ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τι θα Πρέπει Να Προσέξει Ένας Δανειολήπτης Όταν Προβαίνει Σε Δανειακή Σύμβαση 

Είναι διάφοροι οι παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τα δικαιώματα του δανειολήπτη σε σχέση με μια υφιστάμενη δανειακή σύμβαση. Στο παρόν άρθρο επιλέξαμε τους πέντε σημαντικότερους με σκοπό την υποβοήθηση του δανειολήπτη.

Καταναλωτικό Δίκαιο: Δανειολήπτης ως Καταναλωτής

Το πρώτο που θα πρέπει να ελεγχθεί είναι κατά πόσο ο δανειολήπτης ενεργούσε ως καταναλωτής κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας δανείου. Ως γενικός κανόνας, δάνεια τα οποία παραχωρήθηκαν σε φυσικά πρόσωπα τα οποία ενεργούν εκτός της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς τους είναι καταναλωτικά, ενώ δάνεια τα οποία παραχωρήθηκαν σε εταιρείες οι οποίες ενεργούν εντός της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς τους δεν θεωρούνται καταναλωτικά. Όπου το δάνειο χορηγείται σε καταναλωτή και πληρούνται ορισμένες άλλες προϋποθέσεις, τότε ο πιστωτής οφείλει να παρέχει σωρεία πληροφοριών στον καταναλωτή οι οποίες εάν δεν παρασχεθούν δυνατόν το δάνειο του καταναλωτή να κριθεί από το Δικαστήριο ως  άτοκο.

Χρόνος Σύναψης της Δανειακής Σύμβασης

Το δεύτερο θέμα το οποίο θα πρέπει να ελεγχθεί είναι ο χρόνος σύναψης της συμφωνίας πίστωσης. Ο χρόνος της σύναψης είναι σημαντικός καθότι σχετίζεται με τα δικαιώματα του οφειλέτη έναντι του πιστωτή. Για παράδειγμα, πριν τον Ιανουάριου του 2001 όπου και τέθηκε σε ισχύει ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, οι τράπεζες δεν εδικαιούνταν να ανακτήσουν σε τόκους ποσό το οποίο υπερέβαινε το αρχικό χρέος. Η εν λόγω πρόνοια κατά την άποψη μας μπορεί να εφαρμοστεί και για δάνεια τα οποία έχουν συναφθεί πριν από τον Ιανουάριο του 2001 και εξακολουθούν να υφίστανται σήμερα. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη πρόνοια εφαρμόζεται τόσο σε καταναλωτικές συμβάσεις όσο και σε άλλες συμβάσεις.

Σκοπός της Δανειακής Σύμβασης

Το τρίτο θέμα το οποίο θα πρέπει να ελεγχθεί είναι ο σκοπός της σύμβασης καθώς και το ποσό το οποίο αυτή αφορά. Το συγκεκριμένο θέμα είναι συνυφασμένο και με το χρόνο σύναψης της συμφωνίας πίστωσης καθότι, μερικοί από τους Νόμους που θα αναφέρουμε στη συνέχεια εφαρμόζονται από συγκεκριμένη ημερομηνία και μετά.

Παράδειγμα αποτελούν οι συμβάσεις στεγαστικών δανείων για ποσό πίστωσης μικρότερο των €200,000 ή συμφωνία ενοικιαγοράς για ποσό πίστωσης μικρότερο των €35,000. Σε τέτοιες περιπτώσεις, και όπου η σύμβαση συνάφθηκε μεταξύ της 01/06/2002 και της 09/05/2017, τότε η σύμβαση πίστωσης καλύπτεται από τον περί της Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμο του 2001. Με βάση τον συγκεκριμένο Νόμο, πιστωτής ο οποίος παρέχει δάνειο σε καταναλωτή, το οποίο εμπίπτει στις πιο πάνω κατηγορίες, οφείλει συγκεκριμένα καθήκοντα ενημέρωσης στον καταναλωτή καθώς και συγκεκριμένες επιπρόσθετες απαιτήσεις. Μια από αυτές, αφορά τις περιπτώσεις ενοικιαγοράς, όπου ο πιστωτής αξιώνει αποπληρωμή του δανείου λόγω παράβασης της σύμβασης από τον καταναλωτή. Σε τέτοια περίπτωση ο πιστωτής υποχρεούται να αποστείλει ειδοποίηση τουλάχιστον 21 ημερών σύμφωνα με την οποία απαιτεί από τον καταναλωτή να επανορθώσει την παράβαση του.

Εάν η σύμβαση πίστωσης χορηγήθηκε μετά την 09/05/2017, αφορά ακίνητο το οποίο προορίζεται για κατοικία και το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη ή άλλη παρόμοια εξασφάλιση, ή όπου η σύμβαση πίστωσης αφορά απόκτηση  ή δικαιώματα σε γη, υφιστάμενα ή υπό κατασκευή κτήρια κτλ, και όπου το δάνειο χορηγείται σε καταναλωτή τότε εφαρμόζεται ο περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμος του 2017. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο πιστωτής οφείλει να παρέχει συγκεκριμένες τυποποιημένες πληροφορίες στον καταναλωτή, όπως για παράδειγμα το Συνολικό Ετήσιο Ποσοστό Επιβάρυνσης (γνωστό και ως «ΣΕΠΕ»). Επίσης, υποχρεούται να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή καθώς και να διασφαλίσει ότι οι εκτιμητές που διενεργούν τις εκτιμήσεις είναι επαγγελματικά καταρτισμένοι και ανεξάρτητοι. Επιπρόσθετες απαιτήσεις θα πρέπει να πληρούνται σε σχέση με δάνεια τα οποία χορηγούνται σε ξένο νόμισμα, όπως για παράδειγμα να παρέχεται το δικαίωμα στον καταναλωτή να μετατρέψει τη σύμβαση σε εναλλακτικό νόμισμα, ή να αντισταθμίζει τον κίνδυνο στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο καταναλωτής με μέσο αντιστάθμισης του κινδύνου.

Όσο αφορά άλλες συμβάσεις πίστωσης συναπτόμενες μεταξύ πιστωτή και καταναλωτή για ποσά μεταξύ €200 και €75,000 και οι οποίες συνάφθηκαν από την 19/11/2010 και εντεύθεν, (εκτός όπου η σύμβαση αφορά ανακαίνιση ακινήτου) τότε, εφαρμόζεται ο περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010. Ο εν λόγω Νόμος περιέχει συγκεκριμένες πληροφορίες οι οποίες θα πρέπει να δοθούν πριν από τη σύναψη της σύμβασης καθώς και πληροφορίες οι οποίες θα πρέπει να περιέχονται στην ίδια τη σύμβαση. Σημαντικό είναι το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση το οποίο παρέχεται στον καταναλωτή. Με βάση αυτό το δικαίωμα, ο καταναλωτής δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πίστωσης εντός προθεσμίας 14 ημερών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης ή της παραλαβής των όρων της από τον πιστωτή. Επίσης, δίδεται το δικαίωμα στον καταναλωτή να εξοφλήσει πρόωρα και χωρίς σημαντικό κόστος, το σύνολο ή μέρος των υποχρεώσεων του, που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης.

Όροι της Σύμβασης

Το τέταρτο θέμα είναι οι όροι της σύμβασης πίστωσης. Οι όροι δυνατόν να αφορούν το επιτόκιο καθώς και άλλα συναφή θέματα όπως για παράδειγμα το δικαίωμα πιστωτή να προβαίνει σε επιπρόσθετες χρεώσεις επί του δανείου. Από την 09/11/2014

  • Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο.
  • Οποιοσδήποτε όρος σε σύμβαση πίστωσης, ο οποίος επιτρέπει στον πιστωτή να αυξήσει μονομερώς το περιθώριο είναι άκυρος.
  • Το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει το 2%.

Ένα άλλο σημαντικό αλλά ξεχωριστό ζήτημα που σχετίζεται με τους όρους της σύμβασης δανείου, είναι εάν οι όροι είναι τυποποιημένοι ή εάν δημιουργούν σημαντική ανισορροπία εις βάρος του καταναλωτή. Όπου ο δανειολήπτης ενεργεί ως καταναλωτής κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, οι όροι ελέγχονται ως προς την καταχρηστικότητα τους. Για παράδειγμα, εάν ο υπολογισμός γίνεται στη βάση έτους το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες αυτό θεωρείται καταχρηστικό. Επίσης, σύμφωνα με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, ο ανατοκισμός από πιστωτή επιτρέπεται μόνο δύο φορές το χρόνο.

Αυτό το άρθρο παρέχεται μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν αποτελεί νομική συμβουλή.

Σχετικά Άρθρα

Συμβάσεις για τις Πωλήσεις Αγαθών με Καταναλωτές (Οδηγία (ΕΕ) 2019/771)
Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις
Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών και Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών