ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις

Το Μέρος ΙΙΙ του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 εφαρμόζεται: [1]

  • Στις παραπλανητικές διαφημίσεις εμπορευόμενων προς εμπορευόμενους και στις αθέμιτες συνέπειες αυτών και
  • Στις συγκριτικές διαφημίσεις εμπορευόμενων προς εμπορευόμενους και/ή καταναλωτές καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η «ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ»;

Παραπλανητική διαφήμιση είναι κάθε διαφήμιση, η οποία με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης της παρουσίασης της, παραπλανεί ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στα οποία περιέρχεται στην αντίληψη τους και η οποία, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή.[2]

Για να καθοριστεί αν μια διαφήμιση είναι παραπλανητική, λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της και ιδίως οι ενδείξεις της σχετικά με τα ακόλουθα:[3]

  1. τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αγαθών ή υπηρεσιών, όπως διαθεσιμότητα, φύση, εκτέλεση, σύνθεση, μέθοδος και ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, καταλληλότητα, χρήσεις, ποσότητα, προδιαγραφές, γεωγραφική καταγωγή ή εμπορική προέλευση, ή τα αναμενόμενα από τη χρήση τους αποτελέσματα, ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων των αγαθών ή των υπηρεσιών,
  2. την τιμή, τον τρόπο διαμόρφωσής της και τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, όπως οι όροι πληρωμής ή πίστωσης, παράδοσης, ανταλλαγής, επιστροφής, επισκευής, συντήρησης, νόμιμης εγγύησης και εμπορικής εγγύησης, και
  3. την ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του διαφημιζομένου, όπως η ταυτότητα και η περιουσία του, οι ικανότητες και η κατοχή δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα βραβεία και οι διακρίσεις του.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η «ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ»;

Συγκριτική διαφήμιση είναι διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή.[4]

Η συγκριτική διαφήμιση γενικά επιτρέπεται δεδομένου όμως ότι πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α) Δεν είναι παραπλανητική πράξη ή παραπλανητική παράλειψη·

(β) συγκρίνει αγαθά ή υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους·

(γ) συγκρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη, συναφή, εξακριβώσιμα και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών, στα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η τιμή·

(δ) δεν έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση των σημάτων, εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών, υπηρεσιών, δραστηριοτήτων ή της κατάστασης ενός ανταγωνιστή·

(ε) για προϊόντα με ονομασία προέλευσης, αφορά σε κάθε περίπτωση προϊόντα με την ίδια ονομασία προέλευσης·

(στ) δεν επωφελείται αθέμιτα από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ανταγωνιστή ή από τα δηλωτικά καταγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων·

(ζ) δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρει σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία·

(η) δε δημιουργεί σύγχυση μεταξύ εμπορευομένων, μεταξύ διαφημιστή και ανταγωνιστή ή μεταξύ των εμπορικών σημάτων, των εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών γνωρισμάτων, αγαθών ή υπηρεσιών του διαφημιστή και του ανταγωνιστή.

Επιπρόσθετα των εξουσιών που έχει η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή (ΥΠΚ) εξέτασης παραβάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 56 του Νόμου, έχει καθήκον προς το συμφέρον των καταναλωτών, των ανταγωνιστών και γενικότερα του κοινού, να εξετάζει κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα κατά πόσο οποιαδήποτε διαφήμιση, είτε έχει δημοσιευθεί είτε επίκειται η δημοσίευσή της, είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση.[5]

Σε περίπτωση που υποβάλλεται παράπονο, η ΥΠΚ , δύναται να ζητήσει από τον παραπονούμενο όπως την ικανοποιήσει ότι:

(α) έχει προσφύγει σε σχέση με το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο παράπονο για την εν λόγω διαφήμιση σε τέτοιους καθιερωμένους μηχανισμούς χειρισμού παραπόνων που η Εντεταλμένη Υπηρεσία θεωρεί κατάλληλους, έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης·

(β) έχει δοθεί εύλογη ευκαιρία για να τύχει χειρισμού το εν λόγω παράπονο με εκείνους τους μηχανισμούς· και

(γ) το παράπονο αυτό δεν έτυχε ικανοποιητικού χειρισμού με τη βοήθεια των μηχανισμών αυτών.

Το παρόν άρθρο έχει συνταχθεί εκ μέρους του Κυπριακού Κέντρου Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών και είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Consumer Programme (2014-2020).

Το Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών είναι Φορέας εγκεκριμένος από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, Κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

[1] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 9

[2] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 10

[3] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 11

[4] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 10

[5] Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021, Ν. 112(Ι)/2021, α 56

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Συμβάσεις για τις Πωλήσεις Αγαθών με Καταναλωτές (Οδηγία (ΕΕ) 2019/771)
Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών και Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών
Προσυμβατικές Υποχρεώσεις Τραπεζών σε Σχέση Με Στεγαστικά Δάνεια Καταναλωτών