ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  – EU FUNDED

Χρονομεριστικές Μισθώσεις και Μακροπρόθεσμα Προϊόντα Διακοπών (Οδηγία 2008/122/ΕΚ)

1. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Η Οδηγία 2008/122/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιανουαρίου 2009 για την προστασία των καταναλωτών ως προς ορισμένες πτυχές των συμβάσεων χρονομεριστικής μίσθωσης, μακροπρόθεσμων προϊόντων διακοπών, μεταπώλησης και ανταλλαγήςΗ Οδηγία») σκοπεύει να συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών μέσω της προσέγγισης των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των KM ως προς ορισμένες πτυχές της εμπορίας, της πώλησης και της μεταπώλησης χρονομεριδίων και μακροπρόθεσμων προϊόντων διακοπών, καθώς και των συμβάσεων ανταλλαγής.

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗΣ: Mε βάση τις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 11 η Οδηγία είναι πλήρους εναρμόνισης εκτός όπου αναφέρεται διαφορετικά σε συγκεκριμένες διατάξεις (όπως για παράδειγμα τα αποτελέσματα του δικαιώματος υπαναχώρησης σε σχέσεις εκτός του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας).

ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 12, οι καταναλωτές δεν δύνανται να αποποιούνται τα δικαιώματα που τους παραχωρούνται με βάση την Οδηγία. Επίσης, σε περίπτωση που η εφαρμοστέα νομοθεσία είναι η νομοθεσία 3ης χώρας, οι καταναλωτές υφίστανται την προστασία του ΚΜ του δικάζοντος Δικαστή δεδομένου ότι τα ακίνητα τα οποία αφορά η υπόθεση βρίσκονται στην επικράτεια ΚΜ⸱ ή δεδομένου ότι ο έμπορος ασκεί τις ιδιότητες του σε ΚΜ ή κατευθύνει αυτές σε ΚΜ και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ: Η Οδηγία εφαρμόζεται στις συναλλαγές μεταξύ εμπόρων και καταναλωτών οι οποίες αφορούν την εμπορία, πώληση και μεταπώληση (α) χρονομεριδίων, (β) μακροπρόθεσμων προϊόντων διακοπών καθώς και (γ) συμβάσεων ανταλλαγής.

ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΙΔΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ: Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο της Οδηγίας, τα τρία είδη συναλλαγών που καλύπτονται, ήτοι η σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης (ή χρονομερίδιο),  μακροπρόθεσμα προϊόντα διακοπών καθώς και οι συμβάσεις ανταλλαγής, ερμηνεύονται ως ακολούθως:

(α) Σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης είναι «η σύμβαση διάρκειας μεγαλύτερης του έτους με την οποία ο καταναλωτής αποκτά, έναντι τιμήματος, δικαίωμα χρήσης ενός ή περισσότερων καταλυμάτων προς διανυκτέρευση για περισσότερες από μία περιόδους χρήσης». Συμβάσεις για πολλαπλή κράτηση διαμονής (π.χ. δωματίων σε ξενοδοχεία) χωρίς αυτές να συνεπάγονται δικαιώματα και υποχρεώσεις πέραν όσων προκύπτουν από χωριστές κρατήσεις δεν δύνανται να θεωρούνται χρονομεριστική μίσθωση.

(β) Μακροπρόθεσμο προϊόν διακοπών είναι «η σύμβαση διάρκειας μεγαλύτερης του έτους με την οποία ο καταναλωτής αποκτά, έναντι τιμήματος, κυρίως το δικαίωμα επιλογής εκπτώσεων ή άλλων πλεονεκτημάτων σε σχέση με το κατάλυμα, μεμονωμένων ή μαζί με ταξίδι ή άλλες υπηρεσίες» . Μακροπρόθεσμο προϊόν διακοπών δεν θεωρείται ένα απλό σύστημα επιβράβευσης πιστών πελατών όπου παρέχεται έκπτωση για μελλοντικές διαμονές σε ξενοδοχεία μιας αλυσίδας ξενοδοχείων αφού ένα τέτοιο σύστημα δεν αποκτάται έναντι αντιτίμου ούτε το τυχόν αντίτιμο που καταβάλλεται από τον καταναλωτή έχει ως πρωταρχικό σκοπό την απόκτηση εκπτώσεων ή άλλων πλεονεκτημάτων που αφορούν τη διαμονή.

(γ) Σύμβαση ανταλλαγής είναι «η σύμβαση με την οποία ο καταναλωτής έναντι τιμήματος, μπορεί να εγγραφεί σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής που του επιτρέπει πρόσβαση σε κατάλυμα προς διανυκτέρευση ή άλλες υπηρεσίες ως αντάλλαγμα της χορήγησης σε άλλους, προσωρινής πρόσβασης στα πλεονεκτήματα των δικαιωμάτων που προκύπτουν από χρονομεριστική του μίσθωση»

Για τον υπολογισμό της διάρκειας των συμβάσεων χρονομεριστικής μίσθωσης και των συμβάσεων μακροπρόθεσμων προϊόντων διακοπών, λαμβάνεται υπόψη κάθε διάταξη της σύμβασης που επιτρέπει σιωπηρή ανανέωση ή παράταση.

Ως προαναφέρθηκε, η Οδηγία καλύπτει επίσης και περιπτώσεις μεταπώλησης των ως άνω συμβάσεων. Ονομαζόμενες ως «συμβάσεις μεταπώλησης», οι εν λόγω συμβάσεις είναι αυτές όπου «ένας έμπορος, έναντι τιμήματος, βοηθά καταναλωτή να πωλήσει ή να αγοράσει χρονομερίδιο ή μακροπρόθεσμο προϊόν διακοπών».

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΣ: Καταναλωτής ορίζεται ως το φυσικό πρόσωπο που επιδιώκει στόχους μη εντασσόμενους στο πλαίσιο της εμπορικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας. Από την άλλη, ο έμπορος είναι «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπόρου.»

Η Οδηγία δεν επηρεάζει την εθνική νομοθεσία η οποία:

«α)       ορίζει τρόπους προσφυγής του γενικού δικαίου των συμβάσεων·

β)         αφορά την καταχώριση ακίνητης ή κινητής ιδιοκτησίας και τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας·

γ)         αφορά προϋποθέσεις εγκατάστασης ή καθεστώτα έγκρισης ή απαιτήσεις χορήγησης αδειών· και

δ)         αφορά τον καθορισμό της νομικής φύσης των δικαιωμάτων που αποτελούν αντικείμενο των συμβάσεων τις οποίες καλύπτει η παρούσα οδηγία.»

2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

2.1.   ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ/ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΝΤΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

2.1.1.                ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 3 σε κάθε διαφήμιση θα πρέπει να αναφέρεται η δυνατότητα απόκτησης των πιο κάτω πληροφοριών οι οποίες παρέχονται στα Παραρτήματα Ι μέχρι ΙV καθώς και η πηγή απόκτησης τους:

«α)       στην περίπτωση σύμβασης χρονομεριστικής μίσθωσης: μέσω του τυποποιημένου ενημερωτικού εντύπου που περιέχεται στο παράρτημα Ι, καθώς και πληροφορίες όπως αναφέρεται στο μέρος 3 του εντύπου·

β)         στην περίπτωση σύμβασης μακροπρόθεσμου προϊόντος διακοπών: μέσω του τυποποιημένου ενημερωτικού εντύπου που περιέχεται στο παράρτημα ΙΙ, καθώς και πληροφορίες όπως αναφέρεται στο μέρος 3 του εντύπου·

γ)         στην περίπτωση σύμβασης μεταπώλησης: μέσω του τυποποιημένου ενημερωτικού εντύπου που περιέχεται στο παράρτημα ΙΙΙ, καθώς και πληροφορίες όπως αναφέρεται στο μέρος 3 του εντύπου·

δ)         στην περίπτωση σύμβασης ανταλλαγής: μέσω του τυποποιημένου ενημερωτικού εντύπου που περιέχεται στο παράρτημα ΙV, καθώς και πληροφορίες όπως αναφέρεται στο μέρος 3 του εντύπου.»

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ  Ή ΠΩΛΗΣΗΣ: Στις περιπτώσεις όπου κατά τη  διάρκεια εκδήλωσης προώθησης ή πώλησης προϊόντων ο έμπορος προτείνει συμβάσεις χρονομεριστικής μίσθωσης, μακροπρόθεσμων προϊόντων διακοπών, μεταπώλησης ή ανταλλαγής τότε, ο έμπορος υποχρεούται να αναφέρει σαφώς στην πρόσκληση τον εμπορικό σκοπό και τη φύση της εκδήλωσης. Επίσης, οι πιο πάνω πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον καταναλωτή ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.

Με βάση το άρθρο 3(4) της Οδηγίας, οι χρονομεριστικές μισθώσεις και τα μακροπρόθεσμα προϊόντα διακοπών δεν επιτρέπεται να διαφημίζονται ή να πωλούνται ως επένδυση.

2.1.2.                ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Το άρθρο 4 της Οδηγίας αναφέρει ότι ο έμπορος υποχρεούται να παρέχει στον καταναλωτή, πριν να δεσμευθεί ο καταναλωτής με οποιαδήποτε σύμβαση,  τις πληροφορίες (Παράρτημα Ι – ΙV) που αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη ενότητα κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται δωρεάν σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο ευχερώς προσβάσιμο για τον καταναλωτή. Επίσης, συντάσσονται σε γλώσσα του ΚΜ το οποίο κατοικεί ο καταναλωτής ή του ΚΜ στο οποίο είναι πολίτης κατά την προτίμηση του καταναλωτή.

ΣΤΑΘΕΡΟ ΜΕΣΟ: Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις της Οδηγίας, σταθερό μέσο «είναι κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή ή τον έμπορο να αποθηκεύει πληροφορίες απευθυνόμενες προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική αναδρομή επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών»

Επίσης με βάση το άρθρο 5(4) πριν από τη σύναψη της σύμβασης ο έμπορος ενημερώνει τον καταναλωτή σχετικά με την ύπαρξη του δικαιώματος υπαναχώρησης, το διάστημα της περιόδου υπαναχώρησης του άρθρου 6, καθώς και την απαγόρευση προκαταβολών κατά τη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχώρησης του άρθρου 9.

2.2.   ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝYΦΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Με βάση το άρθρο 5(1), η σύμβαση θα πρέπει να καταρτίζεται γραπτώς σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο και να συντάσσεται στη γλώσσα (ή σε μία από τις γλώσσες) του KM στο οποίο κατοικεί ο καταναλωτής ή του ΚΜ του οποίου είναι πολίτης, κατά την προτίμηση του καταναλωτή, με την προϋπόθεση ότι είναι επίσημη γλώσσα (ή γλώσσες) της Κοινότητας.

Τα ΚΜ όπου κατοικεί ο καταναλωτής, έχουν την δυνατότητα με βάση το ίδιο άρθρο να απαιτήσουν επιπρόσθετα όπως:

«α)       σε όλες τις περιπτώσεις, η σύμβαση να παρέχεται στον καταναλωτή στη γλώσσα του ή μια από τις γλώσσες του εν λόγω κράτους μέλους, εφόσον αυτή είναι επίσημη γλώσσα της Κοινότητας·

β)         σε περίπτωση σύμβασης χρονομεριστικής μίσθωσης σχετικά με ένα συγκεκριμένο ακίνητο, ο έμπορος να παρέχει στον καταναλωτή επικυρωμένη μετάφραση της σύμβασης στη γλώσσα ή μια από τις γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο κείται το ακίνητο, εφόσον αυτή είναι επίσημη γλώσσα της Κοινότητας.»

Τα ΚΜ όπου ο έμπορος ασκεί δραστηριότητες πώλησης, μπορούν επίσης όπως απαιτήσουν η σύμβαση να παρέχεται  στον καταναλωτή στη γλώσσα ή σε μια από τις γλώσσες του εν λόγω κράτους μέλους, εφόσον αυτή είναι επίσημη γλώσσα της Κοινότητας.

ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ: Οι πληροφορίες των Παραρτημάτων Ι μέχρι ΙV αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης και θα πρέπει να επιτίθενται στη σύμβαση. Επίσης οι εν λόγω πληροφορίες δεν μεταβάλλονται εκτός εάν μεσολαβήσει ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών ή οι αλλαγές επέρχονται για έκτακτους και απρόβλεπτους λόγους ανεξάρτητους από τη βούληση του εμπόρου, οι επιπτώσεις των οποίων δεν ήταν δυνατό να αποφευχθούν ακόμη και εάν είχε ληφθεί η δέουσα μέριμνα. Οι  εν λόγω αλλαγές κοινοποιούνται στον καταναλωτή σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο στο οποίο ο καταναλωτής έχει ευχερή πρόσβαση πριν από τη σύναψη της σύμβασης και η σύμβαση αναφέρει τις μεταβολές.

Εκτός από τις πληροφορίες των Παραρτημάτων Ι μέχρι ΙV θα πρέπει επίσης η σύμβαση να περιέχει την ταυτότητα, τον τόπο κατοικίας, υπογραφές των μερών και την ημερομηνία και τόπο σύναψης της σύμβασης.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ: Αναφορικά με την ενημέρωση υπαναχώρησης αυτή υπογράφεται χωριστά από τον καταναλωτή. Η σύμβαση επίσης περιλαμβάνει χωριστό τυποποιημένο έντυπο υπαναχώρησης, όπως καθορίζεται στο Παράρτημα V, ώστε να διευκολύνεται η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 6.

ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ: Τέλος, ο καταναλωτής λαμβάνει αντίγραφο ή αντίγραφα της σύμβασης τη στιγμή της σύναψης της.

2.3.   ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Το άρθρο 6 προβλέπει για το δικαίωμα υπαναχώρησης. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι δίνεται στον καταναλωτή προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης, μακροπρόθεσμου προϊόντος διακοπών, μεταπώλησης ή ανταλλαγής, χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο. Η εν λόγω προθεσμία υπολογίζεται από την ημέρα σύναψης της σύμβασης ή δεσμευτικού προσυμφώνου ή από την ημέρα  κατά την οποία ο καταναλωτής παραλαμβάνει τη σύμβαση ή τυχόν δεσμευτικό προσύμφωνο εάν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας υπογραφής.

ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ: Σε περίπτωση που δεν παραχωρηθεί στον καταναλωτή χωριστό έντυπο υπαναχώρησης συμπληρωμένο από τον έμπορο εγγράφως σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο, τότε η περίοδος υπαναχώρησης εκπνέει μετά από ένα έτος και 14 ημερολογιακές ημέρες από την υπογραφή ή παραλαβή της σύμβασης/προσυμφώνου ανάλογα με την περίπτωση.

Σε περίπτωση που παρασχεθεί το τυποποιημένο έντυπο υπαναχώρησης αλλά δεν παρασχεθούν οι πληροφορίες των Παραρτημάτων Ι μέχρι ΙV εγγράφως σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, τότε η περίοδος εκπνέει μετά από 3ης μήνες και 14 ημερολογιακές ημέρες από την υπογραφή ή παραλαβή της σύμβασης/προσυμφώνου ανάλογα με την περίπτωση.

Επιπλέον, το ίδιο άρθρο αναφέρει ότι τα ΚΜ προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 15, ιδίως σε περίπτωση που, κατά τη λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης, ο έμπορος δεν έχει συμμορφωθεί προς τις προδιαγραφές ενημέρωσης που θεσπίζει η Οδηγία.

Στις περιπτώσεις όπου ο έμπορος διορθώνει την παράβαση του παρέχοντας τις πληροφορίες στον καταναλωτή (είτε των Παραρτημάτων Ι μέχρι ΙV είτε του τυποποιημένου εντύπου υπαναχώρησης) τότε η περίοδος υπαναχώρησης των 14 ημερών αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής λαμβάνει το έντυπο ή τις πληροφορίες.

Σε σχέση με συμβάσεις ανταλλαγής που προσφέρονται από κοινού και ταυτόχρονα με τη σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης στον καταναλωτή, τότε η προθεσμία υπαναχώρησης υπολογίζεται ως πιο πάνω και όπως ισχύει για τη σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης.

ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ: Με βάση το άρθρο 7, όταν ο καταναλωτής αποστείλει εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης την απόφαση του να υπαναχωρήσει είτε με το τυποποιημένο έντυπο είτε σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, τότε θεωρείται ότι έγκυρα υπαναχώρησε από τη σύμβαση.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 8, με την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις παύουν να ισχύουν. Ο καταναλωτής δεν βαρύνεται με κανένα έξοδο αλλά ούτε ευθύνεται για ποσά που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί πριν την υπαναχώρηση.

ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ: Το άρθρο 9(1) ρητά απαγορεύει στους εμπόρους σε συμβάσεις χρονομεριστικής μίσθωσης, μακροπρόθεσμων προϊόντων διακοπών και ανταλλαγής να χρεώνουν προκαταβολή, κατάθεση εγγύησης, κράτηση ποσού από λογαριασμό, ρητή αναγνώριση χρέους ή οποιοδήποτε άλλο τίμημα στον καταναλωτή προς τον έμπορο ή τρίτο πριν τη λήξη της περιόδου υπαναχώρησης.

ΛΥΣΗ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ:  Με βάση το άρθρο 11, στις περιπτώσεις που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από μια σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης ή μακροπρόθεσμου προϊόντος διακοπών, κάθε σύμβαση ανταλλαγής που εξαρτάται από αυτά ή κάθε άλλη δευτερεύουσα σύμβαση λύεται αυτομάτως χωρίς έξοδα για τον καταναλωτή.

«Δευτερεύουσα σύμβαση» ορίζεται στην Οδηγία ως «σύμβαση διά της οποίας ο καταναλωτής αποκτά υπηρεσίες οι οποίες είναι συναφείς προς σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης ή μακροπρόθεσμο προϊόν διακοπών και οι οποίες παρέχονται από τον έμπορο ή τρίτο βάσει διακανονισμού μεταξύ του τρίτου και του εμπόρου» .

Επίσης, στις περιπτώσεις που το τίμημα καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από πίστωση που έχει χορηγήσει στον αγοραστή ο έμπορος ή τρίτος βάσει διακανονισμού μεταξύ του τρίτου και του εμπόρου, η σύμβαση πίστωσης λύεται χωρίς έξοδα για τον καταναλωτή, σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησής του από τη σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης, μακροπρόθεσμου προϊόντος διακοπών, μεταπώλησης ή ανταλλαγής.

Βέβαια για την λύση δευτερευουσών συμβάσεων τα ΚΜ υποχρεούνται να θέσουν πιο αναλυτικούς κανόνες.

2.4.   ΑΛΛΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ/ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑΠΩΛΗΣΗΣ: Σε σχέση με συμβάσεις μεταπώλησης, το άρθρο 9(2) αναφέρει ότι τα ΚΜ μεριμνούν ώστε να απαγορεύεται κάθε προκαταβολή, παροχή εγγυήσεων, κράτηση ποσού σε λογαριασμούς, ρητή αναγνώριση χρέους ή οποιοδήποτε άλλο τίμημα που καταβάλλεται από τον καταναλωτή στον έμπορο ή άλλον τρίτο στο πλαίσιο μεταπώλησης πριν πραγματοποιηθεί η πώληση ή πριν λυθεί με άλλον τρόπο η σύμβαση μεταπώλησης.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ: Το άρθρο 10 αναφέρει ότι στις περιπτώσεις μακροπρόθεσμων προϊόντων διακοπών, η πληρωμή πραγματοποιείται σύμφωνα με κλιμακωτό πρόγραμμα πληρωμής.

Απαγορεύεται η οποιαδήποτε καταβολή του τιμήματος που αναφέρεται στη σύμβαση εκτός από εκείνη που προβλέπεται στο κλιμακωτό πρόγραμμα πληρωμής. Οι πληρωμές, συμπεριλαμβανομένων των συνδρομών των μελών, κατανέμονται σε ετήσιες δόσεις ίσης αξίας. Επίσης, ο έμπορος θα πρέπει να αποστείλει γραπτή αίτηση πληρωμής, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, τουλάχιστον 14ης ημερολογιακές ημέρες πριν από κάθε προβλεπόμενη ημερομηνία πληρωμής.

Τέλος, με βάση το άρθρο 10(2) δεδομένου ότι καταβλήθηκε η πληρωμή της 2ης δόσης, ο καταναλωτής σε οποιοδήποτε χρόνο εντεύθεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, χωρίς να υφίσταται κυρώσεις, ενημερώνοντας τον έμπορο εντός 14ων ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της αίτησης πληρωμής. Το δικαίωμα αυτό δεν θίγει τα δικαιώματα της καταγγελίας συμβάσεων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας – δηλαδή τα δικαιώματα του καταναλωτή για οποιαδήποτε άλλη παράβαση δεν θίγονται.

3. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΜ

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ: Το άρθρο 13 αναφέρει ότι τα ΚΜ έχουν υποχρέωση να διατηρούν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για την τήρηση των διατάξεων της Οδηγίας από τους εμπόρους . Τα μέσα περιλαμβάνουν δικαίωμα σε διάφορους φορείς να προσφεύγουν στις δικαστικές αρχές ή αρμόδιους διοικητικούς φορείς για να εξασφαλίζουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων. Οι εν λόγω φορείς αποτελούνται από δημόσιους οργανισμούς και αρχές ή εκπροσώπους τους, οργανώσεις καταναλωτών με έννομο συμφέρον στην προστασία των καταναλωτών καθώς και επαγγελματικές οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον να ενεργήσουν.

Τα ΚΜ επίσης, οφείλουν να ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με τη μεταφορά της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και να ενθαρρύνουν τους εμπόρους ή ιδιοκτήτες κώδικα να ενημερώνουν τους καταναλωτές για τους κώδικες συμπεριφοράς τους.  Ιδιοκτήτης κώδικα είναι «κάθε οντότητα, περιλαμβανομένων ενός εμπόρου ή ομάδας εμπόρων, υπεύθυνη για τη διατύπωση και την αναθεώρηση ενός κώδικα συμπεριφοράς ή/και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τον κώδικα όσων αναλαμβάνουν να δεσμεύονται από αυτόν.» Κώδικας συμπεριφοράς είναι «κάθε συμφωνία ή σύνολο κανόνων που δεν επιβάλλονται από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη κράτους μέλους και που ορίζει τη συμπεριφορά των εμπόρων, οι οποίοι αναλαμβάνουν να δεσμεύονται από τον κώδικα όσον αφορά μια ή περισσότερες συγκεκριμένες εμπορικές πρακτικές ή επιχειρηματικούς τομείς·».

Επίσης, ενθαρρύνουν τη θέσπιση ή την ανάπτυξη κατάλληλων και ουσιαστικών διαδικασιών υποβολής καταγγελιών και προσφυγής για την εξώδικη επίλυση διαφορών με καταναλωτές στο πλαίσιο της Οδηγίας και, κατά περίπτωση, ενθαρρύνουν τους εμπόρους και τις επαγγελματικές τους οργανώσεις να ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων διαδικασιών.

ΚΥΡΩΣΕΙΣ: Το άρθρο 15 αναφέρει ότι τα ΚΜ προβλέπουν για κυρώσεις όπου ο έμπορος δεν συμμορφώνεται με τις εθνικές διατάξεις. Οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ: Με την θέσπιση της Οδηγίας, η Οδηγία 94/47/ΕΚ έχει καταργηθεί.

Σχετικά Άρθρα

Δυνατότητα του Δικαστηρίου επέκτασης του χρόνου παραπομπής ενός ζητήματος σε διαιτησία
Οι Κανόνες Συμφιλίωσης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Οι Κανόνες Διαμεσολάβησης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Ευριπίδης Χατζηνέστορος Δικηγόρος
Ο Ευριπίδης Χατζηνέστορος είναι δικηγόρος και διαμεσολαβητής. Είναι ο ιδρυτής του Cyprus Consumer Center for ADR. Επίσης διδάσκει εμπορικό δίκαιο στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και διαμεσολάβηση στο Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών. Μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου νομικής, LLB στο Πανεπιστήμιο Queen Mary University του Λονδίνου το 2009, ολοκλήρωσε στη συνέχεια το μεταπτυχιακό του δίπλωμα στο εταιρικό δίκαιο LLM, στο University College London. Αποφοίτησε με Distinction. Ακολούθως ολοκλήρωσε με επιτυχία το επαγγελματικό δίπλωμα Advanced Diploma of International Taxation του Chartered Institute of Taxation και στη συνέχεια έγινε διαπιστευμένος διαμεσολαβητής. Ο Ευριπίδης έχει συγγράψει το βιβλίο «Δίκαιο Πώλησης Αγαθών και Προστασία Καταναλωτή στην Κύπρο» το οποίο εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορους τομείς δικαίου τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία και έχει γίνει αναφορά στα συγγράμματα του από νομικές εκδόσεις στην Αγγλία όπως το Lee Roach, Card & James Business Law (2016, Oxford University Press), Stefan H.C. Lo, In Search of Corporate Accountability: Liabilities of Corporate Participants, (2015, Cambridge Scholars Publishing) και Thomas B. Courtney and Daibhi O’ Leary, The Law of Companies (2016, Bloomsbury Publishing).