ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  – EU FUNDED

Συμβάσεις για την Προμήθεια Ψηφιακού Περιεχομένου (Οδηγία 2019/770)

1. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Η Οδηγία 2019/770 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2019 σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών («Οδηγία») έχει σκοπό να προστατεύσει καταναλωτές οι οποίοι προμηθεύονται ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες από έναν έμπορο. Η Οδηγία θέτει κανόνες σχετικά με:

  1. τη συμμόρφωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας προς τους όρους της σύμβασης,
  2. τους τρόπους επανόρθωσης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τους όρους της σύμβασης ή μη προμήθειας, και τους όρους άσκησης των εν λόγω τρόπων επανόρθωσης, καθώς και
  3. την τροποποίηση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας.

Η Οδηγία τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου του 2022 και εφαρμόζεται στην προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακών υπηρεσιών που λαμβάνει χώρα από την 1η Ιανουαρίου του 2022.

Η Οδηγία είναι μέγιστης εναρμόνισης και σύμφωνα με το άρθρο 3 της Οδηγία, αυτή εφαρμόζεται:

«σε κάθε σύμβαση με την οποία ο έμπορος προμηθεύει ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να προμηθεύσει ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία στον καταναλωτή και ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει ένα τίμημα.».

Δεν αποκλείει την εφαρμογή της Οδηγίας το γεγονός ότι το ψηφιακό περιεχόμενο ή υπηρεσία σχεδιάζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή.

ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ: Ο ορισμός του τιμήματος είναι «χρηματικό ποσό ή ψηφιακή αναπαράσταση αξίας» το οποίο καταβάλλεται ή συμφωνείται να καταβληθεί ως αντάλλαγμα για την προμήθεια του ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας. Η ψηφιακή αναπαράσταση αξίας περιλαμβάνει ηλεκτρονικά δελτία ή κουπόνια καθώς και εικονικά νομίσματα. Σημειώνεται ότι εντός της έννοιας του τιμήματος περιλαμβάνεται και η παροχή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον καταναλωτή εκτός όπου τα δεδομένα που παρέχει ο καταναλωτής υποβάλλονται:

«σε επεξεργασία από τον έμπορο αποκλειστικά για την προμήθεια του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σύμφωνα με την [..] οδηγία ή προκειμένου ο έμπορος να συμμορφωθεί προς τις νομικές απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται, και ο έμπορος δεν επεξεργάζεται τα δεδομένα αυτά για οποιονδήποτε άλλον σκοπό.»

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι ως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 – δηλαδή είναι:

«…κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου»

ΨΗΦΙΑΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ: Σύμφωνα με την Οδηγία, το ψηφιακό περιεχόμενο είναι «δεδομένα τα οποία παράγονται και παρέχονται σε ψηφιακή μορφή.

ΨΗΦΙΑΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ: Η ψηφιακή υπηρεσία από την άλλη, είναι υπηρεσία που επιτρέπει στον καταναλωτή να δημιουργεί, να επεξεργάζεται, να αποθηκεύει δεδομένα σε ψηφιακή μορφή ή να έχει πρόσβαση σε αυτά. Επίσης περιλαμβάνει και υπηρεσία που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων σε ψηφιακή μορφή ή κάθε άλλη αλληλεπίδραση με τα δεδομένα αυτά τα οποία αναφορτώνονται ή δημιουργούνται από τον καταναλωτή ή άλλους χρήστες της εν λόγω υπηρεσίας.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΣ: Για τους σκοπούς της Οδηγίας, ο καταναλωτής είναι «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς του» και ο έμπορος είναι:

«κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το εάν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο, ενεργεί, ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητά του σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία»

ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΟΔΗΓΙΑ: Η Οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες 8 περιπτώσεις:

«α)       στην παροχή υπηρεσιών πέραν των ψηφιακών υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν ο έμπορος χρησιμοποιεί ψηφιακές μορφές ή ψηφιακά μέσα για να παράγει το αποτέλεσμα της υπηρεσίας ή για την παράδοση ή τη διαβίβασή του στον καταναλωτή·» Σημειώνεται όμως ότι εξακολουθεί η Οδηγία να εφαρμόζεται στα στοιχεία της σύμβασης που αφορούν το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία.

«β)       στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972, με εξαίρεση τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 7 της εν λόγω οδηγίας·

γ)         στην υγειονομική περίθαλψη, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/24/ΕΚ·

δ)         στις υπηρεσίες τζόγου, δηλ. τις υπηρεσίες που συνίστανται σε τυχερά παιχνίδια στα οποία ο παίκτης στοιχηματίζει χρηματική αξία, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ενέχουν στοιχείο δεξιότητας, όπως λαχειοφόρες αγορές, τζόγο σε καζίνα, παιχνίδια πόκερ και συναλλαγές που αφορούν στοιχήματα, με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων ή άλλης τεχνολογίας για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας και κατόπιν ατομικού αιτήματος αποδέκτη υπηρεσίας·

