ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  – EU FUNDED

Οδηγία για Ελαττωματικά Προϊόντα (Οδηγία 85/374/ΕΟΚ)

  1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΑΥΣΤΗΡΗ ΕΥΘΥΝΗ: Η Οδηγία 85/374/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 1999/34/ΕΚ («η Οδηγία») δημιουργεί καθεστώς αυστηρής ευθύνης προς όφελος του ζημιωθέντα από ελαττωματικό προϊόν. Με βάση την εν λόγω Οδηγία δεν έχει καμία απολύτως σημασία εάν το πρόσωπο που ευθύνεται νομικά, φταίει για την ελαττωματικότητα του προϊόντος. Με άλλα λόγια, ο ζημιωθείς απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποδείξει την ύπαρξη αμέλειας. To μόνο που πρέπει να αποδείξει, είναι την ύπαρξη ελαττώματος στο προϊόν, την πρόκληση ζημιάς σε αυτόν, και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δύο. Φυσικά, σύμφωνα και με το άρθρο 13 της Οδηγίας, τυχόν δικαιώματα του ζημιωθέντα που απορρέουν από οποιοδήποτε συμβατικό όρο ή άλλο κανόνα δικαίου δεν επηρεάζονται από την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης που παρέχεται σε αυτόν από την Οδηγία. Η Οδηγία καθορίζει καθεστώς ευθύνης μόνο για τα ζητήματα που ρυθμίζει.

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ: Οι πλείστες Ευρωπαϊκές Οδηγίες που αποσκοπούν στην προστασία του καταναλωτή, εφαρμόζονται όπου ο αγοραστής των αγαθών έχει την ιδιότητα του καταναλωτή. Η Οδηγία όμως, διαφέρει σε αυτό το σημείο. Οι βασικές διαφορές της με τις Οδηγίες που αποσκοπούν στην προστασία των καταναλωτών είναι ότι: Πρώτον, για να έχει κάποιο πρόσωπο αγώγιμο δικαίωμα βάσει της Οδηγίας, δεν απαιτείται να είναι ο ίδιος ο αγοραστής του ελαττωματικού προϊόντος. Δεύτερον, δεν απαιτείται να ενεργεί είτε αυτός είτε ο αγοραστής ως καταναλωτής. Δικαίωμα αποζημιώσεων έχουν όλοι όσοι ζημιώνονται από το ελαττωματικό προϊόν (τόσο ο αγοραστής όσο και τρίτα πρόσωπα). Εξ ου και η Οδηγία αναφέρονται σε «ζημιωθέντα» και όχι σε «αγοραστή» ή «καταναλωτή». Τρίτον, για την εφαρμογή της Οδηγίας δεν έχει σημασία εάν το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν είναι καταναλωτικό αγαθό δεδομένου ότι η ζημιά η οποία προκαλεί είναι ζημιά σε περιουσία του ζημιωθέντα η οποία συνήθως προορίζεται και χρησιμοποιείται για ιδιωτική ή καταναλωτική χρήση. Η ζημιά στο ίδιο το ελαττωματικό προϊόν εξαιρείται.

Ακριβώς για το λόγο ότι συνήθως η ζημιά από ελαττωματικό προϊόν θα είναι ζημιά σε καταναλωτικά αγαθά, στην πράξη η Οδηγία εφαρμόζεται κυρίως όπου ο ζημιωθείς ενεργούσε ως καταναλωτής κατά την αγορά των αγαθών που ζημιώθηκαν. Όπως προαναφέρθηκε, βασικές εξαιρέσεις αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η ζημιά που προκαλεί το ελαττωματικό προϊόν είναι θάνατος ή τραυματισμός ή βλάβη σε ακίνητη ιδιοκτησία που συνήθως προορίζεται και χρησιμοποιείται κυρίως για ιδιωτική χρήση.

  1. ΕΝΝΟΙΑ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Το άρθρο 6(1) της Οδηγίας 85/373/ΕΟΚ, καθορίζει την έννοια του ελαττωματικού προϊόντος. Σύμφωνα με αυτό:

«προϊόν θεωρείται ελαττωματικό, εάν δεν παρέχει την ασφάλεια που δικαιούται κανείς να αναμένει, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων: α) της εξωτερικής εμφάνισης του προϊόντος· β) της ευλόγως αναμενόμενης χρησιμοποίησης του προϊόντος· γ) του χρόνου κατά τον οποίο το προϊόν ετέθη σε κυκλοφορία.»

ΕΠΙΠΕΔΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ: Η έκτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας αναφέρει ότι το επίπεδο της ασφάλειας πρέπει να είναι αυτό που δικαιούται να αναμένει το ευρύ κοινό. Όπου για παράδειγμα το προϊόν είναι ζεστός καφές το ευρύ κοινό αναμένει ότι εάν αυτός χυθεί επάνω σε κάποιον, θα του προκαλέσει ελαφρά εγκαύματα και όχι εγκαύματα τρίτου βαθμού. Το επίπεδο αυτό μπορεί να διαφέρει από το επίπεδο ασφάλειας που πράγματι αναμένει ο ίδιος ο Ενάγοντας. Στην υπόθεση Richardson v LRC Products Ltd μια γυναίκα χρησιμοποίησε προφυλακτικό το οποίο όμως κατά τη συνουσία έσπασε με αποτέλεσμα να μείνει έγκυος. Αν και το Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία της ότι ανέμενε πως το προφυλακτικό δεν θα έσπαζε, απέρριψε την αγωγή της, αναφέροντας ότι το επίπεδο ασφάλειας που δικαιούτο να αναμένει το ευρύ κοινό από το προφυλακτικό ήταν πιο χαμηλό από αυτό που ανέμενε η ίδια. Ο κριτής για το επίπεδο ασφάλειας που δικαιούται να αναμένει το ευρύ κοινό είναι το Δικαστήριο.

ΑΠΟΔΟΧΗ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΟΣ: Όπου το ελάττωμα ή η πιθανότητα ύπαρξης του ελαττώματος δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, τότε προφανώς δεν θεωρούνται αποδεκτά από αυτό. Αντίθετα, εάν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, τότε η χρήση του προϊόντος από μόνη της συνεπάγεται και αποδοχή του ελαττώματος ή της πιθανότητας ύπαρξης του ανάλογα με την περίπτωση. Έτσι, στην υπόθεση Richardson (πιο πάνω) αποφασίστηκε ότι το ευρύ κοινό αποδεχόταν την πιθανότητα ένα προφυλακτικό να σπάσει κατά τη συνουσία. Παρομοίως, είναι αποδεκτό από το ευρύ κοινό ότι αντισυλληπτικό χάπι πιθανών να προκαλέσει καρδιαγγειακές παθήσεις εφόσον αυτή είναι γνωστή παρενέργεια ή ότι η πιθανότητα εκδήλωσης συνδρόμου τοξικού σοκ είναι αποδεκτός κίνδυνος από γυναίκες που χρησιμοποιούν ταμπόν.

  • ΠΡΟΪΟΝ

Σύμφωνα με τους ορισμούς της Οδηγίας 85/373/ΕΟΚ, προϊόν «θεωρείται κάθε κινητό, εκτός από τις πρώτες ύλες γεωργίας και τα προϊόντα κυνηγίου, ακόμα και εάν είναι ενσωματωμένο σε άλλο κινητό ή ακίνητο.» Πολύ σημαντικό είναι και το γεγονός πως ως προϊόντα θεωρείται και ο ηλεκτρισμός, δεν περιλαμβάνονται όμως υπηρεσίες, όπως για παράδειγμα λανθασμένες πληροφορίες που περιέχονται σε εφημερίδες – έστω και εάν η εφημερίδα αποτελεί από μόνη της προϊόν. Επίσης, ως προαναφέρθηκε, είναι σημαντικό πως στον ορισμό των προϊόντων εμπίπτουν και τα προϊόντα που είναι ενσωματωμένα σε ακίνητη περιουσία – σε αντίθεση με τη γενική αρχή του δικαίου πώλησης αγαθών ότι τέτοια αγαθά θεωρούνται προσαρτήματα της γης.

  • ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Με βάση την Οδηγία, προϊόν θεωρείται ασφαλές όταν δεν προκαλεί ζημιά.

ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το βάρος απόδειξης ότι ένα προϊόν δεν παρέχει ασφάλεια, το φέρει ο ενάγοντας. Αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο καθότι πολλές φορές η φύση του προϊόντος είναι τόσο περίπλοκη που η έλλειψη ασφάλειας μπορεί να αποδειχθεί μόνο με μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Σημειώνεται ότι, αν και ο καταναλωτής οφείλει να αποδείξει ότι υπάρχει κάποιο ελάττωμα στο προϊόν δεν απαιτείται να συγκεκριμενοποιήσει ποιο είναι αυτό το ελάττωμα. Έτσι, εάν αποδείξει απλώς ότι υπάρχει κάποιο ελάττωμα στα ηλεκτρονικά του αυτοκινήτου του χωρίς να το εξειδικεύσει, θα επιτύχει.

  • ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΥΠΟΨΗ

Το κατά πόσο ένα προϊόν θεωρείται ελαττωματικό κρίνεται πάντοτε σε συνάρτηση με το επίπεδο ασφάλειας που δικαιούται να αναμένει το ευρύ κοινό. Με βάση το άρθρο 6(1) προϊόν θεωρείται ελαττωματικό όταν δεν παρέχει την ασφάλεια που δικαιούται κανείς να αναμένει, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων:

«α) της εξωτερικής εμφάνισης του προϊόντος·

β) της ευλόγως αναμενόμενης χρησιμοποίησης του προϊόντος· και

γ) του χρόνου κατά τον οποίο το προϊόν ετέθη σε κυκλοφορία

ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ: Η φράση «λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων» στο άρθρο 6(1) της Οδηγίας σημαίνει ότι οι πιο πάνω περιστάσεις είναι μεν οι σημαντικότερες, αλλά δεν είναι οι μοναδικές. Η φράση «όλες οι περιστάσεις» σημαίνει όλες τις σχετικές περιστάσεις. Ο Εναγόμενος όμως, δεν μπορεί να προβάλει ως σχετική περίσταση τη δυσκολία αποφυγής του ελαττώματος στο επίδικο προϊόν, καθώς κάτι τέτοιο θα αντιτίθετο στο καθεστώς αυστηρής ευθύνης που δημιουργεί η Οδηγία.

ΔΙΑΘΕΣΗ ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ: Η ύπαρξη άλλων παρόμοιων προϊόντων κατά το χρόνο που τίθεται σε κυκλοφορία το επίδικο προϊόν, τα οποία είναι ασφαλέστερα από αυτό, μπορεί να ληφθεί υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο το επίδικο προϊόν είναι ελαττωματικό. Όπου όμως τα ασφαλέστερα αυτά προϊόντα τίθενται σε κυκλοφορία μετά το επίδικο προϊόν, αυτό από μόνο του δεν καθιστά το επίδικο προϊόν ελαττωματικό.

ΥΠΑΡΞΗ ΠΡΟΤΥΠΩΝ: Όπου υπάρχουν επίσημα πρότυπα ποιότητας π.χ. πρότυπα ISO, αυτό λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το κατά πόσο ένα προϊόν θεωρείται ότι παρέχει ασφάλεια. Σημειώνεται όμως ότι, η μη συμμόρφωση με αυτά δεν έχει πάντοτε ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι το προϊόν δεν παρέχει ασφάλεια – ιδιαίτερα όπου τα πρότυπα ποιότητας δεν είναι νομικά δεσμευτικά. Στην Tesco Stores v Connor Frederick Pollock ένα βρέφος δεκατριών μηνών άνοιξε ένα μπουκάλι με σκόνη πλυντηρίου των πιάτων την οποία κατάπιε, με συνέπεια να δηλητηριαστεί. Η αγωγή κινήθηκε εναντίον του κατασκευαστή του μπουκαλιού με το επιχείρημα ότι ενώ το μπουκάλι υποτίθεται πως είχε καπάκι ασφαλείας για τα παιδιά, εντούτοις άνοιξε πανεύκολα. Η μαρτυρία έδειξε ότι το καπάκι ήταν του είδους που για να ανοίξει έπρεπε να πιεστεί και μετά να γυριστεί, όμως απαιτείτο σημαντικά λιγότερη δύναμη από ότι για παρόμοια καπάκια που πληρούσαν το Βρετανικό Επίπεδο (“British Standard”) καπακιών. Όμως, παρόλο που απαιτείτο λιγότερη δύναμη από ότι για παρόμοια καπάκια που πληρούσαν το Βρετανικό Επίπεδο καπακιών, επειδή για το συγκεκριμένο καπάκι απαιτείτο περισσότερη δύναμη από ότι για ένα συνηθισμένο καπάκι, και περισσότερη δύναμη από ότι θα αναμενόταν ότι θα μπορούσε να εξασκήσει ένα βρέφος δεκατριών μηνών, το αγγλικό Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντα. Το Εφετείο ανέφερε ότι το ευρύ κοινό δικαιούτο να αναμένει ότι το καπάκι θα ήταν πιο δύσκολο να ανοίξει από ότι ένα συνηθισμένο καπάκι και τίποτα περισσότερο.

Υποβάλλεται ότι, όπου τα επίσημα πρότυπα είναι δεσμευτικά για τον παραγωγό, τότε μη συμμόρφωση με αυτά, από μόνη της αρκεί για να θεωρηθεί ότι το προϊόν δεν παρέχει ασφάλεια.

Α. Τρόπος με τον οποίο και σκοποί για τους οποίους τέθηκε σε κυκλοφορία

ΤΡΟΠΟΣ:  Ο τρόπος με τον οποίο ένα προϊόν τίθεται σε κυκλοφορία επηρεάζει το επίπεδο ασφάλειας που παρέχει. Για παράδειγμα, όταν ένα συγκεκριμένο προϊόν τίθεται σε κυκλοφορία μαζί με άλλα προϊόντα μπορεί να είναι ασφαλές, ενώ εάν τεθεί σε κυκλοφορία μόνο του, μπορεί να μην παρέχει εξίσου ψηλό επίπεδο ασφάλειας.

ΣΚΟΠΟΣ: Ο σκοπός για τον οποίο τίθεται σε κυκλοφορία ένα προϊόν επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό το επίπεδο ασφάλειας που αναμένεται από αυτό. Εάν για παράδειγμα ο σκοπός είναι η διατήρηση ασθενούς στη ζωή, το επίπεδο ασφάλειας το οποίο αναμένεται είναι τόσο επαυξημένο ώστε η έννοια της ελαττωματικότητας να περιλαμβάνει και πιθανότητα εκδήλωσης ελαττωματικότητας στο μέλλον. Στην υπόθεση Boston Scientific Medizintechnik. που αφορούσε ιατρικά προϊόντα, και συγκεκριμένα καρδιακούς βηματοδότες και εμφυτεύσιμους αυτόματους απινιδωτές, διαπιστώθηκε από τον κατασκευαστή ότι κάποια προϊόντα της ίδιας ομάδας ή σειράς παραγωγής με αυτά που ήταν εμφυτευμένα στα σώματα των εναγόντων ενδεχομένως να παρουσίαζαν βλάβη στο μέλλον. Στα ίδια τα προϊόντα που ήταν εμφυτευμένα στα σώματα των εναγόντων όμως (στο εξής «τα επίδικα προϊόντα») δεν είχε διαπιστωθεί κάτι τέτοιο.

Το γεγονός ότι μόνο μερικά προϊόντα από την ίδια ομάδα ή σειρά παραγωγής με τα επίδικα, ενδεχομένως να παρουσίαζαν ελάττωμα στο μέλλον, δεν στάθηκε εμπόδιο στο να αποφασιστεί ότι όλα τα προϊόντα της συγκεκριμένης ομάδας ή σειράς παραγωγής περιλαμβανομένων των επιδίκων ήταν ελαττωματικά. Το Δικαστήριο τόνισε ότι λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό αυτών των προϊόντων και την ευάλωτη κατάσταση των ασθενών που τα χρησιμοποιούν, οι χρήστες τους δικαιούνται να έχουν ιδιαίτερα ψηλές απαιτήσεις ασφαλείας. Επίσης τόνισε ότι τυχόν ελάττωμα αυτών των προϊόντων θα είχε ασυνήθιστα ψηλή πιθανότητα ζημιάς στους χρήστες. Υπό αυτά τα δεδομένα, αποφάσισε ότι ακόμα και χωρίς να αποδειχθεί το ελάττωμα στα επίδικα προϊόντα, μπορούσε να εξαχθεί αυτόματα συμπέρασμα ότι ήταν ελαττωματικά όλα τα προϊόντα της ομάδας ή σειράς παραγωγής των προϊόντων. Αν και η απόφαση αυτή μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται αυστηρή, δεν πρέπει εντούτοις να ξενίζει καθώς ουσιαστικά περιορίζεται στα γεγονότα της, εφόσον αφορούσε προϊόντα που παρουσιάζουν μία ιδιαιτερότητα αναφορικά με τη ζημιά που θα προκαλέσουν στους χρήστες τους εάν το ελάττωμα εκδηλωθεί.

ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΣΚΟΠΟΥ ΜΕ ΧΡΗΣΗ: Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ασφάλεια ενός προϊόντος δεν κρίνεται in abstracto. Λαμβάνεται υπόψη η χρήση που γίνεται στο προϊόν σε συσχέτιση με το σκοπό που αυτό τέθηκε σε κυκλοφορία.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Ο Α, έφηβος, αγόρασε οδοντόκρεμα από τον Π. Την επόμενη μέρα στο σχολείο ο Α ακούει ότι οποιαδήποτε οδοντόκρεμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για θεραπεία της ακμής. Έτσι λοιπόν, μόλις πάει σπίτι, αλείφει την οδοντόκρεμα σε μέρη του προσώπου του όπου παρουσίαζε ακμή. Την επομένη, ξύπνα με σοβαρής μορφής δερματίτιδα με αποτέλεσμα να χρειαστεί ακριβή δερματολογική θεραπεία. Δεδομένου ότι ο σκοπός για τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία η οδοντόκρεμα δεν είναι για θεραπεία της ακμής, η οδοντόκρεμα δεν θεωρείται ελαττωματική.

Β. Παροχή οδηγιών, προειδοποιήσεων Ή δηλώσεων αναφορικά με κατοχή, χρήση Ή κατανάλωση

Στην Iman Abouzaid v Mothercare (UK) Ltd o ενάγοντας βοηθούσε τη μητέρα του να εφαρμόσει κάλυμμα στο καροτσάκι του μικρού του αδελφού όταν ένα ελαστικό λουρί εκσφενδονίστηκε και μία μεταλλική αγκράφα στο ένα άκρο του λουριού τον χτύπησε στο μάτι τραυματίζοντάς τον. Το αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι το προϊόν ήταν ελαττωματικό καθώς ο σχεδιασμός του επέτρεπε τη δημιουργία του κινδύνου που πράγματι υλοποιήθηκε. Το Δικαστήριο τόνισε ότι το προϊόν πωλήθηκε με τέτοιο σχεδιασμό που επέτρεπε τη δημιουργία κινδύνου χωρίς να παρέχει οδηγίες στον χρήστη του προϊόντος να μην στέκεται σε τέτοια θέση, ούτως ώστε οι πιθανότητες υλοποίησης του κινδύνου να μειώνονταν. Έτσι, το ευρύ κοινό δικαιούτο να αναμένει υψηλό επίπεδο ασφάλειας, ειδικά ενόψει των σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται ένας τραυματισμός στο μάτι.

ΑΠΩΛΕΙΑ ΟΔΗΓΙΩΝ Ή ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΩΝ: Στην Worsley v Tambrands Limited η Ενάγουσα αγόρασε ταμπόν στη συσκευασία του οποίου αναγραφόταν ότι το ταμπόν συσχετιζόταν με συγκεκριμένη πάθηση και έτσι οι χρήστες έπρεπε να διαβάσουν προσεκτικά το φυλάδιο που βρισκόταν εντός της συσκευασίας. Η Ενάγουσα απώλεσε το φυλάδιο. Όταν προσβλήθηκε από την πάθηση, ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ότι οι προειδοποιήσεις για τη χρήση του προϊόντος ήταν ελλιπείς και άρα το προϊόν ήταν ελαττωματικό. Η απαίτηση της απορρίφθηκε εφόσον το προϊόν συνοδευόταν από επαρκείς προειδοποιήσεις για τη χρήση του και δεν μπορούσε να αποτελεί βάση για την ευθύνη του παραγωγού το γεγονός πως η ίδια τις απώλεσε.

Γ. Χρόνος κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία

Ένα προϊόν θεωρείται ότι τίθεται σε κυκλοφορία όταν ο παραγωγός του κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του το καθιστά διαθέσιμο για προμήθεια σε άλλους.

(i)  ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ

Για την έννοια του «παραγωγού» βλέπε Ενότητα 3.1 πιο κάτω.

(ii) ΟΤΑΝ ΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Στην υπόθεση OByrne λέχθηκε ότι:

«…πρέπει να θεωρείται ότι ένα προϊόν έχει τεθεί σε κυκλοφορία… όταν έχει εξέλθει της παραγωγικής διαδικασίας που εφαρμόζει ο παραγωγός και έχει εισέλθει σε διαδικασία εμπορικής κυκλοφορίας, στο πλαίσιο της οποίας προτείνεται, ως έχει, στο κοινό».

ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΠΩΛΗΣΗ: Με βάση την πιο πάνω υπόθεση λοιπόν, προϊόν θεωρείται ότι τίθεται σε κυκλοφορία όταν εξέρχεται της φάσης παραγωγής και εισέρχεται σε «εμπορική κυκλοφορία». Όταν το προϊόν πωλείται απευθείας από τον παραγωγό, θεωρείται ότι εισέρχεται σε εμπορική κυκλοφορία όταν καταστεί διαθέσιμο στον αγοραστή. Αυτό ισχύει ανεξαρτήτως εάν το προϊόν έχει εξέλθει της σφαίρας ελέγχου του παραγωγού. Έτσι, όπου ένα προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο εντός των εγκαταστάσεων του παραγωγού, θεωρείται ότι έχει τεθεί σε κυκλοφορία με τη χρήση του από τον αγοραστή στις εγκαταστάσεις αυτές.

ΑΛΥΣΙΔΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ: Όσο αφορά τις υποθέσεις που υπάρχει αλυσίδα διανομής, εάν ένα μέρος της αλυσίδας διανομής είναι στενά συνδεδεμένο με τον παραγωγό, π.χ. είναι θυγατρική του εταιρεία, τότε, για να διαπιστωθεί κατά πόσο το προϊόν έχει περάσει από την παραγωγή στη διανομή πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο συμμετέχει και αυτό το μέρος στη διαδικασία παραγωγής. Κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος, δεν έχει σημασία εάν πρόκειται για ξεχωριστό νομικό πρόσωπο από τον παραγωγό. Αυτό που έχει σημασία είναι εάν οι δύο οντότητες ασκούν διαφορετικές δραστηριότητες παραγωγής ή εάν η μία ενεργεί σαν διανομέας της άλλης. Στην πρώτη περίπτωση, και οι δύο οντότητες θεωρούνται ότι αποτελούν από κοινού τον «παραγωγό» και άρα η παράδοση του προϊόντος από τη μία οντότητα στην άλλη δεν έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, μόλις το προϊόν δοθεί από την οντότητα-παραγωγό στην οντότητα-διανομέα, θεωρείται ότι το προϊόν τίθεται σε κυκλοφορία.

  • ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΜΗ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

Όπου ένα προϊόν παράγεται ως μέρος σειράς προϊόντων ή παράγεται σε γραμμή παραγωγής προϊόντων τα οποία είναι τυποποιημένα, υπάρχει το ενδεχόμενο λόγω κατασκευαστικού λάθους να διαφέρει από τα υπόλοιπα προϊόντα της σειράς ή γραμμής παραγωγής. Σε αυτή την περίπτωση, το προϊόν αυτό θεωρείται μη τυποποιημένο. Στην αγγλική αυθεντία A v National Blood Authority o Δικαστής Burton αποφάσισε ότι για να διαπιστωθεί εάν το επίδικο προϊόν είναι τυποποιημένο θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, εάν το προϊόν διαφέρει από τα άλλα προϊόντα της γραμμής παραγωγής και δεύτερον (νοουμένου ότι πράγματι διαφέρει), κατά πόσον η διαφορά οφείλεται σε κατασκευαστικό λάθος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το προϊόν θεωρείται μη τυποποιημένο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θεωρείται τυποποιημένο (συμπεριλαμβανομένης προφανώς και της περίπτωσης όπου το προϊόν δεν διαφέρει από τα υπόλοιπα).

Το γεγονός ότι ένα προϊόν είναι μη τυποποιημένο, δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι θεωρείται και ελαττωματικό. Με βάση την πιο πάνω απόφαση για να θεωρηθεί ελαττωματικό για σκοπούς της Οδηγίας, μακράν ο πιο σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη είναι η αποδοχή του κατασκευαστικού λάθους από το ευρύ κοινό σε σύγκριση με άλλα παρόμοια προϊόντα στην αγορά. Με άλλα λόγια, εάν το ευρύ κοινό αποδέχεται το κατασκευαστικό λάθος και παρά την ύπαρξη του, είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιεί το (μη τυποποιημένο) προϊόν. Σε αντίθεση με τα τυποποιημένα προϊόντα όπου η γνώση της πιθανότητας ελαττώματος από το ευρύ κοινό συνεπάγεται πάντοτε και κοινωνική αποδοχή τους, δεν ισχύει το ίδιο στα μη τυποποιημένα προϊόντα. Στην περίπτωση μη τυποποιημένων προϊόντων, ενδεχομένως το κατασκευαστικό λάθος να είναι γνωστό αλλά να μην είναι κοινωνικά αποδεκτό (π.χ. λόγω του ότι μειώνει σημαντικά την ασφάλεια του προϊόντος). Προφανώς όμως εάν η πιθανότητα ύπαρξης ελαττώματος δεν είναι γνωστή στο ευρύ κοινό, είναι αδύνατο να είναι κοινωνικά αποδεκτή.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Ο Α, ο οποίος είναι αλλεργικός στους ξηρούς καρπούς, αγοράζει γλύκισμα από τον Π. Η συσκευασία του γλυκίσματος αναγράφει με έντονα γράμματα ότι το γλύκισμα δύναται να έχει ίχνη από ξηρούς καρπούς. Καταναλώνοντας το γλύκισμα ο Α παθαίνει αλλεργίες με αποτέλεσμα να χρειαστεί θεραπεία. Το συγκεκριμένο γλύκισμα είναι μη τυποποιημένο προϊόν ακριβώς επειδή περιέχει ίχνη από ξηρούς καρπούς (σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία των γλυκισμάτων του Π). Εφόσον το ευρύ κοινό γνωρίζει τον κίνδυνο ελαττωματικότητας του γλυκίσματος τίθεται το θέμα κατά πόσο τον αποδέχεται. Υποβάλλεται ότι σε αυτή την περίπτωση το κατασκευαστικό λάθος είναι αποδεκτό και έτσι το προϊόν δεν θεωρείται ελαττωματικό.

  1. ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ

ΓΕΝΙΚΑ: Το πρόσωπο που ευθύνεται δυνάμει της Οδηγίας, ρυθμίζεται από τα άρθρα 3(1), 3(2) και Αιτιολογική Σκέψη 2 της Οδηγίας τα οποία εκτός από τη ευθύνη του παραγωγού, ρυθμίζουν και ποιος από τους επαγγελματίες που συμμετείχαν στις διαδικασίες κατασκευής και διάθεσης του προϊόντος στο εμπόριο, φέρει την ευθύνη. Αυτοί είναι ο εισαγωγέας καθώς και οποιοσδήποτε προμηθευτής του προϊόντος που εμπλέκεται σε οποιοδήποτε στάδιο, στην αλυσίδα διανομής. Τα πιο πάνω πρόσωπα αναφέρονται περιοριστικά στη νομοθεσία και ευθύνονται ως να ήταν ο παραγωγός.

ΠΑΡΟΧΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ: Σημειώνεται ότι ο πάροχος υπηρεσιών που στα πλαίσια των υπηρεσιών που παρέχει χρησιμοποιεί ελαττωματικό προϊόν που προμηθεύτηκε από άλλο πρόσωπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως παραγωγός ούτε ως προμηθευτής του προϊόντος. Η λογική είναι ότι η Οδηγία δεν ρυθμίζει τα ζητήματα ευθύνης τέτοιων προσώπων και ο πάροχος υπηρεσιών δεν είναι μέρος της αλυσίδας κατασκευής και διάθεσης του συγκεκριμένου προϊόντος στην αγορά, εφόσον δεν το αγοράζει για να το μεταπωλήσει. Ως αποτέλεσμα, εάν κάποιος ζημιωθεί από προϊόν το οποίο χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια υπηρεσιών που του παρασχέθηκαν, δεν απολαμβάνει την προστασία της Οδηγίας και έτσι εκτός του ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αυστηρή ευθύνη εναντίον του αντισυμβαλλομένου του, δεν μπορεί καν να τον υποχρεώσει να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραγωγού ή του προμηθευτή του.

  • ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ

Ο ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ: Με βάση το άρθρο 1 της Οδηγίας:

«Ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του»

Συνεπώς, όπου ο ζημιωθέντας αποδεικνύει ότι του προκλήθηκε ζημιά από ελαττωματικό προϊόν, ο βασικός υπεύθυνος έναντι του είναι ο παραγωγός του προϊόντος.

ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ: Με βάση της Οδηγία, παραγωγός του προϊόντος θεωρείται:

«…ο κατασκευαστής ενός τελικού προϊόντος, ο παραγωγός κάθε πρώτης ύλης ή ο κατασκευαστής ενός συστατικού καθώς και κάθε πρόσωπο του εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή κάθε άλλο διακριτικό του σημείο·»

ΕΜΠΛΟΚΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ: Δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο ποιος είναι ο παραγωγός. Αυτό προκύπτει κυρίως όπου στην παραγωγή και/ή διανομή του προϊόντος εμπλέκονται διάφορα νομικά ή φυσικά πρόσωπα. Σε τέτοια περίπτωση ως παραγωγοί θεωρούνται μόνο όσα πρόσωπα εμπλέκονται μέχρι τη στιγμή που το προϊόν θεωρείται ότι τέθηκε σε κυκλοφορία. Όπως είδαμε και πιο πάνω, προϊόν θεωρείται ότι τίθεται σε κυκλοφορία όταν εξέρχεται από την παραγωγή και εισέρχεται σε εμπορική κυκλοφορία.

Όπου ο Ενάγοντας γνωρίζει για την ύπαρξη μητρικής και θυγατρικής εταιρείας και δεν μπορεί να γνωρίζει ποια από τις δύο εταιρείες έλαβε την απόφαση για να τεθεί το προϊόν σε κυκλοφορία είναι καλό να κινηθεί αγωγή εναντίον και των δύο αφενός μεν για να μην τίθεται θέμα παραγραφής, και αφετέρου για να αναγκαστούν οι Εναγόμενες εταιρείες να αποκαλύψουν ποια από τις δύο έλαβε την απόφαση.

ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ: Σύμφωνα με την απόφαση C‑691/21, διαχειριστής δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας θεωρείται «παραγωγός» αφού προβαίνει σε μετατροπή του επιπέδου τάσεως του ηλεκτρικού ρεύματος με σκοπό τη διανομή του στον τελικό πελάτη.

ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΠΩΝΥΜΙΑΣ ΣΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ: Σημειώνεται ότι σε σχέση με την προϋπόθεση της Οδηγίας που θέλει ως παραγωγό πρόσωπο το οποίο έχει επιθέσει την επωνυμία, το σήμα ή κάθε άλλο διακριτικό του σημείο στο προϊόν, αυτή είναι αυτοτελής και σύμφωνα με την απόφαση C-264/21:

«…ουδόλως απαιτείται το πρόσωπο το οποίο έχει επιθέσει ή έχει επιτρέψει να τεθεί πάνω στο προϊόν η επωνυμία του, το σήμα του ή άλλο διακριτικό σημείο να εμφανίζεται και με κάποιον άλλο τρόπο ως παραγωγός του προϊόντος προκειμένου να θεωρηθεί ως «παραγωγός» 

  • ΕΙΣΑΓΩΓΕΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΕΑΣ: Με βάση το άρθρο 3(2) της Οδηγίας, «οποιοσδήποτε εισάγει στην Κοινότητα ένα προϊόν για πώληση, μίσθωση, leasing ή οποιαδήποτε άλλη μορφή διανομής στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας» ευθύνεται σαν να ήταν παραγωγός του προϊόντος. Σημειώνεται ότι η εισαγωγή προϊόντων δεν περιορίζεται σε προϊόντα τα οποία εισάγονται από άλλα Κράτη Μέλη («ΚΜ») της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά επεκτείνεται και σε προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ: Με παρόμοιο τρόπο, το άρθρο 3(3), αποδίδει ευθύνη σε κάθε πρόσωπο το οποίο προμήθευσε προϊόν σε άλλο δεδομένου ότι είναι αδύνατο να προσδιοριστεί η ταυτότητα του παραγωγού και ο προμηθευτής δεν ενημέρωσε τον ζημιωθέντα εντός εύλογης προθεσμίας σχετικά με την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν:

Είναι ξεκάθαρό ότι το πιο πάνω άρθρο καλύπτει περιπτώσεις όπου ο ζημιωθέντας δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει την ταυτότητα του παραγωγού. Σε τέτοια περίπτωση ο ζημιωθέντας θα πρέπει εντός εύλογου χρόνου μετά από την πρόκληση της ζημιάς να ζητήσει από τον προμηθευτή όπως του αποκαλύψει την ταυτότητα του παραγωγού. Εάν ο ζημιωθέντας δεν ζητήσει τέτοια αποκάλυψη σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου, ο ζημιωθέντας κωλύεται από του να κινηθεί εναντίον του προμηθευτή. Το δικαίωμα όμως του ζημιωθέντα να κινηθεί εναντίον του παραγωγού και/ή του εισαγωγέα παραμένει άθικτο.

Η Οδηγία δίδει το δικαίωμα πληροφόρησης της ταυτότητας του προηγούμενου προμηθευτή ή του παραγωγού, όχι μόνο στον ζημιωθέντα αλλά και σε κάθε προμηθευτή του προϊόντος. Εν πάση περιπτώσει, όπου γίνει άσκηση αυτού του δικαιώματος, η απλή άρνηση από τον αποδέκτη της παράκλησης ότι δεν είναι ο παραγωγός δεν συνιστά επαρκή εκπλήρωση της υποχρέωσης που έχει να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραγωγού ή του δικού του προμηθευτή. Μάλιστα, η προστασία του ζημιωθέντα έχει επεκταθεί από το ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ούτως ώστε να επιβάλλει θετική υποχρέωση σε προμηθευτή που ενάγεται, να γνωστοποιήσει στον ενάγοντα με δική του πρωτοβουλία και επιμέλεια την ταυτότητα του προμηθευτή του ή του παραγωγού.

  • ΚΟΙΝΗ ΚΑΙ ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΗ ΕΥΘΥΝΗ

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να ευθύνονται περισσότερα από ένα πρόσωπα βάσει της Οδηγίας. Όπου λοιπόν, ευθύνονται δύο ή περισσότερα πρόσωπα το άρθρο 5 της Οδηγίας αναφέρει ότι η ευθύνη τους είναι πάντοτε κοινή (αλληλέγγυα) και κεχωρισμένη. Το άρθρο αυτό θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στους εισαγωγείς οι οποίοι δεν μπορούν να αποφύγουν την ευθύνη έναντι του ζημιωθέντα με οποιοδήποτε τρόπο.

  1. ZHMIA
    • ΑΝΑΚΤΗΣΙΜΗ ΖΗΜΙΑ

Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας ζημιά σημαίνει:

«α) ζημία λόγω θανάτου ή σωματικών βλαβών·

β) ζημία ή καταστροφή, ύψους πέραν ενός εκπιπτόμενου ποσού 500 EUR, κάθε περιουσιακού στοιχείου, εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν, με την προϋπόθεση ότι το περιουσιακό αυτό στοιχείο:

  1. i) είναι από εκείνα που συνήθως προορίζονται για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση, και
  2. ii) χρησιμοποιήθηκε από τον ζημιωθέντα, κυρίως, για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση.»

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Στην υπόθεση Boston Scientific Medizintechnik λέχθηκε ότι η ανακτήσιμη ζημιά περιλαμβάνει και όλα τα έξοδα που απαιτούνται για την εξάλειψη των επιζήμιων συνεπειών του ελαττώματος. Στις δύο υπό εξέταση περιπτώσεις, η εταιρεία που κατασκεύασε καρδιακούς βηματοδότες και εμφυτεύσιμους αυτόματους απινιδωτές, διαπίστωσε ελαττώματα στα προϊόντα αυτά. Σε σχέση με τους βηματοδότες, συνέστησε στους γιατρούς να εξετάσουν το ενδεχόμενο αλλαγής τους, κάτι που συνεπαγόταν εγχείρηση. Σε σχέση με τους απινιδωτές, συνέστησε στους γιατρούς απλά την απενεργοποίηση του μαγνητικού τους διακόπτη. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάνθηκε ότι οι ζημιωθέντες δικαιούνταν όλα τα σχετικά έξοδα που απαιτούνταν να γίνουν για να απαλειφθεί σε έκαστη των περιπτώσεων το ελάττωμα και οι επιζήμιες συνέπειες του. Αν δηλαδή η χειρουργική αφαίρεση των απινιδωτών και αντικατάσταση τους με νέους ήταν αχρείαστη, λόγω του ότι απλή απενεργοποίηση του διακόπτη θα αρκούσε για να απαλειφθούν όλες οι επιζήμιες συνέπειες του ελαττώματος, τότε τα έξοδα μελλοντικής εγχείρησης δεν θα ήταν ανακτήσιμα.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Όσο αφορά τις μη υλικές ζημιές η 9η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας αναφέρεται σε αυτές ως «pretium doloris [πόνο και ταλαιπωρία] ή άλλες ηθικές βλάβες». Η αποκατάστασή των εν λόγω ζημιών αφήνεται πλήρως στα ΚΜ και έτσι διέπεται αποκλειστικά από τις γενικές αρχές του δικαίου των ΚΜ.

  • ΜΗ ΑΝΑΚΤΗΣΙΜΗ ΖΗΜΙΑ

Ζημιές σε περιουσία που προορίζεται για επαγγελματική χρήση δεν καλύπτονται από της Οδηγία. Το ίδιο ισχύει για τυχόν ζημιές οφειλόμενες σε πυρηνικό ατύχημα, το οποίο καλύπτεται από διεθνείς συμβάσεις που έχουν επικυρωθεί από τα ΚΜ καθώς και για προϊόντα που τέθηκαν σε κυκλοφορία πριν την 30/07/1985. Ακόμη, με βάση το άρθρο 9(β) της Οδηγίας δεν επιδικάζονται αποζημιώσεις για ζημιά στο ίδιο το ελαττωματικό προϊόν.

Με βάση το πιο πάνω άρθρο, είναι ξεκάθαρο ότι με βάση την Οδηγία, δεν είναι ανακτήσιμες οι δύο ακόλουθες ζημιές. Πρώτον, η ζημιά στο ίδιο το ελαττωματικό προϊόν και δεύτερον, η ζημιά που προκαλείται σε ένα προϊόν από ελαττωματικό προϊόν το οποίο ήταν μέρος του κατά το χρόνο που το προμηθεύτηκε ο Ενάγοντας.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Ο Α αγοράζει από τον Π ένα ακριβό κινητό τηλέφωνο το οποίο πωλείται μαζί με μπαταρία η οποία μπορεί να αφαιρεθεί. Από ελάττωμα της μπαταρίας το κινητό τηλέφωνο καταστρέφεται. Η ζημιά στο τηλέφωνο δεν είναι ανακτήσιμη αφού με βάση το άρθρο 9(β) η μπαταρία (ελαττωματικό προϊόν) ήταν μέρος του τηλεφώνου (προϊόν) κατά το χρόνο που το προμηθεύτηκε ο Ενάγοντας.

Τέλος, με βάση το άρθρο 9(β), δεν επιδικάζονται αποζημιώσεις για ζημιά σε περιουσία όπου το ποσό των αποζημιώσεων δεν θα υπερέβαινε τα €500. Για σκοπούς υπολογισμού του ποσού αυτού δεν υπολογίζονται οι τόκοι. Ο περιορισμός αυτός όμως, δεν στερεί από τον ζημιωθέντα το δικαίωμα να κινηθεί δικαστικά στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου για παράβαση σύμβασης ή αμέλεια.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η ελάχιστη αξία ζημιάς €500, είναι προϋπόθεση μόνο σε ότι αφορά ζημιά σε περιουσία. Αντίθετα, δεν υφίσταται τέτοιος περιορισμός για ζημιά λόγω θανάτου ή προσωπικών βλαβών. Έτσι, εάν ο ζημιωθείς λόγω τραυματισμού αξιώνει αποζημιώσεις για έξοδα περίθαλψης κάτω των €500, δικαιούται αποζημίωση.

  • ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
    • ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ Ο ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

ΠΡΑΞΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΤΡΙΤΟΥ: Με βάση το άρθρο 8(1) της Οδηγίας, «η ευθύνη του παραγωγού δεν μειώνεται, εάν η ζημία οφείλεται τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος, όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου.» Αυτό σημαίνει ότι, όπου υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη μεταξύ κάποιου τρίτου προσώπου και κάποιου προσώπου που ευθύνεται με βάση την Οδηγία, η ευθύνη του τελευταίου προσώπου θα είναι πλήρης, ήτοι για όλη τη ζημιά του ζημιωθέντα. Αντίθετα, η ευθύνη του τρίτου προσώπου, δεν καθορίζεται με βάση την Οδηγία αλλά με βάση τις γενικές αρχές του αστικού δικαίου και τις αρχές της συντρέχουσας αμέλειας. Σημειώνεται ότι, το πρόσωπο που υπέχει την ευθύνη βάσει της Οδηγίας, διατηρεί τυχόν δικαιώματά του έναντι του τρίτου προσώπου (π.χ. για συνεισφορά).

ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ: Ακόμη, με βάση το άρθρο 12 της Οδηγίας, η ευθύνη που επιβάλλεται βάσει της Οδηγίας δεν δύναται να περιοριστεί ή να αποκλειστεί έναντι του ζημιωθέντος με ρήτρα περιορισμού ή απαλλαγής από την ευθύνη.

  • ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΕΥΘΥΝΗΣ

Ο μοναδικός τρόπος για να περιοριστεί ή εκμηδενιστεί η ευθύνη που υπέχει πρόσωπο δυνάμει της Οδηγίας είναι ουσιαστικά η συντρέχουσα αμέλεια του ζημιωθέντα ή οποιουδήποτε ενεργεί υπό την ευθύνη του. Αυτό προνοεί το άρθρο 8(2) της Οδηγίας, το οποίο αναφέρει ότι η ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου μπορεί να μειωθεί ή ακόμη και να εκμηδενιστεί όπου η ζημιά προκαλείται τόσο από το ελαττωματικό προϊόν όσο και από υπαιτιότητα του ζημιωθέντα.

  1. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας, ο ζημιωθείς πρέπει να αποδείξει ότι η ζημιά του, είναι αποτέλεσμα του ελαττώματος στο προϊόν. Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ελαττώματος και της ζημιάς μπορεί να αποδεικνύεται είτε άμεσα, είτε αποκλείοντας κάθε άλλο ενδεχόμενο που πιθανόν να προκάλεσε τη ζημιά, μέχρι  που το ελάττωμα στο προϊόν να απομείνει ως το μοναδικό πιθανό ενδεχόμενο πρόκλησης της ζημιάς (νοουμένου ότι το ελάττωμα στο προϊόν είναι τέτοιας φύσης που πιθανόν να προκάλεσε τη ζημιά).

  1. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ

Το άρθρο 7 της Οδηγίας παρέχει κάποιες υπερασπίσεις στον παραγωγό. Αυτές απαριθμούνται εξαντλητικά και απαλλάσσουν τον παραγωγό από οποιαδήποτε ευθύνη· συνεπώς πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά από τα δικαστήρια. Οι υπερασπίσεις είναι οι ακόλουθες:

  • ΔΕΝ ΕΘΕΣΕ ΤΟ ΠΡΟΪΟΝ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Το άρθρο 7(α) αναφέρει ότι αποτελεί υπεράσπιση για τον παραγωγό εάν αποδείξει ότι «δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία.» Αυτή η υπεράσπιση έχει δύο μορφές. Η πρώτη είναι όπου ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το προϊόν δεν τέθηκε καθόλου σε κυκλοφορία. Όπως έχουμε δει, όμως, προϊόν θεωρείται ότι τέθηκε σε κυκλοφορία με τη χρήση του έστω και όταν αυτό χρησιμοποιείται μόνο εντός των εγκαταστάσεων του παραγωγού. Στην υπόθεση Veedfald ιατρικό υγρό κατασκευάστηκε στο φαρμακείο ενός νοσοκομείου, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί σε ασθενή που νοσηλευόταν σε άλλο νοσοκομείο. Και τα δύο νοσοκομεία ανήκαν στον ίδιο οργανισμό που ισχυρίστηκε ότι λόγω των συνθηκών αυτών, το υγρό δεν εξήλθε της σφαίρας ελέγχου του και έτσι έπρεπε να θεωρηθεί πως δεν τέθηκε σε κυκλοφορία. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απέρριψε το επιχείρημα θεωρώντας ότι το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία. Ο λόγος για αυτό ήταν ότι το προϊόν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο εντός των εγκαταστάσεων του παραγωγού. Η δεύτερη μορφή της εν λόγω υπεράσπισης είναι όπου ο Εναγόμενος παραδέχεται μεν ότι το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, αλλά ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε από άλλο πρόσωπο και όχι από τον ίδιο. Για τον ίδιο λόγο, αποτελεί υπεράσπιση όπου το ελαττωματικό προϊόν χρησιμοποιείται παρά τη θέληση του κατασκευαστή, π.χ. πριν να ολοκληρωθεί η διαδικασία παραγωγής.

 

  • ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 7(β) αποτελεί υπεράσπιση όταν ο παραγωγός αποδεικνύει ότι «λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, είναι πιθανόν το ελάττωμα που προκάλεσε τη ζημιά να μην υπήρχε όταν ο παραγωγός έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία ή [το ελάττωμα] να εμφανίστηκε αργότερα.» Σημειώνεται ότι η φράση «εμφανίστηκε αργότερα» υποδηλώνουν ότι το ελάττωμα δημιουργήθηκε αργότερα και δεν περιλαμβάνουν περιπτώσεις κρυμμένων ελαττωμάτων, ήτοι ελαττώματα τα οποίο υπήρχαν εξ’ αρχής αλλά εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα. Στην Piper v JRI Manufacturing Limited ο κατασκευαστής προσθετικού ισχίου (γοφού) απέδειξε ότι όταν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία, όταν δηλαδή το παρέδωσε στο νοσοκομείο όπου έγινε η ενσωμάτωσή του στο σώμα του Ενάγοντα, αυτό δεν ήταν ελαττωματικό. Ο κατασκευαστής απέδειξε ότι τηρούσε διαδικασίες επιθεώρησης και ελέγχου ποιότητας που θα εντόπιζαν το ελάττωμα εάν υπήρχε πριν την παράδοση του στο νοσοκομείο. Έτσι, απέδειξε την υπεράσπιση της αγγλικής διάταξης που αντιστοιχεί στο άρθρο 7(β) της Οδηγίας. Το Δικαστήριο τόνισε ότι το μόνο που απαιτείτο για να στοιχειοθετηθεί από τον κατασκευαστή η υπεράσπιση αυτή ήταν ότι το προϊόν δεν ήταν ελαττωματικό όταν το έθεσε σε κυκλοφορία. Δεν απαιτείτο από τον κατασκευαστή να αποδείξει τον τρόπο που προκλήθηκε μεταγενέστερα το ελάττωμα, ούτε πότε ακριβώς προκλήθηκε.

  • ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟ ΑΛΛΟ ΑΠΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ Ή ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ

Το άρθρο 7(γ) προνοεί ότι αποτελεί υπεράσπιση του οποιουδήποτε προσώπου εάν αυτό αποδείξει ότι δεν «κατασκεύασε το προϊόν, αποβλέποντας στην πώληση ή σε οποιασδήποτε άλλης μορφής διανομή με οικονομικό σκοπό, ούτε το κατασκεύασε ή το διένειμε στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας»

Όπου ο κατασκευαστής του ελαττωματικού προϊόντος το κατασκεύασε για οποιοδήποτε λόγο άλλο από αφιλοκερδή δραστηριότητα, θεωρείται πως το κατασκεύασε για οικονομικό και επαγγελματικό σκοπό. Έτσι στην υπόθεση Veedfald ήταν αδιάφορο το γεγονός πως το ελαττωματικό ιατρικό υγρό είχε κατασκευαστεί από δημόσιο νοσοκομείο και προοριζόταν για ασθενή ο οποίος δεν όφειλε να πληρώσει για αυτό.

  • ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Το άρθρο 7(δ) της Οδηγίας αναφέρει ότι αποτελεί υπεράσπιση για τον Προμηθευτή εάν αποδείξει ότι «ότι το ελάττωμα οφείλεται στο ότι το προϊόν κατασκευάστηκε, σύμφωνα με αναγκαστικούς κανόνες δικαίου που θεσπίστηκαν από δημόσια αρχή». Υποβάλλεται ότι, το ίδιο ισχύει και όπου ο παραγωγός συμμορφώθηκε με υποχρεωτικά πρότυπα ασφάλειας.

  • ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ Ή ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΓΝΩΣΕΩΝ ΟΤΑΝ ΤΕΘΗΚΕ ΤΟ ΠΡΟΪΟΝ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Το άρθρο 7(ε) αναφέρει ότι αποτελεί υπεράσπιση εάν αποδειχτεί ότι όταν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία «τo επίπεδo τωv επιστημovικώv και τεχvικώv γvώσεωv δεv επέτρεπε vα διαπιστωθεί η ύπαρξη τoυ ελαττώματoς» Η εν λόγω υπεράσπιση είναι γνωστή ως η υπεράσπιση των αναπτυσσόμενων κινδύνων (“development risks defence”). Είναι μάλιστα και η μόνη από τις παρεχόμενες υπερασπίσεις την οποία τα ΚΜ μπορούσαν να μην εφαρμόσουν.

Στην C-300/95 διευκρινίστηκε τι ακριβώς σημαίνει η φράση «επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις κατά το χρόνο θέσεως του προϊόντος σε κυκλοφορία». Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είπε πως η φράση αυτή δεν σημαίνει μόνο την πρακτική και τις προδιαγραφές ασφαλείας που χρησιμοποιούνται στο βιομηχανικό τομέα του παραγωγού. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η φράση αυτή περιλαμβάνει το πλέον ψηλό αντικειμενικό επίπεδο των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων κατά το χρόνο που τέθηκε σε κυκλοφορία το επίδικο προϊόν. Ο παραγωγός τεκμαίρεται πως έχει τις εν λόγω γνώσεις, νοουμένου όμως πως αυτές ήταν διαθέσιμες κατά το χρόνο που το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με αυτή του την απόφαση περιόρισε σημαντικά το πεδίο εφαρμογής αυτής της υπεράσπισης, αφού μπορεί να επιτύχει μόνο όταν ο παραγωγός αποδείξει ότι ακόμη και οι πλέον υψηλού επιπέδου γνώσεις δεν θα επέτρεπαν τη διαπίστωση του ελαττώματος. Από την άλλη όμως, η προσθήκη από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της απαίτησης όπως οι γνώσεις αυτές είναι διαθέσιμες, επενεργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Για παράδειγμα εάν υπήρχαν πολύ υψηλού επιπέδου γνώσεις οι οποίες προέκυψαν ως αποτέλεσμα ερευνών που δεν δημοσιεύτηκαν ακόμη, τότε αυτές δεν θα θεωρηθούν διαθέσιμες και έτσι ουσιαστικά θα μειωθεί το αποδεικτικό βάρος που πρέπει να αποσείσει ο παραγωγός για να επιτύχει στην υπεράσπισή του.

Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: ποιες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις θεωρείται ότι είναι διαθέσιμες; Δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Στην υπόθεση C-300/95 για παράδειγμα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην παράγραφο 23 της γνωμάτευσης του, εξέφρασε την άποψη ότι μία Μαντζουριανή επιστημονική επιθεώρηση δεν περιλαμβάνεται στις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες (εφόσον δεν εκδίδεται σε ευρωπαϊκές χώρες). Στην αγγλική αυθεντία A v National Blood Authority όμως, ο Δικαστής Burton J θεώρησε πως ακόμη και μία Μαντζουριανή επιστημονική επιθεώρηση μπορεί να θεωρηθεί ως διαθέσιμη, εάν το κατ’ ισχυρισμό ελαττωματικό προϊόν είναι προϊόν για το οποίο η Μαντζουρία είναι διάσημη.

ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΟΣ: Το γεγονός ότι ο παραγωγός γνώριζε ή μπορούσε να ανακαλύψει την ύπαρξη πιθανότητας εκδήλωσης του ελαττώματος είναι αρκετό για να του στερήσει το δικαίωμα της επίκλησης της εν λόγω υπεράσπισης. Αυτό ισχύει όπου για παράδειγμα ένα από τα προϊόντα μιας συγκεκριμένης σειράς παραγωγής είναι ελαττωματικό και ο παραγωγός το γνωρίζει και εξακολουθεί να θέτει σε κυκλοφορία τα προϊόντα της εν λόγω σειράς. Στην A v National Blood Authority όπου ο παραγωγός γνώριζε ότι για κάθε δοχείο αίματος υπήρχε πιθανότητα εμφάνισης ηπατίτιδας Γ’, προέβαλε την παρούσα υπεράσπιση λέγοντας ότι δεν υπήρχε εξέταση η οποία να αποδεικνύει την ύπαρξη της ηπατίτιδας. Ο Δικαστής Burton J έκρινε ότι η υπεράσπιση, δεν μπορούσε να επιτύχει εφόσον ο κατασκευαστής γνώριζε ότι υπήρχε πιθανότητα εκδήλωσης του ελαττώματος, έστω και εάν η ύπαρξη του ίδιου του ελαττώματος δεν μπορούσε να διαπιστωθεί όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία. Η συλλογιστική του ήταν ότι η φράση «ύπαρξη ελαττώματος» στο Νόμο, δεν περιορίζεται στην ύπαρξη ελαττώματος στο συγκεκριμένο επίδικο προϊόν αλλά περιλαμβάνει και τον κίνδυνο εκδήλωσης του ελαττώματος. Συνακόλουθα αποφάσισε ότι η διάταξη της οδηγίας παρέχει υπεράσπιση μόνο για ελαττώματα που είναι πραγματικά άγνωστα στον παραγωγό.

Αν και το λεκτικό της Οδηγίας δεν υποστηρίζει την απόφαση του Burton J εφόσον αναφέρει ότι αποτελεί υπεράσπιση το γεγονός ότι δεν μπορούσε να διαπιστωθεί το ελάττωμα (και όχι η πιθανότητα εκδήλωσης του), η μεταγενέστερη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-503/13 και C-504/13  φαίνεται να υποστηρίζει σε κάποιο βαθμό το πιο πάνω σκεπτικό. Αποφασίστηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και αν αποδειχτεί μόνο η πιθανότητα εμφάνισης ελαττώματος σε προϊόν της ίδιας ομάδας ή σειράς παραγωγής με το επίδικο προϊόν, μπορεί αυτό να αρκεί για να θεωρηθεί ως ελαττωματικό το επίδικο προϊόν. Υπενθυμίζεται όμως ότι η αρχή που τέθηκε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-503/13 και C-504/13 δεν εφαρμόζεται πάντοτε, αλλά μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου η ενδεχόμενη ζημιά είναι πολύ σοβαρή (π.χ. ανθρώπινης υγείας).

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ: Η υπεράσπιση των αναπτυσσόμενων κινδύνων ουσιαστικά απαλλάσσει τους κατασκευαστές φαρμάκων από οποιαδήποτε ευθύνη βάση της Οδηγίας, εφόσον συνήθως, τυχόν ελαττώματα σε φάρμακα εμφανίζονται είτε κατά το στάδιο των δοκιμών (οπόταν το φάρμακο δεν τίθεται σε κυκλοφορία για αυτό το λόγο) είτε μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση είναι πολύ εύκολο για τον κατασκευαστή να αποδείξει ότι όταν έθεσε το φάρμακο σε κυκλοφορία δεν μπορούσε να διαπιστώσει το ελάττωμα.

  1. ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Το άρθρο 10(1) της Οδηγίας θέτει τις προθεσμίες εντός των οποίων τα ΚΜ πρέπει να θέσουν προθεσμίες για να ασκηθεί το δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστηκε ο ενάγοντας από ελαττωματικό προϊόν.

  • ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΖΗΜΙΑΣ, ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ

Το άρθρο 10(1) προνοεί για το δικαίωμα αγωγής οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ζημιώνει από ελαττωματικό προϊόν:

«Τα κράτη μέλη θα λάβουν νομοθετικά μέτρα, ώστε η αγωγή περί επανόρθωσης της ζημίας, βάσει της παρούσας οδηγίας, να παραγράφεται μετά πάροδο τριών ετών, από την ημέρα που ο ενάγων διαπίστωσε ή όφειλε να είχε διαπιστώσει τη ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού.»

Η τριετής προθεσμία δηλαδή ξεκινά όταν ο ζημιωθείς λαμβάνει γνώση ή θα μπορούσε εύλογα να λάβει γνώση (1) της ζημιάς, (2) του ελαττώματος και (3) της ταυτότητας του παραγωγού.

  • ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Με βάση το άρθρο 11 το δικαίωμα του ζημιωθέντα να αξιώσει αποζημιώσεις

«παραγράφονται μετά πάροδο δέκα ετών, από την ημερομηνία κατά την οποία ο παραγωγός έθεσε σε κυκλοφορία το συγκεκριμένο προϊόν που προξένησε τη ζημία, εκτός εάν, στο μεταξύ, ο ζημιωθείς στράφηκε δικαστικά κατά του παραγωγού.»

ΤΕΘΗΚΕ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ: Ένα προϊόν θεωρείται ότι τίθεται σε κυκλοφορία όταν εξέρχεται από την παραγωγή και εισέρχεται σε εμπορική κυκλοφορία. Το εν λόγω ερώτημα είναι σημαντικό για να διαπιστωθεί πότε ξεκινά η προθεσμία παραγραφής. Το ζήτημα έχει εξεταστεί και πιο πάνω στην Ενότητα 2.2.1.Δ.

ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Όπου ο ζημιωθείς στραφεί εναντίον εταιρείας η οποία θεωρηθεί λανθασμένα ως ο παραγωγός αλλά ανακαλύψει την ταυτότητα του πραγματικού παραγωγού μετά την πάροδο της δεκαετούς προθεσμίας, τίθεται το ερώτημα: μπορεί να υποκαταστήσει την εναγόμενη εταιρεία στην εκκρεμούσα αγωγή με τον πραγματικό παραγωγό; Στην Aventis Pasteur το ευρωπαϊκό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η αντικατάσταση του εναγομένου μετά την πάροδο της δεκαετούς προθεσμίας καταστρατηγεί την προθεσμία και θίγει την ασφάλεια δικαίου που προωθεί η Οδηγία καθώς και την εύλογη προσδοκία του πραγματικού παραγωγού ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη. Επίσης, το ευρωπαϊκό Δικαστήριο τόνισε ότι υποκειμενικά στοιχεία όπως η λανθασμένη εντύπωση του ζημιωθέντα ότι ο εναγόμενος ήταν ο παραγωγός ή η πρόθεση του να εναγάγει τον πραγματικό παραγωγό δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να ληφθούν υπόψην. Έτσι αποφάσισε ότι μετά την πάροδο της δεκαετούς προθεσμίας δεν μπορεί να αντικατασταθεί ο λανθασμένος εναγόμενος με τον πραγματικό παραγωγό. Στην ανωτέρω αρχή υπάρχει η ακόλουθη εξαίρεση: Στην Aventis Pasteur διευκρινίστηκε ότι σε περιπτώσεις που ο λανθασμένος εναγόμενος είναι 100% θυγατρική του πραγματικού παραγωγού, τότε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης εάν στην πραγματικότητα ήταν η μητρική εταιρεία που έθεσε το επίδικο προϊόν σε κυκλοφορία. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το εθνικό δικαστήριο δύναται να αποφασίσει ότι η μητρική εταιρεία μπορεί να υποκαταστήσει την εναγόμενη θυγατρική της, ακόμη και μετά την πάροδο της προθεσμίας.

Εν πάση περιπτώσει, όπως ανέφερε και το ίδιο το ευρωπαϊκό Δικαστήριο, τα ζητήματα που προκύπτουν από την πάροδο της προθεσμίας όπου αρχικά ενάγεται λανθασμένο πρόσωπο ως παραγωγός είναι μόνο ακαδημαϊκής φύσης, εφόσον υπό κανονικές συνθήκες ο ζημιωθείς θα στραφεί εναντίον «λανθασμένου» προσώπου μόνο όπου αυτός είναι προμηθευτής που παραλείπει να τον ενημερώσει για την ταυτότητα του δικού του προμηθευτή ή του πραγματικού παραγωγού. Όπως είδαμε και πιο πάνω, σε αυτή την περίπτωση ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 3(3) της Οδηγίας με αποτέλεσμα η αγωγή του ζημιωθέντα να θεωρείται νομότυπη.

Του Γιώργου Χαραλάμπους και του Ευριπίδη Χατζηνέστορος

Σχετικά Άρθρα

Δυνατότητα του Δικαστηρίου επέκτασης του χρόνου παραπομπής ενός ζητήματος σε διαιτησία
Οι Κανόνες Συμφιλίωσης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Οι Κανόνες Διαμεσολάβησης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Ευριπίδης Χατζηνέστορος Δικηγόρος
Ο Ευριπίδης Χατζηνέστορος είναι δικηγόρος και διαμεσολαβητής. Είναι ο ιδρυτής του Cyprus Consumer Center for ADR. Επίσης διδάσκει εμπορικό δίκαιο στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και διαμεσολάβηση στο Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών. Μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου νομικής, LLB στο Πανεπιστήμιο Queen Mary University του Λονδίνου το 2009, ολοκλήρωσε στη συνέχεια το μεταπτυχιακό του δίπλωμα στο εταιρικό δίκαιο LLM, στο University College London. Αποφοίτησε με Distinction. Ακολούθως ολοκλήρωσε με επιτυχία το επαγγελματικό δίπλωμα Advanced Diploma of International Taxation του Chartered Institute of Taxation και στη συνέχεια έγινε διαπιστευμένος διαμεσολαβητής. Ο Ευριπίδης έχει συγγράψει το βιβλίο «Δίκαιο Πώλησης Αγαθών και Προστασία Καταναλωτή στην Κύπρο» το οποίο εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορους τομείς δικαίου τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία και έχει γίνει αναφορά στα συγγράμματα του από νομικές εκδόσεις στην Αγγλία όπως το Lee Roach, Card & James Business Law (2016, Oxford University Press), Stefan H.C. Lo, In Search of Corporate Accountability: Liabilities of Corporate Participants, (2015, Cambridge Scholars Publishing) και Thomas B. Courtney and Daibhi O’ Leary, The Law of Companies (2016, Bloomsbury Publishing).
Γιώργος Χαραλάμπους Δικηγόρος
Ο Γιώργος είναι δικηγόρος απόφοιτος του University of Birmingham με μεταπτυχιακό στο διεθνές εμπορικό δίκαιο από το King’s College, London. Το 2016 ο Γιώργος δημοσίευσε το βιβλίο «Δίκαιο Πώλησης Αγαθών και Προστασία Καταναλωτή στην Κύπρο» το οποίο εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη. Έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα στην Κύπρο και ασχολείται κυρίως με το τραπεζικό δίκαιο, το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, το δίκαιο αφερεγγυότητας, το εμπορικό δίκαιο και με διασυνοριακές υποθέσεις. Από το 2011 είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο.