγής.

Σημαντικό είναι το άρθρο 12(6) του Νόμου το οποίο αναφέρει ότι:

«Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται δυνάμει των άρθρων 10 και 11, εισπράττονται ως χρηματικές ποινές επιβαλλόμενες από Δικαστήριο κατά την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας.»

Η απόφαση του Διευθυντή ή του Υπουργού επιδίδεται σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 14 του Νόμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 16(1) του Ν.103(Ι)/2007:

«Πρόσωπα, τα οποία έχουν προς τούτο έννομο συμφέρον, δύνανται:

(α) Να καταγγείλουν μια εμπορική πρακτική για την οποία έχουν εύλογες υποψίες ότι δυνατό να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, στην [Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή]

(β) να υποβάλουν αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13, σε περίπτωση που παραβιάζονται οι διατάξεις του παρόντος Νόμου».

Βάσει του άρθρου 16(2), όσοι καταναλωτές επηρεάζονται άμεσα από αθέμιτη εμπορική πρακτική, όσοι νόμιμα συνεστημένοι οργανισμοί που είτε δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου είτε του καταστατικού τους, θεμελιώνουν επαρκώς έννομο συμφέρον για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών καθώς και οι ανταγωνιστές του καταγγελλόμενου προσώπου κατά του οποίου ζητείται η έκδοση διατάγματος έχουν έννομο συμφέρον. Έχουμε αναφερθεί στις πρόνοιες του άρθρου 13 πιο πάνω.

Όπου ο έμπορος είναι νομικό πρόσωπο, τότε οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος Νόμου διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται ότι αυτή έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, συνενοχή ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι επίσης ένοχο της προαναφερθείσας παράβασης.

Το άρθρο 10 προβλέπει για τρία ποινικά αδικήματα. Πρώτον πρόσωπο που αποκρύπτει, καταστρέφει ή παραποιεί πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, ή παρέχει σε μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή  ψευδή, ελλιπή, ανακριβή ή παραπλανητική πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, ή αρνείται να προσκομίσει στο μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, την οποία πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο το μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας απαιτεί κατά την άσκηση των εξουσιών που του χορηγεί ο παρών Νόμος. Δεύτερον, πρόσωπο που μετακινεί, μεταβάλλει ή επεμβαίνει, με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς την εξουσιοδότηση του μέλους της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο ή προϊόν, το οποίο μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή κατακράτησε ή δέσμευσε δυνάμει του άρθρου 9(5)(γ). Τρίτον πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με διαταγή της Εντεταλμένης Υπηρεσίας δυνάμει της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 11. Για τα εν λόγω αδικήματα προβλέπετε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες ή ποινή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις £50,000 λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές. Παράλληλα και ανεξαρτήτως της ποινικής διαδικασίας, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή δύναται να επιβάλει και διοικητικό πρόστιμο στις ακόλουθες περιπτώσεις.

«(α) Στον παραγωγό ή στο διανομέα, ανάλογα με την περίπτωση, όταν δεν παραχωρούν σε αυτήν, μέσα σε τακτή προθεσμία, τα απαιτούμενα έγγραφα ή τις πληροφορίες που αφορούν συγκεκριμένα προϊόντα ή παρακωλύουν με οποιοδήποτε τρόπο τις διαδικασίες αυτές ή παρέχουν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες·

(β) σε οποιοδήποτε πρόσωπο που εσκεμμένα παρακωλύει μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

(γ) σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δε συμμορφώνεται με διαταγή της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, σύμφωνα με την παράγραφο (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 11.»

Με βάση το άρθρο 10(4) σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης ανάλογα με τη βαρύτητα αυτής.

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.

Σχετικά Άρθρα

0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Υποχρέωση Επιχειρήσεων να Ενημερώνουν Καταναλωτές για τους Φορείς Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών

Όπου ένας έμπορος οφείλει να χρησιμοποιήσει Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών, θα πρέπει να ενημερώσει προς τούτο τον καταναλωτή. Αυτό προνοεί ο Νόμος 85(Ι)/2017 ο οποίος καθορίζει τις υποχρεώσεις και δικαιώματα εμπόρων (δηλαδή προσώπων οι οποίοι ενεργούν εντός της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας) και καταναλωτών (δηλαδή φυσικών προσώπων που ενεργούν για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στην εμπορική επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα).

Τέτοια υποχρέωση ενημέρωσης και χρήσης φορέων υφίσταται για μερικές Χρηματοοικονομικές Επιχειρήσεις αναφορικά με ορισμένες πτυχές των δραστηριοτήτων τους (όπως για παράδειγμα διαφορές οι οποίες ανακύπτουν σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών πληρωμής η άρνησης ανοίγματος λογαριασμού κτλ).

Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις όπου μια επιχείρηση δεν υποχρεούται να χρησιμοποιήσει Φορέα ΕΕΔ; Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όπου ένας έμπορος εξετάζει ένα παράπονο ενός καταναλωτή, τότε τι στιγμή όπου η εσωτερική του διαδικασία εξαντληθεί θα πρέπει να παράσχει στον καταναλωτή πληροφόρηση ότι:
(1) ο έμπορος δεν μπορεί να επιλύσει τη διαφορά του με τον καταναλωτή,
(2) το όνομα και την ηλεκτρονική διεύθυνση ενός Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών ο οποίος έχει δικαιοδοσία να επιλύσει τη διαφορά με τον έμπορο και τον καταναλωτή και
(3) το κατά πόσο ο συγκεκριμένος έμπορος θα χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο Φορέα.

Η συγκεκριμένη πληροφόρηση, πρέπει σύμφωνα με το Νόμο να παρέχεται «επί χάρτου ή επί άλλου σταθερού μέσου». Σύμφωνα με την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή θα πρέπει δηλαδή να παρέχουν στον καταναλωτή με γράμμα ή ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο κανονικά θα αποτελεί μέρος της τελικής επιστολής του εμπόρου για το «αδιέξοδο» σε απάντηση σε καταγγελία του καταναλωτή.

Επίσης η πιο πάνω πληροφόρηση θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη στους καταναλωτές.

Τα πλεονεκτήματα χρήσης Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών από ένα έμπορο είναι πολλά και μπορείτε να τα βρείτε εδώ.

Η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο του κατά πόσο έμποροι προχωρούν στην εφαρμογή του εν λόγω Νόμου και πρόσφατα έχει γίνει δέκτης παραπόνων από καταναλωτές για παραβάσεις Νόμων από Εμπόρους οι οποίοι είτε αγνοούν παράπονα καταναλωτών είτε με προφάσεις τα απορρίπτουν.
Σύμφωνα με το άρθρο 23(1) του Ν.85(Ι)/2017, εάν καταναλωτής δεν ενημερωθεί από την επιχείρηση για τα πιο κάτω δικαιώματα του η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή δύναται να διατάξει τον έμπορο να τερματίσει την παράβαση και να αποφύγει επανάληψη της στο μέλλον, και να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι €10,000.
Για περισσότερες πληροφορίες για τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να σας βοηθήσουμε να συμμορφωθείτε με τις απαιτήσεις του Νόμου, επισκεφθείτε μας στο www.adr.com.cy ή τηλεφωνήστε μας στο 22519741.

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.

Σχετικά Άρθρα

0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Οδηγία 2013/11/ΕΕ για την Εναλλακτική Επίλυση Καταναλωτικών Διαφορών

Η Οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (οδηγία ΕΕΚΔ) («Η Οδηγία») σκοπεύει να συμβάλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εξασφαλίζοντας ότι οι καταναλωτές μπορούν να υποβάλλουν προαιρετικά καταγγελίες κατά εμπόρων σε φορείς που παρέχουν ανεξάρτητες, αμερόληπτες, διαφανείς, αποτελεσματικές, ταχείες και δίκαιες διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών.

1. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Η Οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (οδηγία ΕΕΚΔ) («Η Οδηγία») σκοπεύει να συμβάλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εξασφαλίζοντας ότι οι καταναλωτές μπορούν να υποβάλλουν προαιρετικά καταγγελίες κατά εμπόρων σε φορείς που παρέχουν ανεξάρτητες, αμερόληπτες, διαφανείς, αποτελεσματικές, ταχείες και δίκαιες διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών.
ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗΣ: Η πιο πάνω Οδηγία είναι ελάχιστης Εναρμόνισης αφού δεν θίγει την εθνική νομοθεσία που καθιστά υποχρεωτική τη συμμετοχή σε σχετικές διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (βλ. άρθρο 1).

Με βάση το άρθρο 3, η Οδηγία εφαρμόζεται σε διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης εγχώριων και διασυνοριακών διαφορών σχετικά με συμβατικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από συμβάσεις πωλήσεων ή συμβάσεις υπηρεσιών μεταξύ εμπόρου εγκατεστημένου στην Ένωση και καταναλωτή που κατοικεί στην Ένωση, διά της παρεμβάσεως ενός φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών («Φορέας ΕΕΔ») ο οποίος προτείνει ή επιβάλλει λύση ή φέρνει τα μέρη σε επαφή για να διευκολυνθεί η εξεύρεση φιλικής λύσης. Η Οδηγία, θέτει επίσης απαιτήσεις για να αναγνωριστεί κάποιος ως Φορέας ΕΕΔ καθώς και διαδικασίες ΕΕΔ αφήνοντας όμως τα ΚΜ να θεσπίζουν κανόνες που προβλέπουν για υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή.

Η Οδηγία δεν εφαρμόζεται σε αρκετές περιπτώσεις σημαντικότερη από τις οποίες είναι διαδικασίες που έχουν κινηθεί από έμπορο κατά καταναλωτή. Σύμφωνα με το άρθρο 2(2) οι άλλες διαδικασίες είναι οι ακόλουθες:
α) στις διαδικασίες ενώπιον φορέων επίλυσης διαφορών όπου τα φυσικά πρόσωπα που είναι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών είναι υπάλληλοι του συγκεκριμένου εμπόρου ή αμείβονται αποκλειστικά από αυτόν, εκτός εάν τα κράτη μέλη επιτρέψουν τις διαδικασίες αυτές υπό μορφή διαδικασιών ΕΕΔ δυνάμει της παρούσας οδηγίας και εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις του κεφαλαίου ΙΙ, περιλαμβανομένων των ειδικών απαιτήσεων ανεξαρτησίας και διαφάνειας που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3·
β) στις διαδικασίες ενώπιον συστημάτων διερεύνησης καταναλωτικών καταγγελιών που διαχειρίζεται ο έμπορος·
γ) στις μη οικονομικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας·
δ) στις διαφορές μεταξύ εμπόρων·
ε) σε απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ του καταναλωτή και του εμπόρου·
στ) στις προσπάθειες που καταβάλλει ο δικαστής για την επίλυση της διαφοράς κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας με αντικείμενο την εν λόγω διαφορά·
ζ) στις διαδικασίες που έχουν κινηθεί από έμπορο κατά καταναλωτή·
η) στις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται σε ασθενείς από επαγγελματίες της υγείας προκειμένου να εκτιμηθεί, να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η κατάσταση της υγείας τους, συμπεριλαμβανομένων της συνταγογράφησης, της χορήγησης και της προμήθειας φαρμάκων και ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων·
θ) στους δημόσιους παρόχους δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Με βάση το άρθρο 3, η Οδηγία υπερισχύει διατάξεων άλλων Οδηγιών οι οποίες αφορούν διαδικασίες εξωδικαστικής προσφυγής τις οποίες κινεί καταναλωτής κατά εμπόρου.

Στην υπόθεση C-75/16 αναφέρθηκε ότι για να εφαρμοστεί η Οδηγία θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι πιο κάτω προϋποθέσεις:
«…πρώτον, η διαδικασία πρέπει να έχει κινηθεί από καταναλωτή κατά εμπόρου όσον αφορά τις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις πωλήσεως ή παροχής υπηρεσιών, δεύτερον, η διαδικασία πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις της εν λόγω Οδηγίας και, ως εκ τούτου, να είναι ανεξάρτητη, αμερόληπτη, διαφανής, αποτελεσματική, ταχεία και δίκαιη, τρίτον, η εν λόγω διαδικασία πρέπει να ανατίθεται σε φορέα ΕΕΔ, δηλαδή, σε φορέα, όπως και αν αυτός ονομάζεται, ο οποίος έχει ιδρυθεί σε μόνιμη βάση, προσφέρει υπηρεσίες επιλύσεως διαφορών μέσω διαδικασίας ΕΕΔ και έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 20(2) της Οδηγίας, ο δε σχετικός κατάλογος πρέπει να έχει γνωστοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.»

2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ/ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΜ

Οι ουσιαστικές διατάξεις της Οδηγίας αφορούν ουσιαστικά τις υποχρεώσεις των ΚΜ αναφορικά με τις διαδικασίες ΕΕΔ, τα καθήκοντα και προσόντα των φορέων ΕΕΔ, των φυσικών προσώπων υπεύθυνων για την ΕΕΔ, καθώς και των εμπόρων σε σχέση με τη διαδικασία ΕΕΔ.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 5 αναφέρεται στην υποχρέωση των ΚΜ να διευκολύνουν την πρόσβαση των καταναλωτών στις διαδικασίες ΕΕΔ και να εξασφαλίσουν ότι οι διαφορές που καλύπτονται από την Οδηγία και αφορούν έμπορο εγκατεστημένο στο έδαφος τους, μπορούν να παραπεμφθούν σε φορέα ΕΕΔ. Αναφέρει επίσης τις απαιτήσεις που πρέπει να πληροί ένας φορέας. Τα ΚΜ μπορούν επίσης να επιτρέψουν στους φορείς ΕΕΔ να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν διαδικαστικούς κανόνες οι οποίοι τους δίνουν τη δυνατότητα να αρνηθούν να εξετάσουν μια συγκεκριμένη διαφορά για συγκεκριμένους λόγους (όπως π.χ. επουσιώδεις ή κακόβουλες καταγγελίες).

Με βάση το άρθρο 6, τα ΚΜ οφείλουν αν εξασφαλίζουν την εμπειρογνωμοσύνη, ανεξαρτησία και αμεροληψία των φυσικών προσώπων που είναι υπεύθυνα για την ΕΕΔ. Επίσης, εξασφαλίζουν ότι οι φορείς ΕΕΔ διαθέτουν διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν περιστάσεις οι οποίες δυνατόν να επηρεάζουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των φυσικών προσώπων, τότε το εν λόγω φυσικό πρόσωπο αντικαθίσταται από άλλο, ή το εν λόγω φυσικό πρόσωπο απέχει της διαδικασίας ΕΕΔ ή οι περιστάσεις γνωστοποιούνται στα μέρη και επιτρέπεται στο εν λόγω φυσικό πρόσωπο να συνεχίσει τη διεξαγωγή της διαδικασίας ΕΕΔ μόνο αν τα μέρη δεν προέβαλαν αντίρρηση, αφού ενημερώθηκαν για την κατάσταση και για το δικαίωμά τους να αντιταχθούν. Το ίδιο άρθρο θέτει συγκεκριμένες απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται από φυσικά πρόσωπα.

Με βάση το άρθρο 7, τα ΚΜ εξασφαλίζουν τη διαφάνεια των φορέων ΕΕΔ, ήτοι, ότι δημοσιοποιούν στους ιστότοπους τους συγκεκριμένες πληροφορίες. Επίσης, εξασφαλίζουν ότι οι φορείς ΕΕΔ δημοσιοποιούν κατόπιν αιτήσεως ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας.

Το άρθρο 8 αναφέρεται στις υποχρεώσεις των ΚΜ να εξασφαλίζουν ότι οι φορείς ΕΕΔ είναι αποτελεσματικοί και πληρούν συγκεκριμένες απαιτήσεις (π.χ. ότι η διαδικασία είναι διαθέσιμη και ευπρόσιτη και για τια δύο μέρη, εύκολη πρόσβαση στη διαδικασία, είναι δωρεάν για τους καταναλωτές κτλ). Επίσης, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η έκβαση της διαδικασίας γνωστοποιείται εντός 90 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο φορέας ΕΕΔ έλαβε τον πλήρη φάκελο της καταγγελίας.

Το άρθρο 9 αναφέρεται στην υποχρέωση των ΚΜ να εξασφαλίζουν ότι στις διαδικασίες ΕΕΔ υπάρχει δίκαιη μεταχείριση των μερών της διαδικασίας. Δηλαδή, ότι τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους, ότι δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιήσουν δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο και ότι κοινοποιείται στα μέρη η έκβαση της διαδικασίας και το σκεπτικό της. Επίσης, στις περιπτώσεις όπου προτείνεται λύση στη διαδικασία, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι τα μέρη μπορούν αν αποσυρθούν σε οποιοδήποτε στάδιο από τη διαδικασία και ότι έχουν δικαίωμα να μην ακολουθήσουν τη λύση.

Εθνική Νομοθεσία δεν δύναται να περιορίζει το δικαίωμα των καταναλωτών να αποσύρονται από τη διαδικασία διαμεσολαβήσεως με οποιοδήποτε τρόπο. Στην υπόθεση C-75/16 για παράδειγμα, όπου η εθνική νομοθεσία επέτρεπε την απόσυρση από διαμεσολάβηση μόνο εφόσον ο καταναλωτής απεδείκνυε εύλογη αιτία για την απόφαση του, κρίθηκε ότι η νομοθεσία δεν ήταν συμβατή με την Οδηγία. Βεβαίως, εάν η εθνική νομοθεσία επιβάλει στον καταναλωτή να συμμετέχει σε διαδικασία διαμεσολάβησης (εκτός και εάν παράσχει εύλογη αιτία να μην το πράξει) αλλά του παρέχει το δικαίωμα να τερματίσει τη διαδικασία χωρίς οποιοδήποτε λόγο μετά την πρώτη συνάντηση με το διαμεσολαβητή, αυτό είναι επιτρεπτό.

Ούτε και είναι επιτρεπτό οι εθνικοί κανόνες αναφορικά με τη διαδικασία διαμεσολάβησης να ορίζουν ότι ο καταναλωτής πρέπει να αντιπροσωπεύεται από δικηγόρο.

Με βάση το άρθρο 10, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι η συμφωνία καταναλωτή και εμπόρου να υποβάλουν μια καταγγελία σε φορέα ΕΕΔ δεν δεσμεύει τον καταναλωτή εφόσον συνήφθη πριν από τη γένεση της διαφοράς και εφόσον συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματος του καταναλωτή να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια για τη ρύθμιση της διαφοράς.

Σημαντικό να αναφέρουμε είναι ότι στις περιπτώσεις που με βάση τη διαδικασία ΕΕΔ, επιβάλλεται λύση, τότε τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι η λύση είναι δεσμευτική για τα μέρη μόνο εφόσον αυτά έχουν ενημερωθεί προηγουμένως και έχουν αποδεχθεί ρητά τον δεσμευτικό χαρακτήρα της απόφασης. Δεν απαιτείται ειδική αποδοχή από τον έμπορο εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι οι λύσεις είναι δεσμευτικές για τους εμπόρους. Σημειώνεται ότι αυτό δεν αναιρεί τον μη αναγκαστικό χαρακτήρα της ΕΕΔ. Στις περιπτώσεις όμως όπου τα μέρη συμφωνούν ότι η λύση θα είναι δεσμευτική, τότε ο καταναλωτής δεν δύναται να αξιοποιήσει το δικαίωμα το οποίο του παρέχεται με βάση το άρθρο 9 της Οδηγίας.

Με βάση το άρθρο 11 τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι στις διαδικασίες ΕΕΔ όπου επιβάλλεται η λύση στον καταναλωτή, τότε επιτρέπεται η επιβολή λύσης μόνο όπου πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

«α) εφόσον δεν υπάρχει σύγκρουση νόμων, η λύση που επιβάλλεται να μην έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο καταναλωτής την προστασία που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις εκ των οποίων δεν χωρεί παρέκκλιση διά συμφωνίας δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο ο καταναλωτής και ο επιχειρηματίας έχουν τη συνήθη διαμονή τους·
β) εφόσον υπάρχει σύγκρουση νόμων, όταν το δίκαιο που ισχύει για τη σύμβαση πωλήσεων ή υπηρεσιών καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008, η λύση που επιβάλλει ο φορέας ΕΕΔ να μην έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο καταναλωτής της προστασίας που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις εκ των οποίων δεν χωρεί παρέκκλιση διά συμφωνίας δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του·
γ) εφόσον υπάρχει σύγκρουση νόμων, όταν το δίκαιο που ισχύει για τη σύμβαση πωλήσεων ή υπηρεσιών καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 3 της Σύμβασης της Ρώμης της 19ης Ιουνίου 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η λύση που επιβάλλει ο φορέας ΕΕΔ να μην έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο καταναλωτής της προστασίας που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου κανόνες του κράτους μέλους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του.»

Αναφορικά με τις προθεσμίες παραγραφής, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι στις διαδικασίες των οποίων η έκβαση δεν είναι δεσμευτική, ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται.

Το Κεφάλαιο ΙΙΙ αναφέρεται στην ενημέρωση και συνεργασία που πρέπει να εξασφαλίζουν τα ΚΜ μεταξύ των εμπόρων και των καταναλωτών. Συγκεκριμένα, το άρθρο 13 αναφέρει ότι τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι οι έμποροι που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος ενός ΚΜ, ενημερώνουν τους καταναλωτές για τον φορέα ή τους φορείς ΕΕΔ από τους οποίους καλύπτονται οι εν λόγω έμποροι. Σημαντική διάταξη είναι το άρθρο 13(3) το οποίο αναφέρει ότι:

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν η διαφορά μεταξύ ενός καταναλωτή και ενός εμπόρου εγκατεστημένων στο έδαφός τους δεν μπορεί να διευθετηθεί με την άμεση υποβολή καταγγελίας από τον καταναλωτή προς τον έμπορο, ο έμπορος παρέχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διευκρινίζοντας εάν θα κάνει χρήση των σχετικών φορέων ΕΕΔ για να επιλύσει τη διαφορά. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται επί χάρτου ή επί άλλου σταθερού μέσου.»

Δηλαδή, όπου ο έμπορος δεν παρέχει εσωτερική διαδικασία επίλυσης της διαφοράς και ο καταναλωτής του υποβάλει καταγγελία, ο έμπορος υποχρεούται να παρέχει στον καταναλωτή πληροφόρηση για τον φορέα από τον οποίο καλύπτεται, τη διεύθυνση του φορέα καθώς και τον ιστότοπο του.

Το άρθρο 14 αναφέρεται στην υποχρέωση των ΚΜ να εξασφαλίζουν ότι σε διασυνοριακές συμβάσεις οι καταναλωτές μπορούν να λάβουν βοήθεια για την πρόσβαση τους στον φορέα ΕΕΔ που λειτουργεί στο άλλο ΚΜ. Η εν λόγω ευθύνη ανατίθεται στα κέντρα τους που περιλαμβάνονται στο Δίκτυο Ευρωπαϊκών Κέντρων Καταναλωτών, σε οργανώσεις καταναλωτών ή σε οποιονδήποτε άλλο φορέα.

Με βάση το άρθρο 15, τα ΚΜ έχουν διάφορες υποχρεώσεις αναφορικά με τη δημοσιοποίηση διάφορων γενικών πληροφοριών (όπως είναι τα ονόματα των φορέων και των ιστότοπων τους κτλ). Επίσης διασφαλίζουν την κατάλληλη διάδοση των πληροφοριών για το πώς οι καταναλωτές μπορούν να καταφύγουν σε διαδικασίες ΕΕΔ και ενθαρρύνουν τις οργανώσεις καταναλωτών και τις επαγγελματικές οργανώσεις, σε επίπεδο τόσο Ένωσης όσο και εθνικό, να προβάλουν τους φορείς ΕΕΔ και τις διαδικασίες τους και να προωθήσουν τη χρήση των ΕΕΔ από επαγγελματίες και καταναλωτές.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι οι φορείς ΕΕΔ συνεργάζονται για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών και ότι προβαίνουν σε τακτικές ανταλλαγές ορθών πρακτικών, όσον αφορά την επίλυση τόσο διασυνοριακών όσο και εγχώριων διαφορών.

Το άρθρο 18 αναφέρει ότι κάθε ΚΜ ορίζει αρμόδια αρχή η οποία προβαίνει στα ακόλουθα:
• Αναλαμβάνει όπως συλλέγει διάφορα στοιχεία από τους φορείς ΕΕΔ (όπως για παράδειγμα η ονομασία τους, διαδικαστικούς κανονισμούς τους, τα τέλη που επιβάλλονται, τη μέση διάρκεια των διαδικασιών επίλυσης διαφορών κτλ). (άρθρο 19)
• Αναλαμβάνει να αξιολογεί αν ένας φορέας μπορεί να θεωρηθεί φορέας ΕΕΔ που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και αν πληροί τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της Οδηγίας. Ακολούθως, βάσει της αξιολόγησης της, καταρτίζει κατάλογο όλων των φορέων ΕΕΔ ο οποίος περιλαμβάνει πληροφορίες όπως (τα στοιχεία επαφής, τα τέλη που επιβάλλουν, τη γλώσσα, τα είδη διαφορών κτλ). Κάθε αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της τον ενοποιημένο κατάλογο φορέων ΕΕΔ που αναφέρεται στο άρθρο 20(4) παρέχοντας σύνδεσμο προς τη σχετική ιστοσελίδα της Επιτροπής (άρθρο 20).

Με βάση το άρθρο 21 της Οδηγίας, τα ΚΜ οφείλουν να θεσπίζουν κανόνες που αφορούν τις κυρώσεις που εφαρμόζονται στις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται σε σχέση με το άρθρο 13 της Οδηγίας το οποίο διαλαμβάνει την υποχρέωση των εμπόρων να ενημερώνουν τους καταναλωτές για τον φορέα ή τους φορείς ΕΕΔ από τους οποίους καλύπτονται. Οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.

Σχετικά Άρθρα

0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Δικαίωμα του Καταναλωτή να επιλύσει τη διαφορά του με μια Επιχείρηση εκτός Δικαστηρίου: Εύκολα, Γρήγορα και Οικονομικά!

Oπερί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμος του 2017 (85(I)/2017) έδωσε νέα στους Καταναλωτές έναντι των Επιχειρήσεων. Ο Νόμος παρέχει το δικαίωμα σε περίπτωση που προκύπτουν διαφορές μεταξύ Καταναλωτή και Επιχείρησης να απευθύνονται εύκολα, γρήγορα και οικονομικά σε Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ΕΕΔ) αντί να κινήσουν διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ;

Με βάση το Νόμο, Καταναλωτής είναι οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα. Παράδειγμα αποτελεί ένας δανειολήπτης ο οποίος έκανε δάνειο με σκοπό την αγορά κατοικίας, κάποιος ο οποίος αγόρασε κατοικία, αυτοκίνητο, έπιπλα, ηλεκτρικά/ηλεκτρονικά είδη, ή αγόρασε υπηρεσίες – για παράδειγμα από αρχιτέκτονα ή από κλινική ή άλλη Επιχείρηση.

ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ;

Οι Επιχειρήσεις περιλαμβάνουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ιδιωτικά ή δημόσια, τα οποία ενεργούν για σκοπούς που εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας.

Παραδείγματα αποτελούν τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, εργοληπτικές Επιχειρήσεις, κατασκευαστικές εταιρείες, ιδιωτικά νοσοκομεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα, πωλητές οποιωνδήποτε προϊόντων όπως αυτοκινήτων, ηλεκτρικών ειδών κτλ.

Με βάση το Νόμο αυτό, ένας Καταναλωτής ο οποίος αγόρασε προϊόντα ή υπηρεσίες από μια Επιχείρηση και έχει παράπονο, έχει δύο βασικά δικαιώματα:

Πρώτον, έχει δικαίωμα να αποταθεί στην Επιχείρηση και η Επιχείρηση οφείλει να τον ενημερώσει για το Φορέα ή τους Φορείς ΕΕΔ από τους οποίους καλύπτεται. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση που ένας Καταναλωτής έχει παράπονο από ένα προϊόν ή υπηρεσία που του έχει παρασχεθεί μπορεί να ζητήσει από την Επιχείρηση για να τον ενημερώσει αναφορικά με τον Φορέα ΕΕΔ από τον οποίο καλύπτεται.

Πολλές Επιχειρήσεις επιθυμούν να αναλάβουν δέσμευση να καλύπτονται από Φορέα ΕΕΔ επειδή για παράδειγμα οι διαδικασίες Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών είναι ταχύτερες από αυτές των δικαστηρίων και έχουν χαμηλότερο κόστος. Επίσης, τέτοιες διαδικασίες ΕΕΔ διεξάγονται και ολοκληρώνονται κατά τρόπο ιδιωτικό και εμπιστευτικό, χωρίς να βλάπτεται η φήμη της Επιχείρησης του εμπόρου (για παράδειγμα, μέσω αρνητικής δημοσιότητας). Τέλος, οι διαδικασίες ΕΕΔ είναι πιο ευέλικτες και φιλικές προς τα μέρη και αποφεύγουν τις άμεσες συγκρούσεις μεταξύ των μερών σε σύγκριση με εκείνες των δικαστηρίων.

Επιχειρήσεις οι οποίες επιθυμούν να διατηρήσουν πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους στο θέμα της επίλυσης διαφορών, επιθυμούν να ενταχθούν σε Φορέα ΕΕΔ.  Φορέας στην Κύπρο ο οποίος καλύπτει ΟΛΕΣ τις διαφορές (εκτός από ηλεκτρονικές επικοινωνίες και ταχυδρομεία), είναι το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών (Cyprus Consumer Center for Alternative Dispute Resolution)  

Δεύτερον, σε περίπτωση που μια τέτοια Επιχείρηση δεσμεύεται από Φορέα ΕΕΔ τότε ο Καταναλωτής με ελάχιστο κόστος μπορεί να λύσει τη διαφορά του εντός 90 ημέρων. Αυτό διότι ο Νόμος αναγκάζει τον Φορέα ΕΕΔ, να επιλύσει τη διαφορά εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος.

Έστω και εάν η Επιχείρηση δεν δεσμεύεται από συγκεκριμένο Φορέα, ο Φορέας ΕΕΔ στον οποίο αποτείνεται ο Καταναλωτής, επικοινωνεί μαζί με την Επιχείρηση με σκοπό την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς με την Επιχείρηση. Σε περίπτωση που η Επιχείρηση αρνηθεί να συνεργαστεί στα πλαίσια ΕΕΔ, ο Καταναλωτής διατηρεί το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ένας Φορέας ΕΕΔ δεν υποχρεούται να εξετάζει την οποιαδήποτε διαφορά και έχει δικαίωμα να αρνηθεί να εξετάσει διαφορά όπου για παράδειγμα η διαφορά είναι επουσιώδης ή βασίζεται σε κακόβουλο παράπονο.

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.

Σχετικά Άρθρα

0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Οφέλη Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών στις Επιχειρήσεις

O περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμος του 2017 (85(I)/2017) υποχρεώνει τις Επιχειρήσεις να ενημερώνουν τους Καταναλωτές για το Φορέα ή τους Φορείς Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ΕΕΔ) από τους οποίους καλύπτονται σε περίπτωση που προκύψουν διαφορές με τους Καταναλωτές. Σε περίπτωση που μια Επιχείρηση αρνηθεί ή παραλείψει να το πράξει υπόκειται σε πρόστιμο από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή.

Φορέας Εναλλακτικής Επίλυσης διαφορών είναι Φορέας ο οποίος έχει εγκριθεί από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή και ο οποίος έχει ιδρυθεί σε μόνιμη βάση, προσφέρει υπηρεσίες επίλυσης διαφορών μέσω διαδικασίας ΕΕΔ και έχει καταχωρηθεί στον κατάλογο που διατηρεί η Υπηρεσία. Ένας τέτοιος Φορέας είναι το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών (CCCADR).

Τα οφέλη μιας Επιχείρησης στο να υπάγεται σε ένα Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών είναι πολυάριθμα και επεξηγούνται πιο κάτω:

1. Η Επιχείρηση η οποία υπάγεται εθελοντικά σε Φορέα καθίσταται πιο ανταγωνιστική από τις άλλες επιχειρήσεις αφού παρέχει υπηρεσία την οποία πιθανόν να μην παρέχουν οι ανταγωνιστές της.

Αυτόματα ο Καταναλωτής θεωρεί τέτοιες Επιχειρήσεις πιο σοβαρές και επαγγελματικές από άλλες. Αυτό διότι ο καταναλωτής γνωρίζει ότι σε περίπτωση διαφοράς, αυτή θα επιλυθεί από ανεξάρτητο Φορέα ΕΕΔ.

2. Οι διαδικασίες Εναλλακτικής Επίλυσης διαφορών ΕΕΔ είναι ταχύτερες από εκείνες των Δικαστηρίων και το κόστος τους κατά πολύ χαμηλότερο. Με βάση το Νόμο οι Φορείς Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών οφείλουν να εξετάσουν ένα παράπονο κάποιου Καταναλωτή εντός 90 ημερών.

Αυτό σημαίνει ότι μια διαφορά μεταξύ Επιχείρησης και Καταναλωτή επιλύεται γρήγορα και άμεσα χωρίς την παρατεταμένη αρνητική δημοσιότητα την οποία δυνατόν να προκαλείται στην Επιχείρηση όπου αυτή αγνοήσει το παράπονο του Καταναλωτή ή όπου αφήσει τη διαφορά να καταλήξει στο Δικαστήριο.

Επίσης, σε συνάρτηση με τον πιο πάνω λόγο, σε περίπτωση που παρατείνεται μια κατάσταση αυξάνονται οι πιθανότητες να καταγγείλει την Επιχείρηση ο Καταναλωτής στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή.

3. Οι διαδικασίες ΕΕΔ διεξάγονται και ολοκληρώνονται κατά τρόπο ιδιωτικό και εμπιστευτικό. Αυτό σημαίνει ότι δεν βλάπτεται η φήμη της Επιχείρησης (για παράδειγμα, μέσω αρνητικής δημοσιότητας). Μάλιστα όλα τα μέρη δεσμεύονται με ρήτρες εμπιστευτικότητας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ΕΕΔ καθώς και μετά από αυτήν.

4. Οι διαδικασίες ΕΕΔ είναι πιο ευέλικτες αφού συμφωνούνται σε ώρα και τόπο που βολεύει τα μέρη και δεν είναι αναγκαίο να ακολουθούνται αυστηροί κανόνες διαδικασίας.

5. Οι διαδικασίες ΕΕΔ είναι πιο φιλικές και αποφεύγουν τις άμεσες συγκρούσεις μεταξύ των μερών σε σύγκριση με εκείνες των Δικαστηρίων.

Φορέας στην Κύπρο ο οποίος καλύπτει ΟΛΕΣ τις διαφορές (εκτός από τηλεποικοινωνίες και ταχυδρομεία), είναι το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών (Cyprus Consumer Center for Alternative Dispute Resolution).

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.

Σχετικά Άρθρα

0