ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Συμβάσεις για τις Πωλήσεις Αγαθών με Καταναλωτές (Οδηγία (ΕΕ) 2019/771)

Η Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών καλύπτει τους κανόνες που ισχύουν για τις πωλήσεις κινητών αντικειμένων[1], είτε αυτά είναι εξακριβωμένα είτε πρόκειται να κατασκευαστούν στο μέλλον.[2] Η συγκεκριμένη Οδηγία είναι μέγιστης εναρμόνισης[3] και καλύπτει καινούργια και μεταχειρισμένα αγαθά καθώς και κινητά αντικείμενα τα οποία ενσωματώνουν ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία. Τα τελευταία, για σκοπούς της Οδηγίας, αποκαλούνται «αγαθά με ψηφιακά στοιχεία».[4] Δεν περιλαμβάνει όμως αγαθά τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως φορείς για τη μεταφορά ψηφιακού περιεχομένου.[5]

Για να θεωρείται αγαθό ως «αγαθό με ψηφιακά στοιχεία», θα πρέπει η απουσία του ψηφιακού περιεχομένου ή υπηρεσίας, να παρεμποδίζει τα αγαθά από το να εκτελούν τις λειτουργίες τους.[6] Σημειώνεται ότι όπου η σύμβαση αφορά πώληση ψηφιακού περιεχομένου, τότε η πιο πάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται, αλλά εφαρμόζεται η Οδηγία (ΕΕ) 2019/770.

Η Οδηγία ισχύει για τις συμβάσεις πώλησης μεταξύ καταναλωτή και πωλητή[7]. Σύμβαση πώλησης ορίζεται ως «κάθε σύμβαση βάσει της οποίας ο πωλητής μεταβιβάζει ή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, και ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα».[8]

Η έννοια που δίδεται στον πωλητή και στον καταναλωτή είναι παρόμοια με αυτή που δίδεται σε άλλες Οδηγίες. Για παράδειγμα, «πωλητής» ορίζεται ως:[9]

«…κάθε φυσικό πρόσωπο ή κάθε νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το εάν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο … ενεργεί, ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματος του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου, ή για λογαριασμό του εν λόγω προσώπου, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του εν λόγω προσώπου·»

Καταναλωτής είναι:[10]

«…κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας»

ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΗ ΕΓΓΥΗΣΗ

Σύμφωνα με την Οδηγία, ο πωλητής οφείλει να παραδίδει στον καταναλωτή αγαθά που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της Οδηγίας. Στην Οδηγία υπάρχουν οι υποκειμενικές και οι αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης χωρίς όμως να αποδίδονται διαφορετικές συνέπειες στην παράβαση των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων.

Οι υποκειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης είναι ότι τα αγαθά θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πωλητή και του καταναλωτή στη σύμβαση πώλησης. Οι απαιτήσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ποσότητα, την ποιότητα, τον τύπο και την περιγραφή των αγαθών, την καταλληλότητά τους για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και την παράδοση των αγαθών με τα συμφωνηθέντα εξαρτήματα και τυχόν οδηγίες.[11]

Οι αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης απαιτούν όπως ο πωλητής πωλά αγαθά τα οποία είναι κατάλληλα για τους σκοπούς τους οποίους χρησιμοποιούνται συνήθως αγαθά του ίδιου τύπου, αν παρέχονται με τα εξαρτήματα και τις οδηγίες που μπορεί ευλόγως να αναμένει να λάβει ο καταναλωτής ή αν αντιστοιχούν στο δείγμα ή το υπόδειγμα που ο πωλητής έθεσε στη διάθεση του καταναλωτή. Τα αγαθά θα πρέπει επίσης να διαθέτουν τα συνήθη ποιοτικά και άλλα χαρακτηριστικά ενός αγαθού του ίδιου τύπου, τα οποία μπορεί ευλόγως να αναμένει ο καταναλωτής, δεδομένης της φύσης των αγαθών και λαμβάνοντας υπόψη τυχόν δημόσια δήλωση που έχει πραγματοποιηθεί από τον πωλητή ή για λογαριασμό του πωλητή ή από άλλα πρόσωπα ή για λογαριασμό άλλων προσώπων σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας συναλλαγών.[12]