ε)         στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2002/65/ΕΚ·

στ)       στο λογισμικό που προσφέρει ο έμπορος βάσει άδειας ελεύθερου και ανοικτού λογισμικού, όταν ο καταναλωτής δεν καταβάλλει τίμημα και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρέχει ο καταναλωτής υποβάλλονται σε επεξεργασία από τον έμπορο αποκλειστικά για τη βελτίωση της ασφάλειας, της συμβατότητας ή της διαλειτουργικότητας του συγκεκριμένου λογισμικού·

ζ)         στην προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου όταν το ψηφιακό περιεχόμενο διατίθεται στο ευρύ κοινό με άλλον τρόπο εκτός από τη μετάδοση σήματος, ως μέρος παράστασης ή εκδήλωσης, όπως οι ψηφιακές κινηματογραφικές προβολές·

η)         στο ψηφιακό περιεχόμενο που παρέχεται σύμφωνα με την οδηγία 2003/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21) από φορείς του δημόσιου τομέα των κρατών μελών.»

Επιπρόσθετα, η Οδηγία δεν εφαρμόζεται σε ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες που εντάσσονται σε αγαθά με ψηφιακά στοιχεία, δηλαδή κινητά αντικείμενα που εντάσσουν ή διασυνδέονται με ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε η απουσία του εν λόγω ψηφιακού περιεχομένου ή της εν λόγω ψηφιακής υπηρεσίας να παρεμποδίζει τα αγαθά από το να εκτελούν τις λειτουργίες τους.

2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

2.1.  Σε σχέση με την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας

ΧΡΟΝΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ: Το άρθρο 5 της Οδηγίας υποχρεώνει τον έμπορο να προμηθεύει το συμφωνηθέν ψηφιακό περιεχόμενο ή τη ψηφιακή υπηρεσία σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, και όπου δεν υπάρχει τέτοιος όρος ως προς την προμήθεια (δηλαδή παράδοση), τότε η προμήθεια πρέπει να γίνεται «χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη σύναψη της σύμβασης».

ΠΟΤΕ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΟΤΙ ΕΓΙΝΕ Η ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ Η ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ: Θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι σε σχέση με το χρονικό σημείο προμήθειας του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας:

(α) Το ψηφιακό περιεχόμενο θεωρείται ότι προμηθεύτηκε όταν «το ψηφιακό περιεχόμενο ή οποιοδήποτε μέσο κατάλληλο για την προσπέλαση ή καταφόρτωση ψηφιακού περιεχομένου καθίσταται διαθέσιμο ή προσβάσιμο από τον καταναλωτή ή από τη φυσική ή εικονική εγκατάσταση που έχει επιλέξει ο καταναλωτής για τον σκοπό αυτό».

(β) Η ψηφιακή υπηρεσία προμηθεύτηκε όταν «καθίσταται διαθέσιμη στον καταναλωτή ή σε φυσική ή εικονική εγκατάσταση που έχει επιλέξει ο καταναλωτής για τον σκοπό αυτόν.»

2.2.  Συμμόρφωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας

Ο έμπορος υποχρεούται να παρέχει στον καταναλωτή ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία που πληροί υποκειμενικές και αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης καθώς και απαιτήσεις συμμόρφωσης οι οποίες απορρέουν από πλημμελή ενσωμάτωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας στο ψηφιακό περιβάλλον του καταναλωτή. Οι εν λόγω περιπτώσεις αναλύονται πιο κάτω:

2.2.1.     Υποκειμενικές Απαιτήσεις Συμμόρφωσης

Το άρθρο 7 του Νόμου αναφέρει ότι για να συμμορφώνεται προς τους όρους της σύμβασης, το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία θα πρέπει να:

 «α)       αντιστοιχεί στην περιγραφή, την ποσότητα και την ποιότητα και διαθέτει τη λειτουργικότητα, τη συμβατότητα, τη διαλειτουργικότητα και λοιπά χαρακτηριστικά, όπως απαιτείται κατά τη σύμβαση,

β)         είναι κατάλληλο για κάθε ειδικό σκοπό για τον οποίον το επιζητεί ο καταναλωτής και τον οποίο ο καταναλωτής γνωστοποίησε στον έμπορο το αργότερο κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ο δε έμπορος τον έχει αποδεχθεί,

γ)         συνοδεύεται από όλα τα εξαρτήματα, τυχόν οδηγίες, μεταξύ άλλων σχετικά με την εγκατάσταση, και υπηρεσίες υποστήριξης του πελάτη, ως προβλέπονται στη σύμβαση, και

δ)         επικαιροποιείται με ενημερώσεις όπως προβλέπεται στη σύμβαση.»

2.2.2.     Αντικειμενικές Απαιτήσεις Συμμόρφωσης

Το άρθρο 8 περιέχει τις αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης των αγαθών – δηλαδή απαιτήσεις που προβλέπονται ανεξάρτητα από την πρόθεση των μερών.

