Portfolio Gallery: Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Συμβάσεις για τις Πωλήσεις Αγαθών με Καταναλωτές (Οδηγία (ΕΕ) 2019/771)

Η Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών καλύπτει τους κανόνες που ισχύουν για τις πωλήσεις κινητών αντικειμένων[1], είτε αυτά είναι εξακριβωμένα είτε πρόκειται να κατασκευαστούν στο μέλλον.[2] Η συγκεκριμένη Οδηγία είναι μέγιστης εναρμόνισης[3] και καλύπτει καινούργια και μεταχειρισμένα αγαθά καθώς και κινητά αντικείμενα τα οποία ενσωματώνουν ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία. Τα τελευταία, για σκοπούς της Οδηγίας, αποκαλούνται «αγαθά με ψηφιακά στοιχεία».[4] Δεν περιλαμβάνει όμως αγαθά τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως φορείς για τη μεταφορά ψηφιακού περιεχομένου.[5]

Για να θεωρείται αγαθό ως «αγαθό με ψηφιακά στοιχεία», θα πρέπει η απουσία του ψηφιακού περιεχομένου ή υπηρεσίας, να παρεμποδίζει τα αγαθά από το να εκτελούν τις λειτουργίες τους.[6] Σημειώνεται ότι όπου η σύμβαση αφορά πώληση ψηφιακού περιεχομένου, τότε η πιο πάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται, αλλά εφαρμόζεται η Οδηγία (ΕΕ) 2019/770.

Η Οδηγία ισχύει για τις συμβάσεις πώλησης μεταξύ καταναλωτή και πωλητή[7]. Σύμβαση πώλησης ορίζεται ως «κάθε σύμβαση βάσει της οποίας ο πωλητής μεταβιβάζει ή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, και ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα».[8]

Η έννοια που δίδεται στον πωλητή και στον καταναλωτή είναι παρόμοια με αυτή που δίδεται σε άλλες Οδηγίες. Για παράδειγμα, «πωλητής» ορίζεται ως:[9]

«…κάθε φυσικό πρόσωπο ή κάθε νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το εάν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο … ενεργεί, ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματος του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου, ή για λογαριασμό του εν λόγω προσώπου, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του εν λόγω προσώπου·»

Καταναλωτής είναι:[10]

«…κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας»

ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΗ ΕΓΓΥΗΣΗ

Σύμφωνα με την Οδηγία, ο πωλητής οφείλει να παραδίδει στον καταναλωτή αγαθά που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της Οδηγίας. Στην Οδηγία υπάρχουν οι υποκειμενικές και οι αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης χωρίς όμως να αποδίδονται διαφορετικές συνέπειες στην παράβαση των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων.

Οι υποκειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης είναι ότι τα αγαθά θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πωλητή και του καταναλωτή στη σύμβαση πώλησης. Οι απαιτήσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ποσότητα, την ποιότητα, τον τύπο και την περιγραφή των αγαθών, την καταλληλότητά τους για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και την παράδοση των αγαθών με τα συμφωνηθέντα εξαρτήματα και τυχόν οδηγίες.[11]

Οι αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης απαιτούν όπως ο πωλητής πωλά αγαθά τα οποία είναι κατάλληλα για τους σκοπούς τους οποίους χρησιμοποιούνται συνήθως αγαθά του ίδιου τύπου, αν παρέχονται με τα εξαρτήματα και τις οδηγίες που μπορεί ευλόγως να αναμένει να λάβει ο καταναλωτής ή αν αντιστοιχούν στο δείγμα ή το υπόδειγμα που ο πωλητής έθεσε στη διάθεση του καταναλωτή. Τα αγαθά θα πρέπει επίσης να διαθέτουν τα συνήθη ποιοτικά και άλλα χαρακτηριστικά ενός αγαθού του ίδιου τύπου, τα οποία μπορεί ευλόγως να αναμένει ο καταναλωτής, δεδομένης της φύσης των αγαθών και λαμβάνοντας υπόψη τυχόν δημόσια δήλωση που έχει πραγματοποιηθεί από τον πωλητή ή για λογαριασμό του πωλητή ή από άλλα πρόσωπα ή για λογαριασμό άλλων προσώπων σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας συναλλαγών.[12]

Έλλειψη συμμόρφωσης των αγαθών υφίσταται και στην περίπτωση που αυτή είναι αποτέλεσμα είτε πλημμελούς εγκατάστασης του αγαθού από τον ίδιο τον πωλητή (όχι τρίτο) είτε λόγω πλημμελούς οδηγιών του πωλητή προς τον καταναλωτή.[13]

Η Οδηγία προβλέπει ότι τα αγαθά πωλούνται με νόμιμη εγγύηση. Με βάση αυτή, ο πωλητής ευθύνεται για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που καθίσταται εμφανής εντός 2 ετών από το χρόνο παράδοσης.[14] Η εν λόγω εγγύηση καλύπτει και μεταχειρισμένα αγαθά με μόνη διαφορά ότι σε σχέση με τέτοια αγαθά, τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν για μικρότερη περίοδο εγγύησης δεδομένου ότι αυτή δεν είναι μικρότερη του ενός έτους.[15] Σε σχέση με καινούργια αγαθά, τέτοια συμφωνία είναι άκυρη.[16]

Το βάρος απόδειξης για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης η οποία καθίσταται εμφανής εντός 1 έτους από το χρόνο παράδοσης των αγαθών, τεκμαίρεται ότι υφίστατο κατά το χρόνο παράδοσης εκτός όπου το τεκμήριο είναι ασυμβίβαστο με τη φύση των αγαθών ή με τη φύση της έλλειψης συμμόρφωσης.[17]

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης, ο καταναλωτής δικαιούται να:[18]

  • Ζητήσει αποκατάσταση της συμμόρφωσης των αγαθών η οποία μπορεί να είναι κατ’ επιλογή του καταναλωτή είτε επισκευή είτε αντικατάσταση εκτός όπου ο επιλεγείς τρόπος επανόρθωσης είναι αδύνατος σε σύγκριση με τον άλλο τρόπο επανόρθωσης.[19] Η επισκευή θα πρέπει να γίνει δωρεάν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή που ο πωλητής ενημερώθηκε για την έλλειψη συμμόρφωσης και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.[20] Σε περίπτωση αντικατάστασης αγαθών, η ανάκτηση γίνεται με έξοδα του πωλητή.[21]

Όπου η αποκατάσταση της συμμόρφωσης είναι αδύνατη ή συνεπάγονται δυσανάλογες δαπάνες λαμβανομένων υπόψη της αξίας των αγαθών εάν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης ή τη σημασία της έλλειψης συμμόρφωσης, τότε ο πωλητής μπορεί να αρνηθεί την αποκατάσταση της συμμόρφωσης.[22]

  • Ζητήσει μείωση του τιμήματος. Η μείωση είναι ανάλογη της μείωσης της αξίας των αγαθών που έλαβε ο καταναλωτής σε σύγκριση με την αξία που θα είχαν τα αγαθά αν συμμορφώνονταν.[23]
  • Τερματίσει τη σύμβαση. Ο τερματισμός σημαίνει ότι ο καταναλωτής επιστρέφει τα αγαθά με έξοδα του πωλητή και ο πωλητής επιστρέφει στον καταναλωτή το τίμημα που κατέβαλε για τα αγαθά, μόλις παραλάβει τα αγαθά ή κάποια απόδειξη εκ μέρους του καταναλωτή ότι έχουν επιστραφεί τα αγαθά.[24] Όπου η έλλειψη συμμόρφωσης αφορά μέρος των αγαθών, τότε ο καταναλωτής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση πώλησης μόνο σε σχέση με μέρος των αγαθών και όχι σε σχέση με τα άλλα εκτός αν δεν είναι εύλογο να αναμένεται από τον καταναλωτή να δεχθεί να κρατήσει μόνο τα συμμορφούμενα αγαθά.[25]

Σύμφωνα με το άρθρο 13(4) της Οδηγίας, οι θεραπείες 2 και 3 πιο πάνω δύνανται να ασκηθούν όταν:[26]

«(α) ο πωλητής δεν έχει ολοκληρώσει την επισκευή ή την αντικατάσταση ή, ανάλογα με την περίπτωση, δεν έχει ολοκληρώσει την επισκευή ή την αντικατάσταση σύμφωνα ή ο πωλητής έχει αρνηθεί την αποκατάσταση της συμμόρφωσης των αγαθών ·

(β) παρουσιάζεται έλλειψη συμμόρφωσης παρά το γεγονός ότι ο πωλητής είχε προηγουμένως προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση των αγαθών·

(γ) η έλλειψη συμμόρφωσης είναι τόσο σοβαρή ώστε να δικαιολογεί την άμεση μείωση του τιμήματος ή τον τερματισμό της σύμβασης πώλησης· ή

(δ) ο πωλητής έχει δηλώσει, ή συνάγεται από τις περιστάσεις, ότι δεν θα αποκαταστήσει τη συμμόρφωση των αγαθών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή»

Ο καταναλωτής δεν δύναται αν τερματίσει τη σύμβαση όπου η έλλειψη συμμόρφωσης είναι επουσιώδης.[27]

ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ

Μια διαφοροποίηση της παρούσας Οδηγίας με την παλαιότερη Οδηγία 1999/44/ΕΚ (η οποία έχει πλέον καταργηθεί)[28] είναι ότι πλέον υπάρχει ρητή αναφορά στις εμπορικές εγγυήσεις.[29] Σύμφωνα με την Οδηγία, η εμπορική εγγύηση είναι:

«…κάθε ανάληψη υποχρέωσης του πωλητή ή παραγωγού («εγγυητής») έναντι του καταναλωτή, επιπλέον των νομικών υποχρεώσεων του πωλητή σχετικά με την εγγύηση συμμόρφωσης, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος ή για αντικατάσταση, επισκευή ή συντήρηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο των αγαθών σε περίπτωση που αυτά δεν ικανοποιούν τις προδιαγραφές ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πέραν της συμμόρφωσης που αναφέρονται στη δήλωση της εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση και που είναι διαθέσιμες κατά τη στιγμή ή πριν από τη σύναψη της σύμβασης·»

Η Οδηγία αναφέρει ότι η εμπορική εγγύηση είναι δεσμευτική για τον εγγυητή και σε περίπτωση που οι όροι της εμπορικής εγγύησης που περιέχονται σε σχετικές διαφημίσεις είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή από αυτούς που περιλαμβάνονται στη δήλωση της εγγύησης, θα πρέπει να υπερισχύουν οι ευνοϊκότεροι όροι.[30] Η δήλωση εμπορικής εγγύησης θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε σταθερό μέσο πριν ή κατά την παράδοση των αγαθών και θα πρέπει να διατυπώνεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα.[31]

Η δημοσίευση αυτού του άρθρου συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Προγράμματος “Consumer Programme (2014-2020)”.

[1] Οδηγία (ΕΕ) 2019/771, Προοίμιο 10

[2] Ibid Άρθρο 3(2)

[3] Ibid Άρθρο 4

[4] Ibid Προοίμιο 13

[5] Ibid Άρθρο 3(4)(α)

[6] Ibid Άρθρο 2(5)

[7] Ibid Άρθρο 3(1)

[8] Ibid Άρθρο 2(1)

[9] Ibid Άρθρο 2(3)

[10] Ibid Άρθρο 2(2)

[11] Ibid Άρθρο 6, Προοίμιο 26

[12] Ibid Άρθρο 7(1), Προοίμιο 29

[13] Ibid Άρθρο 8

[14] Ibid Άρθρο 10(1)

[15] Ibid Άρθρο 10(6)

[16] Ibid Άρθρο 21(1)

[17] Ibid Άρθρο 11(1)

[18] Ibid Άρθρο 13(1)

[19] Ibid Άρθρο 13(2)

[20] Ibid Άρθρο 14(1)

[21] Ibid Άρθρο 14(2)

[22] Ibid Άρθρο 13(3)

[23] Ibid Άρθρο 15

[24] Ibid Άρθρο 16(3)

[25] Ibid Άρθρο 16(2)

[26] Ibid Άρθρο 13(4)

[27] Ibid Άρθρο 13(5)

[28] Ibid Άρθρο 23

[29] Ibid Άρθρο 2(12)

[30] Ibid Προοίμιο 62⸱ Άρθρο 17(1)

[31] Ibid Άρθρο 17(1)

Σχετική Αρθρογραφία

Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις
Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών και Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών
Προσυμβατικές Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις

Το Μέρος ΙΙΙ του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 εφαρμόζεται: [1]

  • Στις παραπλανητικές διαφημίσεις εμπορευόμενων προς εμπορευόμενους και στις αθέμιτες συνέπειες αυτών και
  • Στις συγκριτικές διαφημίσεις εμπορευόμενων προς εμπορευόμενους και/ή καταναλωτές καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η «ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ»;

Παραπλανητική διαφήμιση είναι κάθε διαφήμιση, η οποία με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης της παρουσίασης της, παραπλανεί ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στα οποία περιέρχεται στην αντίληψη τους και η οποία, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή.[2]

Για να καθοριστεί αν μια διαφήμιση είναι παραπλανητική, λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της και ιδίως οι ενδείξεις της σχετικά με τα ακόλουθα:[3]

  1. τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αγαθών ή υπηρεσιών, όπως διαθεσιμότητα, φύση, εκτέλεση, σύνθεση, μέθοδος και ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, καταλληλότητα, χρήσεις, ποσότητα, προδιαγραφές, γεωγραφική καταγωγή ή εμπορική προέλευση, ή τα αναμενόμενα από τη χρήση τους αποτελέσματα, ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων των αγαθών ή των υπηρεσιών,
  2. την τιμή, τον τρόπο διαμόρφωσής της και τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, όπως οι όροι πληρωμής ή πίστωσης, παράδοσης, ανταλλαγής, επιστροφής, επισκευής, συντήρησης, νόμιμης εγγύησης και εμπορικής εγγύησης, και
  3. την ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του διαφημιζομένου, όπως η ταυτότητα και η περιουσία του, οι ικανότητες και η κατοχή δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα βραβεία και οι διακρίσεις του.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η «ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ»;

Συγκριτική διαφήμιση είναι διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή.[4]

Η συγκριτική διαφήμιση γενικά επιτρέπεται δεδομένου όμως ότι πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α) Δεν είναι παραπλανητική πράξη ή παραπλανητική παράλειψη·

(β) συγκρίνει αγαθά ή υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους·

(γ) συγκρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη, συναφή, εξακριβώσιμα και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών, στα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η τιμή·

(δ) δεν έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση των σημάτων, εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών, υπηρεσιών, δραστηριοτήτων ή της κατάστασης ενός ανταγωνιστή·

(ε) για προϊόντα με ονομασία προέλευσης, αφορά σε κάθε περίπτωση προϊόντα με την ίδια ονομασία προέλευσης·

(στ) δεν επωφελείται αθέμιτα από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ανταγωνιστή ή από τα δηλωτικά καταγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων·

(ζ) δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρει σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία·

(η) δε δημιουργεί σύγχυση μεταξύ εμπορευομένων, μεταξύ διαφημιστή και ανταγωνιστή ή μεταξύ των εμπορικών σημάτων, των εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών γνωρισμάτων, αγαθών ή υπηρεσιών του διαφημιστή και του ανταγωνιστή.

Επιπρόσθετα των εξουσιών που έχει η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή (ΥΠΚ) εξέτασης παραβάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 56 του Νόμου, έχει καθήκον προς το συμφέρον των καταναλωτών, των ανταγωνιστών και γενικότερα του κοινού, να εξετάζει κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα κατά πόσο οποιαδήποτε διαφήμιση, είτε έχει δημοσιευθεί είτε επίκειται η δημοσίευσή της, είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση.[5]

Σε περίπτωση που υποβάλλεται παράπονο, η ΥΠΚ , δύναται να ζητήσει από τον παραπονούμενο όπως την ικανοποιήσει ότι:

(α) έχει προσφύγει σε σχέση με το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο παράπονο για την εν λόγω διαφήμιση σε τέτοιους καθιερωμένους μηχανισμούς χειρισμού παραπόνων που η Εντεταλμένη Υπηρεσία θεωρεί κατάλληλους, έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης·

(β) έχει δοθεί εύλογη ευκαιρία για να τύχει χειρισμού το εν λόγω παράπονο με εκείνους τους μηχανισμούς· και

(γ) το παράπονο αυτό δεν έτυχε ικανοποιητικού χειρισμού με τη βοήθεια των μηχανισμών αυτών.

Το παρόν άρθρο έχει συνταχθεί εκ μέρους του Κυπριακού Κέντρου Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών και είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι Φορέας εγκεκριμένος από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, Κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

[1] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 9

[2] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 10

[3] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 11

[4] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 10

[5] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 56

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών και Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών
Προσυμβατικές Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών
Καταχρηστικές Ρήτρες σε Δανειακές Συμβάσεις
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών και Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών

Οι πληρωμές μέσω κινητού τηλεφώνου λαμβάνουν αυξανόμενη προσοχή παγκοσμίως, τόσο από καταναλωτές όσο και από εμπόρους, ως εναλλακτική λύση στη χρήση μετρητών, επιταγών ή πιστωτικών καρτών. Λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων στην αγορά και με στόχο τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των καταναλωτών και των εμπόρων η Κυπριακή Δημοκρατία ενσωμάτωσε τις διατάξεις οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης  στην εθνική μας νομοθεσία.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αυτών που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, ρυθμίζονται από τον:

α) περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμο του 2012 και τον

β) περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμος του 2018 («ο περί της Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμος»)

Σύμφωνα με τον περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμο του 2012, ηλεκτρονικό χρήμα σημαίνει νομισματική αξία αποθηκευμένη σε ηλεκτρονική μορφή, περιλαμβανομένης της μαγνητικής μορφής. Ουσιαστικά, ο εκδότης ηλεκτρονικού χρήματος εκδίδει, επί την παραλαβή χρηματικού ποσού, ηλεκτρονικό χρήμα ίσης ονομαστικής αξίας προς τον καταναλωτή. Κατ’ επέκταση ο καταναλωτής δύναται είτε να εξαργυρώσει το ηλεκτρονικό χρήμα είτε να το χρησιμοποιήσει για την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών.

Περιπλέον, ο περί της Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμος ρυθμίζει τις απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης εκ μέρους των Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών («Πάροχοι») προς τους καταναλωτές καθώς επίσης και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την παροχή και τη χρήση υπηρεσιών πληρωμών. Μεταξύ άλλων, οι Πάροχοι οφείλουν να παρέχουν στον Καταναλωτή βασικές πληροφορίες για τις εκτελούμενες πράξεις πληρωμής χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση.

Ομοίως, η συνακόλουθη ενημέρωση για τις πράξεις πληρωμής θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε μηνιαία βάση ατελώς. Εντός των πλαισίων της πληροφόρησης συμπεριλαμβάνεται:

Α) ο τύπος και η διαδικασία κοινοποίησης της συγκατάθεσης για την έναρξη εντολής πληρωμής.

Β) η μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης εντός της οποίας πρέπει να παρέχονται οι υπηρεσίες πληρωμών.

Γ) όλες οι επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλει ο χρήστης στον πάροχο.

Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων του καταναλωτή και σύμφωνα με το άρθρο 98 του περί της Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμου ο καταναλωτής και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, επιτρέπεται να υποβάλλουν καταγγελίες, γραπτώς ή με ηλεκτρονικά μέσα, σχετικά με ισχυρισμούς για παραβάσεις των διατάξεων της Νομοθεσίας, στην Κεντρική Τράπεζα.

Επιπλέον, οι Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών, υποχρεούνται εντός 15 ημερών, να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να απαντούν, σε έντυπη μορφή ή, εφόσον αυτό συμφωνηθεί μεταξύ του παρόχου και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών («Χρήστη»), σε άλλο σταθερό μέσο, στις καταγγελίες των Χρηστών.

Εάν μετά από την προσπάθεια του Πάροχου να επιλύσει την διαφορά ο Χρήστης εξακολουθεί να μην είναι ικανοποιημένος τότε ο πρώτος υποχρεούται να ενημερώνει τον χρήστη τουλάχιστον για ένα φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών που είναι αρμόδιος για την επίλυση των διαφορών σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Νομοθεσία. Επιπλέον, ο Πάροχος θα πρέπει να προσδιορίσει τον τρόπο πρόσβασης σε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τον εν λόγω φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, καθώς και τις προϋποθέσεις χρήσης αυτού.

Σημειώνεται ότι για την εναλλακτική επίλυση των διαφορών οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ των Χρηστών και των Παρόχων και αφορούν δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις που απορρέουν από την Νομοθεσία, φορέας ο οποίος καλύπτει την επίλυση τέτοιων διαφορών είναι το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών.

Το παρόν άρθρο έχει συνταχθεί εκ μέρους του Κυπριακού Κέντρου Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών και είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι Φορέας εγκεκριμένος από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, και Κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Related Articles

Προσυμβατικές Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών
Καταχρηστικές Ρήτρες σε Δανειακές Συμβάσεις
Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών και Δάνεια σε Ξένο Νόμισμα
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Προσυμβατικές Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών

Έχεις στεγαστικό δάνειο;– μάθε τα δικαιώματα σου εδώ!

Από τους σημαντικότερους τομείς προστασίας του καταναλωτή είναι αυτός που αφορά τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν διάφορες Οδηγίες οι οποίες προστατεύουν τον καταναλωτή είτε με το να του εξασφαλίζουν συγκεκριμένα δικαιώματα είτε με το να αποτρέπουν τις τράπεζες από του να χρησιμοποιούν συγκεκριμένες πρακτικές.

Για τα γενικά δικαιώματα του Καταναλωτή σε σχέση με χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μπορείτε να ακολουθήσετε τον πιο κάτω σύνδεσμο.

Στο παρόν άρθρο αναλύουμε κάποιες από τις υποχρεώσεις των Τραπεζών προς ένα Καταναλωτή πριν τη σύναψη δανείου σε σχέση με στεγαστικά δάνεια τα οποία εξασφαλίζονται με υποθήκη (Για μεταγενέστερες υποχρεώσεις πατήστε εδώ).

Σχετικός είναι ο Ν.41(Ι)/2017 περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμος του 2017.

  • Επαγγελματική Δεοντολογία και Γνώση Προσωπικού

Σε σχέση με τα προϊόντα που χορηγούν, οι Τράπεζες οφείλουν να ενεργούν έντιμα, δίκαια, με διαφάνεια και επαγγελματισμό και να λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών.

Η αμοιβή του προσωπικού μιας τράπεζας δεν πρέπει να συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με τον αριθμό ή το ποσοστό των αιτήσεων που γίνονται δεκτές.

Σύμφωνα με το Νόμο, το προσωπικό της Τράπεζας θα πρέπει να διαθέτει κατάλληλο επίπεδο γνώσης και ικανότητας.

  • Εξασφάλιση Υπογραφής από Σύζυγο

Σε περίπτωση που υποθηκεύεται ακίνητη ιδιοκτησία η Τράπεζα οφείλει να λάβει τη γραπτή συγκατάθεση του/της συζύγου του αιτητή του δανείου.

  • Παροχή Πληροφοριών Χωρίς Χρέωση

Επίσης, η πληροφόρηση που παρέχεται στον καταναλωτή για σκοπούς συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, παρέχεται χωρίς οποιαδήποτε χρέωση ή άλλη επιβάρυνση.

  • Καθήκοντα σε Σχέση με Διαφημίσεις

Κάθε διαφήμιση και εμπορική ανακοίνωση για συμβάσεις πίστωσης πρέπει είναι θεμιτή, σαφής και μη παραπλανητική. Σε κάθε διαφήμιση θα πρέπει να παρέχονται συγκεκριμένες πληροφορίες συμπεριλαμβανομένου του συνολικού ποσού της πίστωσης, της διάρκεια της πίστωσης κτλ.

  • Απαγόρευση Πρακτικών Δέσμευσης και Ομαδοποίησης

Απαγορεύεται σε τράπεζα να χρησιμοποιεί πρακτικές δέσμευσης. Πρακτική δέσμευσης είναι η προσφορά ή η πώληση σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες όταν η σύμβαση πίστωσης δεν διατίθεται χωριστά στον καταναλωτή.

Οι πρακτικές ομαδοποίησης επιτρέπονται, δηλαδή, η προσφορά ή η πώληση σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες, όταν η σύμβαση πίστωσης διατίθεται και χωριστά στον καταναλωτή, αλλά όχι κατ’ ανάγκη με τους ίδιους όρους ή προϋποθέσεις όπως στην περίπτωση που προσφέρεται ομαδοποιημένη.

Αναφορικά με άλλες ασφαλιστικές καλύψεις, η Τράπεζα οφείλει να αποδέχεται ασφαλιστήριο από φορέα παροχής ασφαλιστικής κάλυψης διαφορετικό από εκείνο που προτιμά η Τράπεζα, όταν το επίπεδο εγγύησης του εν λόγω ασφαλιστηρίου είναι αντίστοιχο εκείνου που πρότεινε ο πιστωτής.

  • Διάθεση Πληροφοριών από Τράπεζες

Σύμφωνα με το Νόμο, η Τράπεζα διαθέτει σε όλες τις περιπτώσεις εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου ή σε ηλεκτρονική μορφή, σαφείς και κατανοητές γενικές πληροφορίες για τις συμβάσεις πίστωσης που προσφέρει. Τέτοιες πληροφορίες είναι για παράδειγμα τα επιπρόσθετα έξοδα του καταναλωτή, περιγραφή όρων σχετικά με πρόωρη αποπληρωμή κτλ.

  • Αξιολόγηση Πιστοληπτικής Ικανότητας

Η Τράπεζα έχει καθήκον να διεξάγει ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή.

Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας λαμβάνει δεόντως υπόψη τους σχετικούς παράγοντες για την εξακρίβωση της προοπτικής κατά πόσον ο καταναλωτής θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης.

Η τράπεζα υποχρεούται να θεσπίσει να τεκμηριώνει και να διατηρεί τις διαδικασίες και πληροφορίες επί των οποίων βασίζεται η αξιολόγηση. Για σκοπούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, δεν βασίζεται κατά κύριο λόγο στην παραδοχή ότι η αξία του ακινήτου που προορίζεται για κατοικία υπερβαίνει το ποσό της πίστωσης ή στην παραδοχή ότι η αξία του ακινήτου που προορίζεται για κατοικία θα αυξηθεί, εκτός εάν ο σκοπός της σύμβασης πίστωσης είναι η κατασκευή ή ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία.

Μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης με καταναλωτή, ο πιστωτής δε δύναται να ακυρώνει ή τροποποιεί τη σύμβαση εις βάρος του καταναλωτή με την αιτιολογία ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν διεξήχθη σωστά εκτός όπου ο καταναλωτής εν γνώσει του παρέλειψε ή παραποίησε πληροφορίες.

Τα πιο πάνω αφορούν τα καθήκοντα της Τράπεζας πριν από τη σύναψη της Σύμβασης πίστωση που αφορά ακίνητο που προορίζεται για κατοικία και το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη. Για τα καθήκοντα μετά από τη σύναψη της Σύμβασης σχετικά με τέτοιες συμβάσεις δανείου μπορείτε να πατήσετε εδώ.

Το παρόν άρθρο έχει συνταχθεί εκ μέρους του Κυπριακού Κέντρου Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών και είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι Φορέας εγκεκριμένος από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, Κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σχετικά Άρθρα

Καταχρηστικές Ρήτρες σε Δανειακές Συμβάσεις
Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών και Δάνεια σε Ξένο Νόμισμα
Πρόωρη Εξόφληση Δανείου ως Δικαίωμα Καταναλωτή
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Καταχρηστικές Ρήτρες σε Δανειακές Συμβάσεις

Σε προηγούμενο άρθρο αναλύσαμε τις περιπτώσεις όπου ένας όρος σε μια συμφωνία μεταξύ καταναλωτή και επιχείρησης μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστικός. Σε αυτό το άρθρο αναλύουμε περιπτώσεις τέτοιων όρων σε δανειακές συμβάσεις.

Τι είναι η Καταχρηστική Ρήτρα;

Η καταχρηστική ρήτρα είναι ρήτρα η οποία δημιουργεί σημαντική ανισότητα στα δικαιώματα ενός καταναλωτή προς όφελος μιας επιχείρησης παρά την απαίτηση της καλής πίστης που θα πρέπει να διέπει συμβάσεις επιχειρήσεων και καταναλωτών.

Τέτοιες ρήτρες συνήθως εισάγονται μέσα στις τυποποιημένες συμβάσεις κάποιας επιχείρησης με σκοπό να την προστατέψουν από οποιαδήποτε απαίτηση κάποιου καταναλωτή ασχέτως του πόσο εύλογη είναι τέτοια απαίτηση.