Έλλειψη συμμόρφωσης των αγαθών υφίσταται και στην περίπτωση που αυτή είναι αποτέλεσμα είτε πλημμελούς εγκατάστασης του αγαθού από τον ίδιο τον πωλητή (όχι τρίτο) είτε λόγω πλημμελούς οδηγιών του πωλητή προς τον καταναλωτή.[13]

Η Οδηγία προβλέπει ότι τα αγαθά πωλούνται με νόμιμη εγγύηση. Με βάση αυτή, ο πωλητής ευθύνεται για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που καθίσταται εμφανής εντός 2 ετών από το χρόνο παράδοσης.[14] Η εν λόγω εγγύηση καλύπτει και μεταχειρισμένα αγαθά με μόνη διαφορά ότι σε σχέση με τέτοια αγαθά, τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν για μικρότερη περίοδο εγγύησης δεδομένου ότι αυτή δεν είναι μικρότερη του ενός έτους.[15] Σε σχέση με καινούργια αγαθά, τέτοια συμφωνία είναι άκυρη.[16]

Το βάρος απόδειξης για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης η οποία καθίσταται εμφανής εντός 1 έτους από το χρόνο παράδοσης των αγαθών, τεκμαίρεται ότι υφίστατο κατά το χρόνο παράδοσης εκτός όπου το τεκμήριο είναι ασυμβίβαστο με τη φύση των αγαθών ή με τη φύση της έλλειψης συμμόρφωσης.[17]

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης, ο καταναλωτής δικαιούται να:[18]

  • Ζητήσει αποκατάσταση της συμμόρφωσης των αγαθών η οποία μπορεί να είναι κατ’ επιλογή του καταναλωτή είτε επισκευή είτε αντικατάσταση εκτός όπου ο επιλεγείς τρόπος επανόρθωσης είναι αδύνατος σε σύγκριση με τον άλλο τρόπο επανόρθωσης.[19] Η επισκευή θα πρέπει να γίνει δωρεάν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή που ο πωλητής ενημερώθηκε για την έλλειψη συμμόρφωσης και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.[20] Σε περίπτωση αντικατάστασης αγαθών, η ανάκτηση γίνεται με έξοδα του πωλητή.[21]

Όπου η αποκατάσταση της συμμόρφωσης είναι αδύνατη ή συνεπάγονται δυσανάλογες δαπάνες λαμβανομένων υπόψη της αξίας των αγαθών εάν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης ή τη σημασία της έλλειψης συμμόρφωσης, τότε ο πωλητής μπορεί να αρνηθεί την αποκατάσταση της συμμόρφωσης.[22]

  • Ζητήσει μείωση του τιμήματος. Η μείωση είναι ανάλογη της μείωσης της αξίας των αγαθών που έλαβε ο καταναλωτής σε σύγκριση με την αξία που θα είχαν τα αγαθά αν συμμορφώνονταν.[23]
  • Τερματίσει τη σύμβαση. Ο τερματισμός σημαίνει ότι ο καταναλωτής επιστρέφει τα αγαθά με έξοδα του πωλητή και ο πωλητής επιστρέφει στον καταναλωτή το τίμημα που κατέβαλε για τα αγαθά, μόλις παραλάβει τα αγαθά ή κάποια απόδειξη εκ μέρους του καταναλωτή ότι έχουν επιστραφεί τα αγαθά.[24] Όπου η έλλειψη συμμόρφωσης αφορά μέρος των αγαθών, τότε ο καταναλωτής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση πώλησης μόνο σε σχέση με μέρος των αγαθών και όχι σε σχέση με τα άλλα εκτός αν δεν είναι εύλογο να αναμένεται από τον καταναλωτή να δεχθεί να κρατήσει μόνο τα συμμορφούμενα αγαθά.[25]

Σύμφωνα με το άρθρο 13(4) της Οδηγίας, οι θεραπείες 2 και 3 πιο πάνω δύνανται να ασκηθούν όταν:[26]

«(α) ο πωλητής δεν έχει ολοκληρώσει την επισκευή ή την αντικατάσταση ή, ανάλογα με την περίπτωση, δεν έχει ολοκληρώσει την επισκευή ή την αντικατάσταση σύμφωνα ή ο πωλητής έχει αρνηθεί την αποκατάσταση της συμμόρφωσης των αγαθών ·