ΠΑΡΟΧΗ ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: Αρχικά, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία παρέχεται με την πλέον πρόσφατη έκδοση που είναι διαθέσιμη κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εκτός εάν τα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ: Το άρθρο 8(1) της Οδηγίας, αναφέρει ότι το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία:

«α)       είναι κατάλληλο για τους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιείται συνήθως ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία ιδίου τύπου, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τυχόν υφιστάμενη εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, τεχνικά πρότυπα ή, σε περίπτωση απουσίας τεχνικών προτύπων, κάθε κώδικα δεοντολογίας που τυχόν εφαρμόζεται ανά τομέα·

β)         αντιστοιχεί στην ποσότητα και διαθέτει ιδιότητες και χαρακτηριστικά επιδόσεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη λειτουργικότητα, τη συμβατότητα, την προσβασιμότητα, τη συνέχεια και την ασφάλεια, τα οποία είναι συνήθη σε ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες ιδίου τύπου και που μπορεί εύλογα να αναμένει ο καταναλωτής, δεδομένης της φύσης του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας και λαμβάνοντας υπόψη τυχόν δημόσιες δηλώσεις που διατυπώθηκαν από τον έμπορο ή για λογαριασμό του, ή από άλλα πρόσωπα σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας συναλλαγών, ιδίως στο πλαίσιο διαφήμισης ή στην επισήμανση, εκτός εάν ο έμπορος δείξει:

i) ότι δεν γνώριζε και δεν μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει τη σχετική δημόσια δήλωση·

ii) κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης η σχετική δημόσια δήλωση είχε διορθωθεί με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο με αυτόν που είχε πραγματοποιηθεί· ή

iii)       ότι η απόφαση για την απόκτηση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας δεν θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί από τη δημόσια δήλωση·

γ)         κατά περίπτωση, συνοδεύεται από τυχόν εξαρτήματα και οδηγίες που ο καταναλωτής μπορεί ευλόγως να αναμένει να λάβει· και

δ)         συμμορφώνεται προς κάθε δοκιμαστική έκδοση ή προεπισκόπηση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας, που κατέστησε διαθέσιμα ο έμπορος πριν από τη σύναψη της σύμβασης·»

Όπου η σύμβαση προβλέπει για τη συνεχή προμήθεια του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σε χρονική διάρκεια, το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία τελεί σε συμμόρφωση καθ’ όλη τη διάρκεια του εν λόγω διαστήματος.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ (UPDATES) ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ: Αναφορικά με ενημερώσεις, το άρθρο 8(2) προνοεί ότι ο έμπορος διασφαλίζει ότι ο καταναλωτής ενημερώνεται και ότι του παρέχονται ενημερώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενημερώσεων ασφαλείας, που είναι απαραίτητες προκειμένου το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία να εξακολουθούν να συμμορφώνονται για το χρονικό διάστημα:

 «α)       κατά το οποίο το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία πρέπει να παρέχεται βάσει της σύμβασης, όταν η σύμβαση προβλέπει συνεχή προμήθεια σε χρονική διάρκεια· ή

β)         για το οποίο ο καταναλωτής μπορεί ευλόγως να αναμένει, δεδομένου του τύπου ή του σκοπού του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας και λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις και τη φύση της σύμβασης, όταν η σύμβαση προβλέπει μία ενιαία πράξη προμήθειας ή σειρά επιμέρους πράξεων προμήθειας.»

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΝΑ ΕΓΚΑΘΙΣΤΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ: Παράλληλα με την υποχρέωση του εμπόρου να παρέχει ενημερώσεις, ο καταναλωτής υποχρεούται να τις εγκαθιστά εντός εύλογου χρόνου. Η Οδηγία αναφέρει ρητά ότι ο έμπορος δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε έλλειψη συμμόρφωσης που απορρέει αποκλειστικά από την έλλειψη της σχετικής ενημέρωσης, υπό την προϋπόθεση ότι:

 «α)       ο έμπορος ενημέρωσε τον καταναλωτή σχετικά με τη διαθεσιμότητα της ενημέρωσης και τις συνέπειες της μη εγκατάστασής της από τον καταναλωτή· και

β)         η μη εγκατάσταση εκ μέρους του καταναλωτή ή η λανθασμένη εγκατάσταση της ενημέρωσης από τον καταναλωτή δεν οφειλόταν σε ελλείψεις στις οδηγίες εγκατάστασης που παρείχε ο έμπορος.»

ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ: Το άρθρο 8(5) της Οδηγίας προβλέπει ότι εάν ο έμπορος ενημερώσει τον καταναλωτή ειδικά ότι συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας παρέκκλινε από τις αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης που αναφέρονται πιο πάνω, και ο καταναλωτής αποδέχθηκε ρητώς και χωριστά αυτή την παρέκκλιση κατά τη σύναψη της σύμβασης τότε δεν θεωρείται ότι υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης. Σημειώνεται ότι τέτοια εξαίρεση ευθύνης χωρεί μόνο κατά τη σύναψη της σύμβασης.

2.2.3.     Απαιτήσεις Αναφορικά με την Ενσωμάτωση του Ψηφιακού Περιεχομένου ή της Ψηφιακής Υπηρεσίας

Το άρθρο 9 της Οδηγίας αναφέρεται στην εσφαλμένη ενσωμάτωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας λόγω πλημμελούς ενσωμάτωσης του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας στο ψηφιακό περιβάλλον του καταναλωτή. Σε τέτοια περίπτωση θεωρείται έλλειψη συμμόρφωσης του περιεχομένου ή της υπηρεσίας εφόσον:

«α)       η ενσωμάτωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας έγινε από τον έμπορο ή υπό την ευθύνη του· ή

β)         το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία προοριζόταν για ενσωμάτωση από τον καταναλωτή και η πλημμελής ενσωμάτωση οφειλόταν σε ελλείψεις στις οδηγίες ενσωμάτωσης που παρασχέθηκαν από τον έμπορο.»

2.2.4.     Τροποποίηση ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας

Το άρθρο 19 της Οδηγίας αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου η σύμβαση προβλέπει ότι το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία θα πρέπει να παρέχεται ή να τίθεται στη διάθεση του καταναλωτή σε χρονική διάρκεια – όπως για παράδειγμα σύμβαση για αντιικό λογισμικό ενός έτους, σύμβαση αποθήκευσης σε νέφος για δύο έτη ή συνδρομή αορίστου χρόνου σε πλατφόρμα μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σε τέτοια περίπτωση το άρθρο 19(1) αναφέρει ότι:

«ο έμπορος μπορεί να τροποποιήσει το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία πέραν του αναγκαίου για να διατηρηθεί η συμμόρφωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)         η σύμβαση επιτρέπει και παρέχει βάσιμους λόγους για μια τέτοια τροποποίηση·

β)         η εν λόγω τροποποίηση πραγματοποιείται χωρίς πρόσθετο κόστος για τον καταναλωτή·

γ)         ο καταναλωτής ενημερώνεται με σαφή και κατανοητό τρόπο σχετικά με την τροποποίηση·»

Με βάση το άρθρο 19(2), ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εάν η τροποποίηση επηρεάζει αρνητικά την πρόσβασή του στο ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία ή τη χρήση του (εκτός αν ο αρνητικός αντίκτυπος είναι μόνο επουσιώδης). Στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς επιβάρυνση, εντός 30 ημερών μετά την παραλαβή των πληροφοριών ή από τη χρονική στιγμή κατά την οποία το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία τροποποιείται από τον έμπορο, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΠΟΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ: Αναφορικά με το πότε ενημερώνεται ο καταναλωτής για το γεγονός ότι η υπηρεσία ή το περιεχόμενο τροποποιείται, το άρθρο 19(1)(δ) αναφέρει ότι η ενημέρωση γίνεται

«προκαταβολικά εντός εύλογης προθεσμίας σε σταθερό μέσο σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τον χρόνο της τροποποίησης και σχετικά με το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή την ευχέρεια διατήρησης του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας χωρίς την εν λόγω τροποποίηση»

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ: Σε περίπτωση που ο καταναλωτής που καταγγέλλει τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 19(2), εφαρμόζονται κατ’ αναλογία τα άρθρα 15 μέχρι 18 της Οδηγίας. Δεν υπάρχει όμως το δικαίωμα καταγγελίας, ούτε και η υποχρέωση πληροφόρησης που προνοείται στο άρθρο 19(1)(δ) εάν έχει δοθεί από τον έμπορο στον καταναλωτή η δυνατότητα να διατηρήσει χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία χωρίς την τροποποίηση, και διατηρείται η συμμόρφωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας.

2.2.5.     Δικαιώματα τρίτων

Σύμφωνα με το άρθρο 10 της Οδηγίας,

«όταν περιορισμός που προκύπτει από παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος τρίτου μέρους, ιδίως δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, εμποδίζει ή περιορίζει τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής δικαιούται τους τρόπους επανόρθωσης για έλλειψη συμμόρφωσης που προβλέπονται στο άρθρο 14, εκτός εάν το εθνικό δίκαιο προβλέπει, σε αυτές τις περιπτώσεις, την ακυρότητα ή το ακυρώσιμον της σύμβασης για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας.»

Με λίγα λόγια, το πιο πάνω άρθρο αποσκοπεί στο να προστατεύσει τον καταναλωτή όπου ένα τρίτο μέρος υποχρεώνει το έμπορο να πάψει να παραβιάζει δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας του ενώ τέτοια διανοητική ιδιοκτησία παραχωρήθηκε στον καταναλωτή. Σε τέτοια περίπτωση ο καταναλωτής δικαιούται επανόρθωση για την έλλειψη της συμμόρφωσης εκτός εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει την ακυρότητα ή το ακυρώσιμο της σύμβασης για παράδειγμα, λόγω παράβασης της εγγύησης έναντι εκνίκησης.

2.3.  Ευθύνη Εμπόρου και Βάρος Απόδειξης

Σύμφωνα με το άρθρο 11(1) της Οδηγίας, ο έμπορος ευθύνεται για κάθε περίπτωση μη προμήθειας του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας ως προνοείται στο άρθρο 5 (δηλαδή χωρίς καθυστέρηση και εντός του συμφωνηθέντος χρόνου). Το βάρος απόδειξης αναφορικά με την προμήθεια ή μη του ψηφιακού περιεχομένου ή υπηρεσίας, το φέρει ο έμπορος.

Το άρθρο 11(2) αναφέρεται σε ενιαίες πράξεις προμήθειας ή σειρά επιμέρους πράξεων προμήθειας. Σε τέτοια περίπτωση, ο έμπορος ευθύνεται για οποιαδήποτε έλλειψη συμμόρφωσης δυνάμει των άρθρων 7, 8, και 9, που υφίσταται κατά τον χρόνο της προμήθειας, με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφος 2 στοιχείο β). Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 11(2), το βάρος απόδειξης όσον αφορά τη συμμόρφωση ή όχι του παρεχόμενου ψηφιακού περιεχομένου ή της παρεχόμενης ψηφιακής υπηρεσίας κατά το χρόνο προμήθειας φέρει ο έμπορος, για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που καθίσταται εμφανής εντός ενός έτους «από το χρόνο της προμήθειας του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας.»

Εάν, δυνάμει του εθνικού δικαίου, ο έμπορος ευθύνεται μόνο για έλλειψη συμμόρφωσης που καθίσταται εμφανής εντός ορισμένης χρονικής περιόδου μετά την προμήθεια, η εν λόγω περίοδος δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δύο ετών από τον χρόνο προμήθειας, με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφος 2 στοιχείο β). Μάλιστα, με βάση το ίδιο άρθρο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής επιτρέπει στον καταναλωτή να ασκήσει τους τρόπους επανόρθωσης που ορίζονται στο άρθρο 14 για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που υφίσταται κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και καθίσταται εμφανής εντός της χρονικής περιόδου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.

Το άρθρο 11(3) αναφέρει ότι σε περίπτωση που η σύμβαση προβλέπει για συνεχή παροχή σε χρονική διάρκεια, ο έμπορος ευθύνεται για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης δυνάμει των άρθρων 7, 8, και 9 που προκύπτει ή καθίσταται εμφανής εντός της περιόδου κατά την οποία πρέπει να παρέχεται το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία βάσει της σύμβασης.

Τα κράτη μέλη επίσης διασφαλίζουν ότι η οποιαδήποτε προθεσμία παραγραφής επιτρέπει στους καταναλωτές να ασκήσουν τους τρόπους επανόρθωσης που ορίζονται στο άρθρο 14 για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που προκύπτει ή καθίσταται εμφανής καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Σε σχέση με το βάρος απόδειξης για τις περιπτώσεις που υπόκεινται στο άρθρο 11(3), όσον αφορά τη συμμόρφωση ή όχι του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας εντός της περιόδου κατά την οποία πρέπει να παρέχεται το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία βάσει της σύμβασης, αυτό το φέρει ο έμπορος για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που καθίσταται εμφανής εντός της περιόδου αυτής.

Σύμφωνα με το άρθρο 12(4), το βάρος απόδειξης σχετικά με τη συμμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης δεν το έχει ο έμπορος όταν αυτός αποδεικνύει ότι το ψηφιακό περιβάλλον του καταναλωτή δεν είναι συμβατό με τις τεχνικές απαιτήσεις του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας και όταν ο έμπορος είχε ενημερώσει τον καταναλωτή σχετικά με αυτές τις απαιτήσεις με σαφή και κατανοητό τρόπο πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Για να προσδιοριστεί αυτό, ο καταναλωτής συνεργάζεται με τον έμπορο στο βαθμό που είναι ευλόγως δυνατό και αναγκαίο προκειμένου να εξακριβωθεί εάν η αιτία της έλλειψης συμμόρφωσης του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας κατά τη χρονική στιγμή που ορίζεται στο άρθρο 11(2) ή 11(3) οφείλεται στο ψηφιακό περιβάλλον του καταναλωτή. Με βάση το άρθρο 12(5):

«η υποχρέωση συνεργασίας περιορίζεται στα τεχνικώς διαθέσιμα μέσα που είναι λιγότερο παρεμβατικά για τον καταναλωτή. Εάν ο καταναλωτής δεν συνεργαστεί, και εάν ο έμπορος είχε ενημερώσει τον καταναλωτή για την απαίτηση αυτή με σαφή και κατανοητό τρόπο πριν από τη σύναψη της σύμβασης, τότε φέρει ο καταναλωτής το βάρος της απόδειξης σε σχέση με το κατά πόσον η έλλειψη συμμόρφωσης υφίστατο τη χρονική στιγμή που προσδιορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 ή 3, κατά περίπτωση.»

2.4.  Δικαιώματα Καταναλωτή

2.4.1.     Δικαίωμα σε Επανόρθωση

Σύμφωνα με το άρθρο 14(1) ο καταναλωτής δικαιούται να ζητήσει αποκατάσταση της συμμόρφωσης του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας ή να λάβει αναλογική μείωση του τιμήματος ή να καταγγείλει τη σύμβαση. Το άρθρο 14(2) αναφέρει ότι ο καταναλωτής δικαιούται να ζητήσει αποκατάσταση της συμμόρφωσης του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας, εκτός εάν αυτό θα ήταν αδύνατο ή θα επέφερε δυσανάλογες δαπάνες για τον έμπορο. Για το κατά πόσο η αποκατάσταση θεωρείται ότι θα ήταν αδύνατη ή θα επέφερε δυσανάλογες δαπάνες για τον έμπορο, λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις της εκάστοτε περίπτωσης, μεταξύ των οποίων:

«α)       η αξία που θα είχε το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία αν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης· και

β)         η βαρύτητα της έλλειψης συμμόρφωσης.»

ΠΩΣ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ Η ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 14(3) ο έμπορος αποκαθιστά τη συμμόρφωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή που ο έμπορος πληροφορείται από τον καταναλωτή για την έλλειψη συμμόρφωσης, δωρεάν και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας και τον σκοπό για τον οποίον ο καταναλωτής ζήτησε το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία.

Σύμφωνα με το άρθρο 14(4), ο καταναλωτής δικαιούται είτε σε αναλογική μείωση του τιμήματος, εάν το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία παρέχεται αντί καταβολής τιμήματος, είτε δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση.

ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ: Η μείωση του τιμήματος πρέπει να είναι ανάλογη με τη μείωση της αξίας του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρασχέθηκε στον καταναλωτή σε σχέση με την αξία που θα είχε το εν λόγω ψηφιακό περιεχόμενο ή η εν λόγω ψηφιακή υπηρεσία εάν τελούσε σε συμμόρφωση.

Όταν η σύμβαση ορίζει ότι το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία παρέχονται σε χρονική διάρκεια έναντι καταβολής τιμήματος, η μείωση του τιμήματος εφαρμόζεται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία δεν τελούσε σε συμμόρφωση.

2.4.2.     Δικαίωμα σε Τερματισμό λόγω Έλλειψης Συμμόρφωσης

ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ: Για να μπορεί ο καταναλωτής να καταγγείλει τη σύμβαση θα πρέπει η έλλειψη συμμόρφωσης να μην είναι επουσιώδης και επίσης να πληρείται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις.

«α)       εάν η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας ως τρόπος επανόρθωσης είναι αδύνατη ή δυσανάλογη σύμφωνα με την παράγραφο 2·

β)         εάν ο έμπορος δεν έχει αποκαταστήσει τη συμμόρφωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σύμφωνα με την παράγραφο 3·

γ)         εάν παρουσιάζεται έλλειψη συμμόρφωσης παρά την προσπάθεια του εμπόρου να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας·

δ)         εάν η έλλειψη συμμόρφωσης είναι τόσο σοβαρή ώστε να δικαιολογεί την άμεση μείωση του τιμήματος ή καταγγελία της σύμβασης· ή

ε)         εάν ο έμπορος έχει δηλώσει, ή είναι σαφές από τις περιστάσεις, ότι ο έμπορος δεν θα αποκαταστήσει τη συμμόρφωση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.»

2.4.3.     Δικαίωμα σε Τερματισμό λόγω μη Προμήθειας

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ: Με βάση το άρθρο 13(1), σε περίπτωση μη προμήθειας του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας από τον έμπορο σύμφωνα με το άρθρο 5, ο καταναλωτής ζητεί από τον έμπορο να προμηθεύσει το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία. Εάν τότε, ο έμπορος δεν προμηθεύσει το ψηφιακό περιεχόμενο ή τη ψηφιακή υπηρεσία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή εντός πρόσθετης χρονικής περιόδου όπως ρητώς έχει συμφωνηθεί από τα μέρη, ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση.

Στις ακόλουθες περιπτώσεις, ο καταναλωτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση άμεσα. Αυτές είναι όταν:

«α)       ο έμπορος έχει δηλώσει, ή είναι εξίσου σαφές από τις περιστάσεις, ότι ο έμπορος δεν θα προμηθεύσει το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία·

β)         ο καταναλωτής και ο έμπορος έχουν συμφωνήσει, ή είναι σαφές από τις περιστάσεις σύναψης της σύμβασης, ότι μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή προμήθειας είναι ουσιώδης για τον καταναλωτή και ο έμπορος δεν προμηθεύει το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία έως ή κατά τη στιγμή αυτή.»

Όταν ο καταναλωτής καταγγέλλει τη σύμβαση δυνάμει των παραγράφων 1 ή 2 του άρθρου 13, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 15 έως 18. 

2.4.4.     Δικαιώματα σε Περίπτωση Καταγγελίας

ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 15, ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης με δήλωση προς τον έμπορο με την οποία εκφράζει την απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΜΠΟΡΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ: Το άρθρο 16 της Οδηγίας, αναφέρεται στις υποχρεώσεις του εμπόρου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από τον καταναλωτή. Σε τέτοια περίπτωση, ο έμπορος επιστρέφει στον καταναλωτή το σύνολο των ποσών που έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο της σύμβασης.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ: Όταν η σύμβαση προβλέπει την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας έναντι καταβολής τιμήματος και σε χρονική διάρκεια, και το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία τελούσε σε συμμόρφωση για κάποιο χρονικό διάστημα πριν από την καταγγελία της σύμβασης, ο έμπορος επιστρέφει στον καταναλωτή μόνο το αναλογικό μέρος του καταβληθέντος τιμήματος που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία δεν τελούσε σε συμμόρφωση, καθώς και τυχόν μέρος του τιμήματος που έχει καταβληθεί από τον καταναλωτή προκαταβολικά για το διάστημα που θα απέμενε έως τη λήξη της σύμβασης εάν δεν είχε καταγγελθεί.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ: Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, ο έμπορος συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και υποχρεούται να απέχει από κάθε χρήση περιεχομένου που δεν συνιστά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο παρασχέθηκε ή δημιουργήθηκε από τον καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον έμπορο, εκτός εάν το εν λόγω περιεχόμενο:

«α)       δεν έχει καμία χρησιμότητα εκτός του πλαισίου του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον έμπορο·

β)         αφορά μόνο τη δραστηριότητα του καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον έμπορο·

γ)         έχει ομαδοποιηθεί με άλλα δεδομένα από τον έμπορο και δεν μπορεί να διαχωριστεί ή μπορεί να διαχωριστεί μόνο με δυσανάλογες προσπάθειες· ή

δ)         έχει παραχθεί από τον καταναλωτή από κοινού με άλλα πρόσωπα, και άλλοι καταναλωτές είναι σε θέση να συνεχίζουν να κάνουν χρήση του περιεχομένου.»

Αναφορικά με την περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο (δ) πιο πάνω, ο έμπορος, κατόπιν αιτήματος του καταναλωτή, θέτει στη διάθεση του καταναλωτή οποιοδήποτε περιεχόμενο που δεν συνιστά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο παρασχέθηκε ή δημιουργήθηκε από τον καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον έμπορο.

Ο καταναλωτής δικαιούται να ανακτά το εν λόγω ψηφιακό περιεχόμενο δωρεάν, χωρίς να παρεμποδίζεται από τον έμπορο, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και σε κοινώς χρησιμοποιούμενο και αναγνώσιμο από μηχάνημα μορφότυπο.

Με την επιφύλαξη της περίπτωσης αυτής, ο έμπορος μπορεί να εμποδίζει κάθε περαιτέρω χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας από τον καταναλωτή, συγκεκριμένα καθιστώντας το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία μη προσβάσιμα στον καταναλωτή ή απενεργοποιώντας τον λογαριασμό χρήστη του καταναλωτή.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 17(1), μετά την καταγγελία της σύμβασης, ο καταναλωτής υποχρεούται να απέχει από τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας, και από τη διάθεσή τους σε τρίτους. Σε περίπτωση που το ψηφιακό περιεχόμενο έχει παρασχεθεί σε ενσώματο μέσο, ο καταναλωτής, κατόπιν αιτήματος και με δαπάνες του εμπόρου, επιστρέφει το ενσώματο μέσο στον έμπορο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Εάν ο έμπορος αποφασίσει να ζητήσει την επιστροφή του ενσώματου μέσου, η αίτηση υποβάλλεται εντός 14 ημερών από την ημέρα κατά την οποία ο έμπορος ενημερώνεται για την απόφαση του καταναλωτή να καταγγείλει τη σύμβαση.

Σημειώνεται ότι ο καταναλωτής δεν υποχρεούται να πληρώσει για οποιαδήποτε χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας κατά το χρονικό διάστημα πριν από την καταγγελία της σύμβασης στη διάρκεια του οποίου το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία δεν τελούσε σε συμμόρφωση.

2.4.5.     Προθεσμίες Επιστροφής Χρημάτων από τον Έμπορο

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΧΡΗΜΑΤΩΝ: Το άρθρο 18(1) αναφέρει ότι οι επιστροφές χρημάτων από τον έμπορο στον καταναλωτή για μείωση του τιμήματος ή καταγγελίας της σύμβασης πραγματοποιείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, εντός 14 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο έμπορος ενημερώνεται για την απόφαση του καταναλωτή να επικαλεστεί το δικαίωμά του για μείωση του τιμήματος ή για καταγγελία της σύμβασης.

Με βάση το άρθρο 18(2), ο έμπορος επιστρέφει τα χρήματα χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα πληρωμής που χρησιμοποίησε ο καταναλωτής για την πληρωμή του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας, εκτός αν ο καταναλωτής συμφωνήσει ρητώς για τη χρήση διαφορετικού μέσου και υπό τον όρο να μην επιβαρυνθεί ο καταναλωτής με χρεώσεις που προκύπτουν από την επιστροφή των χρημάτων.

Σημειώνεται ότι ο έμπορος δεν επιβάλλει στον καταναλωτή τέλη επιστροφής.

2.4.6.     Δικαίωμα αναγωγής από τον έμπορο

Σύμφωνα με το άρθρο 20 της Οδηγίας:

«Εάν ο έμπορος υπέχει ευθύνη έναντι του καταναλωτή λόγω μη προμήθειας του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας ή λόγω έλλειψης συμμόρφωσης η οποία απορρέει από πράξη ή παράλειψη προσώπου σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας συναλλαγών, ο έμπορος δικαιούται να στραφεί κατά του προσώπου ή των προσώπων που φέρουν ευθύνη στην αλυσίδα εμπορικών συναλλαγών. Το πρόσωπο κατά του οποίου μπορεί να στραφεί ο έμπορος, καθώς και οι σχετικοί τρόποι επανόρθωσης και οι όροι άσκησής τους, καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.»

Το πιο πάνω είναι το δικαίωμα που έχει ένας έμπορος να στραφεί εναντίον προηγούμενου προμηθευτή υπηρεσίας σε περίπτωση που ο πρώτος έχει δεσμευτεί συμβατικά με καταναλωτή και παραβαίνει τη σύμβαση του με τον καταναλωτή και η παράβαση αυτή οφείλεται στον προηγούμενο προμηθευτή υπηρεσίας.

3. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Τα Κράτη Μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 21 της Οδηγίας, εξασφαλίζουν την ύπαρξη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων για την τήρηση των διατάξεων της Οδηγίας. Τέτοια μέσα περιλαμβάνουν διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους οργανισμούς, όπως καθορίζονται από την εθνική νομοθεσία, να προσφεύγουν σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, στα δικαστήρια ή στα αρμόδια διοικητικά όργανα, ώστε να διασφαλίζουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας:

«α)       δημόσιοι οργανισμοί ή εκπρόσωποί τους·

β)         οργανώσεις καταναλωτών που έχουν έννομο συμφέρον να προστατεύουν τους καταναλωτές·

γ)         επαγγελματικές οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον να ενεργούν·

δ)         φορείς, οργανώσεις ή ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων, όπως ορίζονται στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.»

4.          ΑΛΛΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

4.1.  Υποχρεωτικός Χαρακτήρας

Το άρθρο 22(1) αναφέρει ότι καμία συμβατική ρήτρα που αποκλείει σε βάρος του καταναλωτή, την εφαρμογή των εθνικών μέτρων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, παρεκκλίνει από αυτά ή μεταβάλλει τα αποτελέσματά τους πριν η μη προμήθεια ή η παραβίαση των όρων της σύμβασης περιέλθει σε γνώση του εμπόρου από τον καταναλωτή ή πριν η τροποποίηση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 19 περιέλθει σε γνώση του καταναλωτή από τον έμπορο, δεν είναι δεσμευτική για τον καταναλωτή, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην Οδηγία.

Δύναται όμως οι έμποροι να προσφέρουν στους καταναλωτές συμβατικές ρυθμίσεις που υπερβαίνουν την προστασία που παρέχει η Οδηγία.

4.2.  Τροποποιήσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 23 τροποποιούνται ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2394 και η Οδηγία 2009/22/ΕΚ.

4.3.  Επανεξέταση

Με βάση το άρθρο 25, η Επιτροπή θα επανεξετάσει την εφαρμογή της Οδηγίας και θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Η έκθεση εξετάζει, μεταξύ άλλων, το ενδεχόμενο εναρμόνισης των κανόνων που εφαρμόζονται στις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακών υπηρεσιών πέραν αυτών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, μεταξύ άλλων όσων παρέχονται αντί διαφήμισης.

Σχετικά Άρθρα

Δυνατότητα του Δικαστηρίου επέκτασης του χρόνου παραπομπής ενός ζητήματος σε διαιτησία
Οι Κανόνες Συμφιλίωσης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Οι Κανόνες Διαμεσολάβησης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Ευριπίδης Χατζηνέστορος Δικηγόρος
Ο Ευριπίδης Χατζηνέστορος είναι δικηγόρος και διαμεσολαβητής. Είναι ο ιδρυτής του Cyprus Consumer Center for ADR. Επίσης διδάσκει εμπορικό δίκαιο στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και διαμεσολάβηση στο Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών. Μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου νομικής, LLB στο Πανεπιστήμιο Queen Mary University του Λονδίνου το 2009, ολοκλήρωσε στη συνέχεια το μεταπτυχιακό του δίπλωμα στο εταιρικό δίκαιο LLM, στο University College London. Αποφοίτησε με Distinction. Ακολούθως ολοκλήρωσε με επιτυχία το επαγγελματικό δίπλωμα Advanced Diploma of International Taxation του Chartered Institute of Taxation και στη συνέχεια έγινε διαπιστευμένος διαμεσολαβητής. Ο Ευριπίδης έχει συγγράψει το βιβλίο «Δίκαιο Πώλησης Αγαθών και Προστασία Καταναλωτή στην Κύπρο» το οποίο εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορους τομείς δικαίου τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία και έχει γίνει αναφορά στα συγγράμματα του από νομικές εκδόσεις στην Αγγλία όπως το Lee Roach, Card & James Business Law (2016, Oxford University Press), Stefan H.C. Lo, In Search of Corporate Accountability: Liabilities of Corporate Participants, (2015, Cambridge Scholars Publishing) και Thomas B. Courtney and Daibhi O’ Leary, The Law of Companies (2016, Bloomsbury Publishing).