Όπου υπάρχουν σε συμβάσεις μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων τέτοιες ρήτρες, αυτές θεωρούνται άκυρες – δηλαδή δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή.

Συμβάσεις Δανείων και Καταχρηστικές Ρήτρες

Οι ακόλουθες περιπτώσεις όρων σε δανειακή σύμβαση θεωρούνται καταχρηστικές:

  • Ρήτρες που επιτρέπουν σε πιστωτικό ίδρυμα να απαιτεί μονομερώς άμεση εξόφληση πιστωτικής διευκόλυνσης χωρίς οποιεσδήποτε συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης.
  • Ρήτρες που επιφέρουν χρεώσεις επιπρόσθετες των επιτοκιακών χρεώσεων ή άλλες χρεώσεις συναφείς με τη λειτουργία της πιστωτικής διευκόλυνσης οι οποίες προνοούν την ένταξη των εν λόγω χρεώσεων στη δόση αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης.

Οι ακόλουθες περιπτώσεις όρων σε δανειακή σύμβαση έχουν κριθεί ως καταχρηστικές από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή:

  • Όρος ο οποίος επιτρέπει σε Τράπεζα να μεταβάλλει το Βασικό Επιτόκιο, περιθώρια, προμήθεια ή οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις ή έξοδα καθώς και τον τρόπο υπολογισμού των πιο πάνω.
  • Όρος ο οποίος αναφέρει ότι η Τράπεζα θα καθορίζει από καιρό σε καιρό το περιθώριο. Τέτοιος όρος απαγορεύεται ρητώς και από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο για όρους από το έτος 2014. Η καταχρηστικότητα όμως αυτού του όρου σύμφωνα με την απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή θα πρέπει να αφορά οποιοδήποτε τέτοιο όρο περιέχετο σε δάνειο από το έτος 1996 όπου τέθηκε σε ισχύ ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος.
  • Όρος ο οποίος επιτρέπει στην Τράπεζα να επιβάλει οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα, επιβαρύνσεις και/ή δικαιώματα που η Τράπεζα κατά την απόλυτη κρίση της τυχόν αποφασίσει κατά καιρούς και για τα οποία θα ειδοποιήσει γραπτώς τον Πελάτη.
  • Όρος ο οποίος αναφέρει ότι ο Πελάτης έχει λάβει «Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων» καθώς και τους «Γενικούς Όρους και Κανονισμούς» της Τράπεζας.

Σημειώνουμε ότι αν και οι πιο πάνω όροι έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, τελικώς κριτής είναι το Δικαστήριο.

Ως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση που ένας όρος σε μια σύμβαση κριθεί καταχρηστικός, τότε δεν δεσμεύει τον καταναλωτή αλλά η υπόλοιπη συμφωνία εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός εάν αυτή δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τον καταχρηστικό όρο.

Το παρόν άρθρο έχει συνταχθεί εκ μέρους του Κυπριακού Κέντρου Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών και είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι Φορέας εγκεκριμένος από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή και Κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σχετικά Άρθρα

Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών και Δάνεια σε Ξένο Νόμισμα
Πρόωρη Εξόφληση Δανείου ως Δικαίωμα Καταναλωτή
Δικαιώματα Καταναλωτή σε Συμβάσεις Δανείου – Καταναλωτικής Πίστης
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών και Δάνεια σε Ξένο Νόμισμα

Έχεις στεγαστικό δάνειο; Μάθε τα δικαιώματα σου εδώ.

Σε προηγούμενο άρθρο αναλύσαμε τις προσυμβατικές υποχρεώσεις τραπεζών σε σχέση με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών τα οποία προορίζονται για κατοικία. Στο παρόν άρθρο αναλύουμε κάποιες άλλες από τις υποχρεώσεις των Τραπεζών προς ένα Καταναλωτή σύμφωνα με τον Ν.41(Ι)/2017 περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμος του 2017 καθώς και υποχρεώσεις οι οποίες αφορούν δάνεια σε ξένο συνάλλαγμα.

  • Περίοδος Μελέτης της Σύμβασης Πίστωσης

Πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, η Τράπεζα παρέχει στον καταναλωτή περίοδο μελέτης 15 εργάσιμων ημερών οι οποίες υπολογίζονται από την ημέρα παροχής δεσμευτικής για τον πιστωτή προσφοράς, προκειμένου ο καταναλωτής να έχει αρκετό χρόνο να συγκρίνει τις προσφορές, να εκτιμήσει τις συνέπειές τους και να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Η εν λόγω προσφορά είναι δεσμευτική για τον πιστωτή για όσο διαρκεί η περίοδος μελέτης και ο καταναλωτής δεν δύναται να αποδεχθεί την προσφορά πριν παρέλθουν οι πρώτες 5 εργάσιμες ημέρες της περιόδου μελέτης.

  • Δικαίωμα Υπαναχώρησης μετά την Υπογραφή της Συμφωνίας

Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 5 εργάσιμων ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας αζημίως και χωρίς να αναφέρει αιτιολογία εκτός εάν εκταμιεύσει οποιοδήποτε ποσό πριν την εκπνοή της προθεσμίας.

  • Αλλαγές στο Χρεωστικό Επιτόκιο

Η Τράπεζα έχει υποχρέωση να ενημερώσει τον καταναλωτή με γραπτή ειδοποίηση ή επί άλλου σταθερού μέσου για τυχόν μεταβολή του χρεωστικού επιτοκίου πριν από την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου.

  • Καθυστερήσεις

Ο πιστωτής παρέχει εύλογη περίοδο ανεκτικότητας προτού κινήσει διαδικασίες διακανονισμού οφειλών και εκποίησης προς είσπραξη οφειλών.

  •  Δάνεια σε Ξένο Νόμισμα

Ενδιαφέρον προκαλούν οι περιπτώσεις δανείων σε ξένο νόμισμα.

Πριν τη σύναψη σύμβασης πίστωσης η οποία αφορά δάνειο σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτής ζητά από τον καταναλωτή να δώσει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του σε σχέση με τον συναλλαγματικό κίνδυνο τον οποίο ενέχει η προτεινόμενη σύμβαση πίστωσης, ώστε να μπορεί ο πιστωτής να εκτιμήσει κατά πόσο η σκοπούμενη σύμβαση πίστωσης είναι κατάλληλη για τον εν λόγω καταναλωτή και ότι ο καταναλωτής είναι σε θέση να εκτιμήσει τον κίνδυνο που ενέχει η σύμβαση και τις πιθανές επιπτώσεις.

Σε περίπτωση που ο πιστωτής κρίνει, βάσει των εν λόγω πληροφοριών, ότι η σκοπούμενη σύμβαση πίστωσης δεν είναι κατάλληλη για τον εν λόγω καταναλωτή ή/και ότι ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει τον κίνδυνο που ενέχει η σκοπούμενη σύμβαση και τις πιθανές επιπτώσεις της, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου. Η παροχή προειδοποίησης δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

Σε περίπτωση που μια σύμβαση πίστωσης αφορά δάνειο σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτής, κατά τη στιγμή που συνάπτεται η σύμβαση, θα πρέπει να εκπληρώσει μία εκ των δύο υποχρεώσεων.

Η πρώτη είναι ότι ο  καταναλωτής έχει το δικαίωμα, να μετατρέψει τη σύμβαση σε εναλλακτικό νόμισμα, νοουμένου ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οι υποχρεώσεις του καταναλωτή σύμφωνα με τη σύμβαση πίστωσης, εξασφαλίζονται δυνάμει σύμβασης εγγύησης ή άλλης εξασφάλισης (i) κάθε τέτοιος εγγυητής ή πάροχος εξασφάλισης συγκατατίθεται γραπτώς στη μετατροπή σε εναλλακτικό νόμισμα ή όπου δεν παρέχεται η συγκατάθεση του εγγυητή, τότε ότι η μετατροπή σε εναλλακτικό νόμισμα γίνεται υπό τέτοιους όρους ως δύναται να συμφωνηθούν μεταξύ του πιστωτή και του καταναλωτή. Σημειώνεται ότι σε τέτοια περίπτωση, η συναλλαγματική ισοτιμία βάσει της οποίας γίνεται η μετατροπή είναι η συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει την ημέρα της μετατροπής, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση πίστωσης.

Το εναλλακτικό νόμισμα είναι το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει κατά κύριο λόγο το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά του στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση, όπως υποδεικνύεται στην πιο πρόσφατη αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας που αφορά τη σύμβαση πίστωσης, ή  το νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο ο καταναλωτής είτε κατοικούσε τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης είτε κατοικεί την παρούσα στιγμή. Ο πιστωτής δύναται να προσδιορίζει εάν ο καταναλωτής έχει στη διάθεση του και τις δύο δυνατότητες ή μόνο τη μια από αυτές.

Η δεύτερη είναι ότι o συναλλαγματικός κίνδυνος στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο καταναλωτής, αντισταθμίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής με χρηματοπιστωτικό μέσο αντιστάθμισης του κινδύνου αυτού, εισηγμένο προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

Το παρόν άρθρο έχει συνταχθεί εκ μέρους του Κυπριακού Κέντρου Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών και είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι Φορέας εγκεκριμένος από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, Κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σχετικά Άρθρα

Πρόωρη Εξόφληση Δανείου ως Δικαίωμα Καταναλωτή
Δικαιώματα Καταναλωτή σε Συμβάσεις Δανείου – Καταναλωτικής Πίστης
Ποια η Διαδικασία και οι Προϋποθέσεις Καταχώρησης Καταναλωτικής Διαφοράς;
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πρόωρη Εξόφληση Δανείου ως Δικαίωμα Καταναλωτή

Σε συμβάσεις δανείου οι οποίες καλύπτονται από την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία ένας καταναλωτής έχει το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης δανείου.

Τι είναι το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης;

Το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης είναι το δικαίωμα κάποιου καταναλωτή να εξοφλήσει ένα δάνειο πριν από την συμφωνηθείσα προθεσμία χωρίς να επιβαρυνθεί με το επιπρόσθετο ποσό το οποίο θα κατέβαλλε σε τόκους εάν αυτός το εξοφλούσε εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας.

Παράδειγμα:

Καταναλωτής δανείζεται το ποσό των €50,000 με ετήσιο επιτόκιο 5%. Συμφωνεί με τον πιστωτικό Φορέα ότι θα καταβάλλει δόσεις εκ ποσού €530,57 μέχρι εξοφλήσεως. Αυτό σημαίνει ότι το δάνειο θα εξοφληθεί σε δέκα χρόνια από την ημέρα λήψης του δανείου. Συνολικά, το επιτόκιο το οποίο θα πληρωθεί μέχρι την εξόφληση είναι €13,668.

Πότε υφίσταται αυτό το δικαίωμα;

Υπάρχουν δύο είδη συμβάσεων πίστωσης στις οποίες επιτρέπεται το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης/αποπληρωμής. Οι εν λόγω συμβάσεις πίστωσης βασίζονται σε Ευρωπαϊκές Οδηγίες.

Συμβάσεις Καταναλωτικής Πίστης που δεν Αφορούν Ακίνητα

Το πρώτο είδος σύμβασης είναι συμβάσεις δανείου οι οποίες δεν εξασφαλίζονται με υποθήκη, ή οι οποίες αφορούν απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας, κατασκευή κτιρίου ή οι οποίες είναι για ποσό πέραν των €75,000 (εκτός εάν αυτές αφορούν μη εξασφαλισμένες συμβάσεις πίστωσης για ανακαίνιση ακινήτου) ή κάτω των €200, ή συμβάσεις ενοικιαγοράς καθώς και σε περιπτώσεις κάποιων άλλων συμβάσεων. Οι πιο πάνω συμβάσεις καλύπτονται από τον Ν. 106(Ι)/2010 περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010.

Το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης σε σχέση με το πρώτο είδος σύμβασης προβλέπει ότι σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης, ο πιστωτικός φορέας δικαιούται σε αποζημίωση η οποία δεν υπερβαίνει το 1% του τμήματος της πίστωσης που εξοφλήθηκε πρόωρα όπου το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας λήξης της σύμβασης υπερβαίνει το ένα έτος και 0.5% του τιμήματος της πίστωσης όπου το χρονικό διάστημα αυτό δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Όπου το ποσό της πρόωρης εξόφλησης είναι κάτω των €10,000 σε οποιοδήποτε διάστημα 12 μηνών τότε ο πιστωτικός Φορέας δεν δύναται να αξιώσει αποζημίωση πρόωρης εξόφλησης.

Συμβάσεις Καταναλωτικής Πίστης σε σχέση με Ακίνητα

Το δεύτερο είδος σύμβασης στο οποίο παρέχεται δικαίωμα στον καταναλωτή για πρόωρη εξόφληση είναι όπου η σύμβαση πίστωσης σχετίζεται με ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία. Αυτές οι συμβάσεις θα πρέπει να εξασφαλίζονται με υποθήκη ή άλλη παρόμοια εξασφάλιση και αφορούν ακίνητο που προορίζεται για κατοικία ή σε συμβάσεις πίστωσης σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση δικαιωμάτων σε γη ή κτίρια. Αυτές οι συμβάσεις καλύπτονται από τον Ν. 41(Ι)/2017 περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμος του 2017.

Σε αυτό το είδος συμβάσεων, ο πιστωτικός φορέας δικαιούται σε αποζημίωση για πρόωρη εξόφληση η οποία υπολογίζεται με βάση συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο χωρίς ο πιστωτικός φορέας να υποβάλλει κυρώσεις στον καταναλωτή. Επίσης ο πιστωτικός φορέας δύναται να απαιτήσει οποιαδήποτε διοικητικά έξοδα που έχουν να κάμουν με την πρόωρη εξόφληση τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα €100.

Το παρόν άρθρο έχει συνταχθεί εκ μέρους του Κυπριακού Κέντρου Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών και είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι Φορέας εγκεκριμένος από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, Κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σχετικά Άρθρα

Δικαιώματα Καταναλωτή σε Συμβάσεις Δανείου – Καταναλωτικής Πίστης
Ποια η Διαδικασία και οι Προϋποθέσεις Καταχώρησης Καταναλωτικής Διαφοράς;
Τι Θεωρείται Καταναλωτική Διαφορά και πως Καταχωρώ Παράπονο Εναντίον Επιχείρησης;
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Δικαιώματα Καταναλωτή σε Συμβάσεις Δανείου – Καταναλωτικής Πίστης

Συγκεκριμένα δικαιώματα καταναλωτή σε συμβάσεις δανείου κάτω των 75,000 Ευρώ

Όπου μια σύμβαση πίστωσης (δηλαδή δανείου) μεταξύ καταναλωτή και πιστωτικού φορέα αφορά συνολικό ποσό πίστωσης μεταξύ €200 και €75,000 αυτή καλύπτεται από τον Ν.106(Ι)/2010 περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης.

Ο πιο πάνω Νόμος περιέχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις πληροφόρησης των πιστωτικών ιδρυμάτων προς τον καταναλωτή οι οποίες θα πρέπει να περιέχονται σε διαφήμιση πριν και μετά από τη σύναψη της σύμβασης με τον καταναλωτή. Επίσης ο Νόμος περιέχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή.

Σε σχέση με διαφημίσεις, θα πρέπει για παράδειγμα ο πιστωτικός Φορέας να αναφέρει το συνολικό ποσό της πίστωσης, το χρεωστικό επιτόκιο, το ΣΕΠΕ καθώς και τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης.

Πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πιστωτικός φορέας θα πρέπει να παρέχει στον καταναλωτή τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης όπως είναι τα στοιχεία ταυτότητας του πιστωτικού φορέα, βασικά χαρακτηριστικά του πιστωτικού προϊόντος και το κόστος της πίστωσης.

Σύμφωνα με το Νόμο, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας, εκτιμά την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή βάσει επαρκών στοιχείων που λαμβάνονται κατά περίπτωση από τον καταναλωτή και έρευνας σε κατάλληλη βάση δεδομένων.

Σε περίπτωση παραπόνου από καταναλωτή προς επιχείρηση αναφορικά με σύμβαση που έχει με μια επιχείρηση, ο Καταναλωτής έχει δικαίωμα να απευθυνθεί στο Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών.

Η σύμβαση πίστωσης θα πρέπει να περιέχει συγκεκριμένες πληροφορίες και ο καταναλωτής θα πρέπει να λαμβάνει αντίγραφο της. Οι πληροφορίες που θα πρέπει να περιέχονται στη σύμβαση πίστωσης είναι μεταξύ άλλων οι ακόλουθες: ο τύπος της πίστωσης, τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, η διάρκεια της πίστωσης, το συνολικό ποσό της πίστωσης, το ΣΕΠΕ, ο αριθμός και περιοδικότητα των καταβολών, το επιτόκιο υπερημερίας, ενημέρωση σε σχέση με τα συμβολαιογραφικά τέλη, τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας.

Δύο σημαντικά δικαιώματα που παρέχονται στον καταναλωτή σε περίπτωση σύμβασης πίστωσης που καλύπτεται από τον πιο πάνω Νόμο είναι το δικαίωμα υπαναχώρησης καθώς και το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης τους δανείου.

Δικαίωμα Υπαναχώρησης

Καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πίστωσης εντός 14 ημερών από την ημέρα σύναψης της σύμβασης ή παραλαβής των όρων της σύμβασης και των πληροφοριών αυτής. Αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής μπορεί όποτε επιθυμεί εντός 14 ημερών να ακυρώσει τη σύμβαση.

Η προθεσμία θεωρείται ότι έχει τηρηθεί εάν η ειδοποίηση, εφόσον έχει υποβληθεί εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου που τίθεται στη διάθεση του πιστωτικού φορέα και στο οποίο ο τελευταίος έχει πρόσβαση, αποσταλεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας και να καταβάλει στον πιστωτικό φορέα το κεφάλαιο και τους δεδουλευμένους τόκους επί του κεφαλαίου αυτού από την ημερομηνία ανάληψης της πίστωσης μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του κεφαλαίου στον πιστωτικό φορέα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την αποστολή της κοινοποίησης της υπαναχώρησης στον πιστωτικό φορέα.

Ο πιστωτικός φορέας δεν δικαιούται άλλης αποζημίωσης από τον καταναλωτή στην περίπτωση υπαναχώρησης, εκτός της αποζημίωσης για μη επιστρεφόμενα τέλη τα οποία κατέβαλε ο πιστωτικός φορέας σε οιαδήποτε δημόσια διοικητική υπηρεσία.

Δικαίωμα Πρόωρης Εξόφλησης

Σύμφωνα με το δικαίωμα αυτό, ο πιστωτικός φορέας δικαιούται αποζημίωση μόνο για τα ενδεχόμενα έξοδα που έχουν  άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση της πίστωσης υπό την προϋπόθεση ότι η πρόωρη εξόφληση πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει καθορισθεί το χρεωστικό επιτόκιο. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1% του τιμήματος της πίστωσης που εξοφλήθηκε πρόωρα δεδομένου ότι απομένει πέραν του έτους πριν τη συμφωνηθείσα λήξη της πίστωσης. Εάν δεν υπερβαίνει το έτος η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0.5% του τιμήματος της πίστωσης που εξοφλήθηκε πρόωρα.

Το παρόν άρθρο έχει συνταχθεί εκ μέρους του Κυπριακού Κέντρου Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών και είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι Φορέας εγκεκριμένος από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, Κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σχετικά Άρθρα

Ποια η Διαδικασία και οι Προϋποθέσεις Καταχώρησης Καταναλωτικής Διαφοράς;
Τι Θεωρείται Καταναλωτική Διαφορά και πως Καταχωρώ Παράπονο Εναντίον Επιχείρησης;
Πως Γίνομαι Διαμεσολαβητής;
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Ποια η Διαδικασία και οι Προϋποθέσεις Καταχώρησης Καταναλωτικής Διαφοράς;

Το 2017 τέθηκε σε εφαρμογή ο περί Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμος του 2017 σύμφωνα με τον οποίο ένας καταναλωτής μπορεί να επιλύσει τις διαφορές του με μια επιχείρηση εντός 90 ημερών με δωρεάν ή συμβολικό κόστος. Η επίλυση της διαφοράς γίνεται μέσω Φορέα εγκεκριμένου από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή και κοινοποιημένου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.  Τέτοιος Φορέας είναι το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών (www.adr.com.cy).

Λόγω του ότι η Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι εκούσια διαδικασία, η επίλυση της διαφοράς βασίζεται στην καλή πίστη της επιχείρησης να προσέλθει με «καθαρά χέρια» με σκοπό να επιλύσει μια διαφορά με ένα καταναλωτή. Μπορείτε να δείτε ποιες είναι αυτές οι επιχειρήσεις στην ιστοσελίδα www.adr.com.cy.

Ποιες διαφορές μπορεί να εξετάσει το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών;

Το Κέντρο μας μπορεί να εξετάσει οποιεσδήποτε Καταναλωτικές διαφορές. Καταναλωτικές διαφορές είναι διαφορές οι οποίες ανακύπτουν από συμβάσεις πώλησης ή παροχής υπηρεσιών μεταξύ εμπόρου εγκατεστημένου στη Δημοκρατία και Καταναλωτή. Μπορείς να μάθεις περισσότερα για αυτές τις διαφορές σε αυτό το σύνδεσμο.

Παραδείγματα τέτοιων διαφορών είναι τα ακόλουθα:

  1. Καταναλωτής αγόρασε αυτοκίνητο από έμπορο. Το αυτοκίνητο έχει ελαττώματα. Ο καταναλωτής μπορεί να καταχωρήσει παράπονο στο Φορέα μας με σκοπό επίλυσης της διαφοράς του.
  2. Τραπεζικό ίδρυμα υπερχρέωσε τον καταναλωτή ή αρνήθηκε να του ανοίξει λογαριασμό. Ο καταναλωτής μπορεί να καταχωρήσει παράπονο στο Φορέα μας με σκοπό επίλυσης της διαφοράς του.
  3. Καταναλωτής αγόρασε μέσω διαδικτύου μια τηλεόραση. Μετάνιωσε και θέλει να ασκήσει το δικαίωμα του να την επιστρέψει και να πάρει τα χρήματα του πίσω. Η επιχείρηση αρνείται. Ο καταναλωτής δικαιούται να καταχωρήσει παράπονο.

Για να είναι δυνατή η εξέταση κάποιου παραπόνου από το Κέντρο, θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας, αυτές είναι οι ακόλουθες:

  1. Όταν ο Καταναλωτής δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον έμπορο προκειμένου να συζητήσει το παράπονο του και να επιδιώξει να επιλύσει τη διαφορά απευθείας με αυτόν.
  2. Όταν η διαφορά είναι επουσιώδης ή βασίζεται σε κακόβουλο παράπονο.
  3. Όταν η διαφορά εξετάζεται ή έχει εξεταστεί από άλλο Φορέα ή το Δικαστήριο
  4. Όταν ο Καταναλωτής δεν υπέβαλε παράπονο εντός ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία ο καταναλωτής υπέβαλε παράπονο στον έμπορο.
  5. Όταν η εξέταση θα έβλαπτε σημαντικά την αποτελεσματική λειτουργία του Φορέα.

Σε περίπτωση που ισχύει οποιοδήποτε από τα πιο πάνω στοιχεία, τότε δυνατόν να μην αποδεχθούμε να προχωρήσουμε με περαιτέρω εξέταση του παραπόνου σας.

Το παρόν άρθρο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Σχετικά Άρθρα

Τι Θεωρείται Καταναλωτική Διαφορά και πως Καταχωρώ Παράπονο Εναντίον Επιχείρησης;
Πως Γίνομαι Διαμεσολαβητής;
Βοηθώντας Ευάλωτες Ομάδες Καταναλωτών στο Πλαίσιο του Προγράμματος Καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014-2021
0

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τι Θεωρείται Καταναλωτική Διαφορά και πως Καταχωρώ Παράπονο Εναντίον Επιχείρησης;

Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου κάποιο πρόσωπο αγοράζει προϊόντα ή υπηρεσίες από κάποια επιχείρηση τα οποία καταλήγουν να είναι κατώτερα των προσδοκιών του. Σε κάποιες περιπτώσεις το πρόσωπο αυτό θα παραπονεθεί κατευθείαν στην επιχείρηση και δυνατόν να βρεθεί λύση.

Τι γίνεται όμως όπου δεν βρεθεί λύση;

Σε περίπτωση που δεν βρεθεί λύση, τότε οι επιλογές είναι τρείς. Είτε το πρόσωπο αυτό αγνοεί το πρόβλημα και δεν ασχολείται άλλο. Είτε καταχωρεί αγωγή, είτε ζητά όπως λύσει τη διαφορά του με την εναλλακτική επίλυση διαφορών – π.χ. με διαμεσολάβηση.

Σε περιπτώσεις καταναλωτικών διαφορών, υπάρχει συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο το οποίο εξασφαλίζει ότι:

  • Η επιχείρηση ενημερώνει τον καταναλωτή για το Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών στον οποίο υπάγεται.
  • Η διαφορά καταναλωτή εναντίον επιχείρησης επιλύεται γρήγορα (εντός 90 ημερών).
  • Η διαφορά επιλύεται με συμβολικό κόστος για τον καταναλωτή.

Ποια διαφορά θεωρείται Καταναλωτική Διαφορά;

Καταναλωτικές διαφορές θεωρούνται αυτές οι οποίες ανακύπτουν από συμβάσεις πώλησης ή παροχής υπηρεσιών μεταξύ εμπόρου εγκατεστημένου στη Δημοκρατία και Καταναλωτή.

Σύμβαση πώλησης είναι σύμβαση η οποία σχετίζεται με την πώληση αγαθών (π.χ. αγορά αυτοκινήτου, ηλεκτρονικού υπολογιστή κτλ.) ενώ σύμβαση παροχής υπηρεσιών είναι σύμβαση που αφορά υπηρεσία.

Σε κάθε περίπτωση σύμβασης, αυτή πρέπει να προσφέρεται από τον έμπορο προς τον καταναλωτή για χρηματικό ποσό.

Ο έμπορος, σύμφωνα με το Νόμο είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικό ή δημόσιο, το οποίο ενεργεί, ενδεχομένως μέσω άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς που εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας. Παράδειγμα εμπόρων είναι οι επιχειρήσεις λιανικής πώλησης (π.χ. οποιαδήποτε καταστήματα στα mall), τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, ελεγκτικά γραφεία, δικηγόροι και υπηρεσίες υγείας κτλ.

Ο καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα.

Είναι λοιπόν σημαντικό, ο καταναλωτής (1) να είναι φυσικό πρόσωπο και (2) να μην ενεργεί για σκοπούς του επαγγέλματος του.

Για παράδειγμα, εάν ένα φυσικό πρόσωπο αγοράσει κάτι μέσω της εταιρείας του για σκοπούς ΦΠΑ, τότε η σύμβαση δεν θεωρείται καταναλωτική. Ο λόγος είναι ότι η αγορά έγινε από την εταιρεία, η οποία για σκοπούς του Νόμου θεωρείται νομικό πρόσωπο.

 Διαδικασίας Καταχώρησης Παραπόνου

Η διαδικασία καταχώρησης παραπόνου είναι απλή.

Ο καταναλωτής προσπαθεί πρώτα να επιλύσει τη διαφορά του με την επιχείρηση. Εάν αυτό δεν καταστεί κατορθωτό τότε, επισκέπτεται την ιστοσελίδα του Cyprus Consumer Center for ADR (www.adr.com.cy) και καταχωρεί παράπονο μέσω του σχετικού συνδέσμου και καταβάλει το ποσό των 20 Ευρώ.

Όταν το παράπονο του εξεταστεί τότε το Cyprus Consumer Center for ADR επικοινωνεί με τον έμπορο και του ζητά να παραστεί στη διαδικασία. Εάν ο έμπορος αποδεχθεί τότε ενημερώνουμε τον καταναλωτή και προχωρούμε στην επίλυση της διαφοράς. Εάν αρνηθεί τότε η διαδικασία σταματά.

Κατά την άποψη μας, οι επιχειρήσεις που έχουν πραγματική επιθυμία να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους, χρησιμοποιούν Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών. Μπορείς να μάθεις περισσότερα για μερικές από αυτές τις επιχειρήσεις στο www.adr.com.cy.

Το παρόν άρθρο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Καταναλωτικές διαφορές θεωρούνται αυτές οι οποίες ανακύπτουν από συμβάσεις πώλησης ή παροχής υπηρεσιών μεταξύ εμπόρου εγκατεστημένου στη Δημοκρατία και Καταναλωτή.

Σχετικά Άρθρα

Πως Γίνομαι Διαμεσολαβητής;
Βοηθώντας Ευάλωτες Ομάδες Καταναλωτών στο Πλαίσιο του Προγράμματος Καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014-2021
Δικαιώματα των καταναλωτών σε σχέση με ταξίδια και διακοπές.
0