(β) παρουσιάζεται έλλειψη συμμόρφωσης παρά το γεγονός ότι ο πωλητής είχε προηγουμένως προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση των αγαθών·

(γ) η έλλειψη συμμόρφωσης είναι τόσο σοβαρή ώστε να δικαιολογεί την άμεση μείωση του τιμήματος ή τον τερματισμό της σύμβασης πώλησης· ή

(δ) ο πωλητής έχει δηλώσει, ή συνάγεται από τις περιστάσεις, ότι δεν θα αποκαταστήσει τη συμμόρφωση των αγαθών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή»

Ο καταναλωτής δεν δύναται αν τερματίσει τη σύμβαση όπου η έλλειψη συμμόρφωσης είναι επουσιώδης.[27]

ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ

Μια διαφοροποίηση της παρούσας Οδηγίας με την παλαιότερη Οδηγία 1999/44/ΕΚ (η οποία έχει πλέον καταργηθεί)[28] είναι ότι πλέον υπάρχει ρητή αναφορά στις εμπορικές εγγυήσεις.[29] Σύμφωνα με την Οδηγία, η εμπορική εγγύηση είναι:

«…κάθε ανάληψη υποχρέωσης του πωλητή ή παραγωγού («εγγυητής») έναντι του καταναλωτή, επιπλέον των νομικών υποχρεώσεων του πωλητή σχετικά με την εγγύηση συμμόρφωσης, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος ή για αντικατάσταση, επισκευή ή συντήρηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο των αγαθών σε περίπτωση που αυτά δεν ικανοποιούν τις προδιαγραφές ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πέραν της συμμόρφωσης που αναφέρονται στη δήλωση της εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση και που είναι διαθέσιμες κατά τη στιγμή ή πριν από τη σύναψη της σύμβασης·»

Η Οδηγία αναφέρει ότι η εμπορική εγγύηση είναι δεσμευτική για τον εγγυητή και σε περίπτωση που οι όροι της εμπορικής εγγύησης που περιέχονται σε σχετικές διαφημίσεις είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή από αυτούς που περιλαμβάνονται στη δήλωση της εγγύησης, θα πρέπει να υπερισχύουν οι ευνοϊκότεροι όροι.[30] Η δήλωση εμπορικής εγγύησης θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε σταθερό μέσο πριν ή κατά την παράδοση των αγαθών και θα πρέπει να διατυπώνεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα.[31]

Η δημοσίευση αυτού του άρθρου συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Προγράμματος “Consumer Programme (2014-2020)”.

[1] Οδηγία (ΕΕ) 2019/771, Προοίμιο 10

[2] Ibid Άρθρο 3(2)

[3] Ibid Άρθρο 4

[4] Ibid Προοίμιο 13

[5] Ibid Άρθρο 3(4)(α)

[6] Ibid Άρθρο 2(5)

[7] Ibid Άρθρο 3(1)

[8] Ibid Άρθρο 2(1)

[9] Ibid Άρθρο 2(3)

[10] Ibid Άρθρο 2(2)

[11] Ibid Άρθρο 6, Προοίμιο 26

[12] Ibid Άρθρο 7(1), Προοίμιο 29

[13] Ibid Άρθρο 8

[14] Ibid Άρθρο 10(1)

[15] Ibid Άρθρο 10(6)

[16] Ibid Άρθρο 21(1)

[17] Ibid Άρθρο 11(1)

[18] Ibid Άρθρο 13(1)

[19] Ibid Άρθρο 13(2)

[20] Ibid Άρθρο 14(1)

[21] Ibid Άρθρο 14(2)

[22] Ibid Άρθρο 13(3)

[23] Ibid Άρθρο 15

[24] Ibid Άρθρο 16(3)

[25] Ibid Άρθρο 16(2)

[26] Ibid Άρθρο 13(4)

[27] Ibid Άρθρο 13(5)

[28] Ibid Άρθρο 23

[29] Ibid Άρθρο 2(12)

[30] Ibid Προοίμιο 62⸱ Άρθρο 17(1)

[31] Ibid Άρθρο 17(1)

Σχετική Αρθρογραφία

Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις
Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών και Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών
Προσυμβατικές Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών