ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  – EU FUNDED

Συμβάσεις Καταναλωτικής Πίστης  (Οδηγία 2008/48/ΕΚ)

1. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του ΣυμβουλίουΗ Οδηγία») σκοπεύει στην εναρμόνιση ορισμένων πτυχών των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των ΚΜ που διέπουν τις συμβάσεις πίστωσης με τους καταναλωτές. Σύμβαση πίστωσης είναι σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗΣ: Η Οδηγία είναι πλήρους εναρμόνισης με βάση το άρθρο 22. Όμως, με βάση την αιτιολογική σκέψη 10 της Οδηγίας τα ΚΜ δύνανται να εφαρμόζουν διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας σε τομείς μη εμπίπτοντες στο πεδίο εφαρμογής της. Έτσι, με βάση την απόφαση C -602/10 είναι επιτρεπτό ένα εθνικό μέτρο το οποίο περιλαμβάνει στο καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής του συμβάσεις καταναλωτικής πίστης αντικείμενο των οποίων είναι η χορήγηση καταναλωτικής πίστεως διασφαλιζόμενης μέσω ακινήτου αγαθού ασχέτως του ότι η Οδηγία δεν εφαρμόζεται για τέτοιες συμβάσεις[1] (βλ. πιο κάτω άρθρο 2(2)(α)).

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ: Η Οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης με εξαίρεση τις συμβάσεις που συνάπτονται για τη συνεχή παροχή υπηρεσιών ή για την προμήθεια αγαθών του ίδιου είδους, σύμφωνα με τις οποίες ο καταναλωτής καταβάλλει με δόσεις το τίμημα για τις εν λόγω υπηρεσίες ή αγαθά κατά τη διάρκεια της παροχής τους (άρθρο 3). Επίσης, με βάση το άρθρο 2(2), δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

«α) συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με άλλη παρόμοια εγγύηση που χρησιμοποιείται γενικά σε κράτος μέλος για ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, ή που εξασφαλίζονται βάσει δικαιώματος σχετιζομένου με ακίνητα περιουσιακά στοιχεία·

 

β) συμβάσεις πίστωσης σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή διατήρηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί εγγείου ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου·

 

γ) συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75 000 ευρώ·

 

δ) συμβάσεις μίσθωσης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης στις οποίες ούτε η ίδια η σύμβαση ούτε τυχόν άλλη αυτοτελής σύμβαση ορίζουν υποχρέωση αγοράς του αντικειμένου της σύμβασης· η ύπαρξη υποχρέωσης θεωρείται ότι υφίσταται όταν αποφασίζεται μονομερώς από τον πιστωτικό φορέα·

 

ε) συμβάσεις πίστωσης υπό μορφή δυνατότητας υπερανάληψης και στις οποίες η πίστωση πρέπει να εξοφληθεί εντός ενός μηνός·

 

στ) συμβάσεις πίστωσης οι οποίες είναι άτοκες και χωρίς άλλες επιβαρύνσεις καθώς και συμβάσεις πίστωσης δυνάμει των οποίων η πίστωση πρέπει να εξοφληθεί εντός τριών μηνών και για τις οποίες η καταβλητέα επιβάρυνση είναι ασήμαντη·

 

ζ) συμβάσεις πίστωσης που χορηγούνται άτοκα από εργοδότη στους εργαζομένους του ως δευτερεύουσα δραστηριότητα ή με συνολικά ετήσια ποσοστά επιβάρυνσης χαμηλότερα από εκείνα που επικρατούν στην αγορά, και τα οποία δεν προσφέρονται γενικά στο κοινό·

 

η) συμβάσεις πίστωσης, οι οποίες συνάπτονται με επενδυτικές επιχειρήσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, ή με πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, με σκοπό την παροχή της δυνατότητας στον επενδυτή να διενεργήσει συναλλαγή όσον αφορά μία ή περισσότερες από τις πράξεις που απαριθμούνται στο τμήμα Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, όταν η επενδυτική επιχείρηση ή το πιστωτικό ίδρυμα που χορηγεί την πίστωση συμμετέχει στην εν λόγω συναλλαγή·

 

θ) συμβάσεις πίστωσης που απορρέουν από διακανονισμό που επιτεύχθηκε ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής·

 

ι) συμβάσεις πίστωσης που αφορούν την προθεσμιακή εξόφληση υπάρχουσας οφειλής χωρίς επιβαρύνσεις·

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με την απόφαση C-127/15, όπου διαμεσολαβεί γραφείο είσπραξης οφειλών για να εισπράξει την υπάρχουσα οφειλή, και το γραφείο απαιτεί από τον καταναλωτή να εξοφλήσει το συνολικό ποσό της συγκεκριμένης πίστωσης και να καταβάλει τόκους ή έξοδα που δεν προβλέπονταν στην αρχική συμφωνία βάσει της οποίας χορηγήθηκε η εν λόγω πίστωση, δεν εμπίπτει εντός της εξαίρεσης του άρθρου 2(2)(ι) της Οδηγίας – ήτοι, καλύπτεται από την Οδηγία.[2]

 

ια) συμβάσεις πίστωσης κατά τη σύναψη των οποίων ο καταναλωτής καλείται να καταθέσει εμπράγματη ασφάλεια στον πιστωτικό φορέα ως ενέχυρο και στις οποίες η ευθύνη του καταναλωτή περιορίζεται αυστηρά στο εν λόγω ενέχυρο·

 

ιβ) συμβάσεις πίστωσης που σχετίζονται με δάνεια χορηγούμενα σε περιορισμένο κοινό δυνάμει νομικής διάταξης για σκοπούς κοινής ωφελείας, με επιτόκιο χαμηλότερο από το συνήθως προτεινόμενο στην αγορά, ή άτοκα ή με άλλους όρους οι οποίοι θα ήταν πιο ευνοϊκοί για τον καταναλωτή από αυτούς που επικρατούν στην αγορά και με επιτόκιο όχι υψηλότερο από αυτό που επικρατεί στην αγορά.»

Σε συγκεκριμένες συμβάσεις πίστωσης εφαρμόζονται μόνο συγκεκριμένα άρθρα της Οδηγίας. Αυτές οι συμβάσεις είναι οι ακόλουθες:

  • Συμβάσεις πίστωσης υπό μορφή δυνατότητας υπερανάληψης. Τέτοια σύμβαση πίστωσης είναι ρητή σύμβαση πίστωσης με την οποία πιστωτικός φορέας διαθέτει σε καταναλωτή κεφάλαια που υπερβαίνουν το τρέχον υπόλοιπο του τρέχοντος λογαριασμού του καταναλωτή.[3]
  • Συμβάσεις πίστωσης υπό μορφή υπέρβασης. Τέτοια σύμβαση πίστωσης είναι όπου υπάρχει σιωπηρή αποδοχή υπερανάληψης στο πλαίσιο της οποίας ο πιστωτικός φορέας διαθέτει σε καταναλωτή κεφάλαια που υπερβαίνουν το τρέχον υπόλοιπο του τρέχοντος λογαριασμού του καταναλωτή ή τη συμφωνημένη δυνατότητα υπερανάληψης.[4]

Τα ΚΜ έχουν δικαίωμα να εξαιρούν ή να περιορίζουν την ισχύ της Οδηγίας σε συγκεκριμένες συμβάσεις πίστωσης οι οποίες συνάπτονται από οργανισμό ο οποίος ιδρύεται προς αμοιβαίο όφελος των μελών του, δεν παράγει κέρδη για άλλα πρόσωπα πλην των μελών του, πληροί κοινωνικό σκοπό δυνάμει εσωτερικής νομοθεσίας, παραλαμβάνει και διαχειρίζεται τις αποταμιεύσεις των μελών του και τους παρέχει πιστώσεις και παρέχει πίστωση βάσει συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου που είναι κατώτερο από αυτά που επικρατούν στην αγορά ή υπόκειται σε ανώτατο όριο το οποίο καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο και τα μέλη του οποίου μπορούν να είναι μόνο τα πρόσωπα που κατοικούν ή εργάζονται σε συγκεκριμένη περιοχή ή οι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι πρώην υπάλληλοι συγκεκριμένου εργοδότη, ή πρόσωπα τα οποία πληρούν άλλα κριτήρια οριζόμενα από το εθνικό δίκαιο ως βάση για την ύπαρξη κοινού δεσμού μεταξύ των μελών.

 

2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

2.1.   ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ/ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΝΤΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

2.1.1.                ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Με βάση το άρθρο 4, κάθε διαφήμιση για συμβάσεις πίστωσης που αναφέρει συγκεκριμένο επιτόκιο ή οποιαδήποτε άλλα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν το κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή πρέπει να περιλαμβάνει τυποποιημένες πληροφορίες. Οι εν λόγω πληροφορίες είναι οι ακόλουθες:

«α) το χρεωστικό επιτόκιο, σταθερό ή μεταβλητό, ή αμφότερα, μαζί με πληροφορίες για τυχόν εφαρμοζόμενες επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή·

 

β) το συνολικό ποσό της πίστωσης·

 

γ) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο· στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο δεν χρειάζεται να αναφερθεί·

 

δ) κατά περίπτωση, τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης·

 

ε) σε περίπτωση πίστωσης υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής για συγκεκριμένο αγαθό ή υπηρεσία, την τιμή τοις μετρητοίς και το ποσό της τυχόν προκαταβολής· και

 

στ) κατά περίπτωση, το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής και το ποσό των δόσεων.»

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ: Με βάση την Οδηγία (άρθρο 3(ιβ)) το συνολικό ποσό της πίστωσης είναι το ανώτατο όριο ή το σύνολο των ποσών που διατίθενται βάσει σύμβασης πίστωσης. Σύμφωνα με την υπόθεση C-377/14, το συνολικό ποσό της πίστωσης  δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει κανένα από τα ποσά που προορίζονται για την τήρηση των δυνάμει της οικείας σύμβασης πίστωσης ανειλημμένων δεσμεύσεων, όπως είναι τα διοικητικά έξοδα, οι τόκοι, οι προμήθειες και κάθε άλλο είδος αμοιβής που οφείλει να καταβάλει ο καταναλωτής. H παράτυπη συμπερίληψη, στο συνολικό ποσό της πίστωσης, ποσών εμπιπτόντων στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή θα έχει κατ’ ανάγκη ως συνέπεια τον προσδιορισμό του ΣΕΠΕ σε χαμηλότερο επίπεδο, δεδομένου ότι ο υπολογισμός του εξαρτάται από το συνολικό ποσό της πίστωσης. Ως εκ τούτου, το συνολικό ποσό της πίστωσης και το ποσό της ανάληψης συνιστούν τα ποσά που τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή, με αποτέλεσμα να αποκλείονται τα ποσά που χρησιμοποιεί ο πιστωτικός φορέας για την κάλυψη των συνδεόμενων με την οικεία πίστωση εξόδων και τα οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε καταβάλλονται στον εν λόγω καταναλωτή.[5]

ΕΞΑΙΡΕΣΗ: Στις περιπτώσεις όπου η εθνική νομοθεσία απαιτεί όπως η διαφήμιση αναφέρει το ΣΕΠΕ, τότε δεν είναι αναγκαία η οποιαδήποτε άλλη πληροφόρηση.

Πάραυτα, όπου υπάρχει υποχρεωτική συμπληρωματική υπηρεσία σχετική με τη σύμβαση πίστωσης (π.χ. ασφάλιση) το κόστος της οποίας δεν μπορεί να καθορισθεί εκ των προτέρων, τότε θα πρέπει να αναφέρεται η υποχρεωτική αποδοχή αυτής της σύμβασης.

 

2.1.2.                ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

Το άρθρο 5 αναφέρεται στην υποχρέωση του πιστωτικού φορέα/μεσίτη πιστώσεων να παρέχουν στον καταναλωτή έγκαιρα και πριν αυτός δεσμευτεί από οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης τις τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης. Οι εν λόγω πληροφορίες αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ και περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικές με τα στοιχεία ταυτότητας και επαφής του πιστωτικού φορέα/μεσίτη πιστώσεων, βασικών χαρακτηριστικών του πιστωτικού προϊόντος, το κόστος της πίστωσης, άλλες σημαντικές νομικές πτυχές και τέλος, πρόσθετες πληροφορίες σε περίπτωση εμπορίας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως. Επιπρόσθετη αναλυτική αναφορά στις εν λόγω πληροφορίες γίνεται στο άρθρο 5(1) της Οδηγίας.

Στις περιπτώσεις επικοινωνιών φωνητικής τηλεφωνίας η περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας, περιλαμβάνει μέρος των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 5(1).

Αναφορικά με συμβάσεις που έχουν συναφθεί κατόπιν αιτήματος του καταναλωτή με χρήση μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως, το οποίο δεν επιτρέπει την παροχή των πληροφοριών που προβλέπει το άρθρο 5(1), (όπως π.χ. φωνητικής τηλεφωνίας), ο πιστωτικός φορέας παρέχει στον καταναλωτή τις πλήρεις προσυμβατικές πληροφορίες με βάση το έντυπο για τις «τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης» αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης.

Ο καταναλωτής όποτε το ζητήσει θα πρέπει να του δοθεί δωρεάν αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης.

Με βάση το άρθρο 5(5) στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης στο πλαίσιο της οποίας τα ποσά που καταβάλλει ο καταναλωτής δεν οδηγούν στην άμεση αντίστοιχη απόσβεση του συνολικού ποσού της πίστωσης, αλλά χρησιμοποιούνται για την ανασύσταση του κεφαλαίου κατά τις περιόδους και υπό τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση πίστωσης ή σε συμπληρωματική σύμβαση, οι πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 5(1) πρέπει να περιλαμβάνουν σαφή και ευσύνοπτη δήλωση ότι αυτές οι συμβάσεις πίστωσης δεν προβλέπουν εγγύηση εξόφλησης του συνολικού ποσού της πίστωσης που αναλαμβάνεται, εκτός εάν δοθεί τέτοια εγγύηση.

Αναφορικά με συγκεκριμένες συμβάσεις πίστωσης (όπως π.χ. συμβάσεις πίστωσης με τη δυνατότητα υπερανάληψης) τα ΚΜ δύνανται να παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙΙ αντί αυτές του Παραρτήματος ΙΙ. Το άρθρο 6 αναφέρει ποιες είναι οι εν λόγω πληροφορίες.

ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ: Το άρθρο 7 αναφέρει ότι, τα άρθρα 5 και 6 δεν εφαρμόζονται για τους προμηθευτές αγαθών ή υπηρεσιών που διαμεσολαβούν ως μεσίτες πιστώσεων στο πλαίσιο συμπληρωματικής δραστηριότητας. Αυτό βεβαίως δεν αναιρεί την υποχρέωση του πιστωτικού φορέα να μεριμνά για την παροχή στον καταναλωτή των πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα.

Το κατά πόσο ένα πρόσωπο θεωρείται μεσίτης πιστώσεων στα πλαίσια συμπληρωματικής δραστηριότητας έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση C-127/15. Στην εν λόγω υπόθεση, αναφέρθηκε ότι με βάση το άρθρο 3(στ) της Οδηγίας, ο μεσίτης πιστώσεων είναι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο δεν ενεργεί ως πιστωτικός φορέας και το οποίο, στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, έναντι αμοιβής η οποία μπορεί να είναι χρηματική ή να έχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνηθείσα μορφή οικονομικού ανταλλάγματος, προτείνει ή προσφέρει συμβάσεις πιστώσεως στους καταναλωτές, βοηθά τους καταναλωτές αναλαμβάνοντας προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη συμβάσεων πιστώσεως, ή συνάπτει συμβάσεις πιστώσεως με τους καταναλωτές για λογαριασμό του πιστωτικού φορέα. Ο εν λόγω μεσίτης υπέχει την προβλεπόμενη στα άρθρα 5 και 6 της εν λόγω Οδηγίας υποχρέωση παροχής πληροφοριών στους καταναλωτές. Εν τούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 7, οι προμηθευτές αγαθών ή υπηρεσιών που διαμεσολαβούν ως μεσίτες πιστώσεων στο πλαίσιο συμπληρωματικής δραστηριότητας δεν υπόκεινται στην υποχρέωση αυτή. Δηλαδή, όπου η δραστηριότητα τους (η παροχή πίστωσης) δεν είναι ο κύριος σκοπός  των εμπορικών, επιχειρηματικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους τότε δεν έχουν υποχρέωση παροχής πληροφοριών.

Στις περιπτώσεις όπου ενα γραφείο εισπράξεως οφειλών που ενεργεί επ’ ονόματι πιστωτικού φορέα για τη σύναψη συμφωνίας περί τμηματικών καταβολών ληξιπρόθεσμης πιστώσεως, βάσει της οποίας ο καταναλωτής δεσμεύεται να εξοφλήσει το συνολικό ποσό της πιστώσεως και να καταβάλει τόκους και έξοδα, πρέπει να χαρακτηριστεί μεσίτης πιστώσεων εκτός εάν η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας  δεν είναι ο κύριος σκοπός των εμπορικών, επιχειρηματικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων του. Είναι όμως καθήκον του εθνικού Δικαστηρίου να εξακριβώσει (με βάση όλα τα γεγονότα της υπόθεσης) κατά πόσο το συγκεκριμένο γραφείο ενεργεί ως μεσίτης πιστώσεων γενικά ή στα πλαίσια συμπληρωματικής δραστηριότητας.[6]

 

2.1.3.                ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Με βάση το άρθρο 8 της Οδηγίας, τα ΚΜ διασφαλίζουν ότι πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας εκτιμά την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή βάσει επαρκών στοιχείων που λαμβάνονται κατά περίπτωση από τον καταναλωτή και κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων. Επίσης, διασφαλίζουν ότι εάν τα μέρη συμφωνήσουν να αλλάξουν το συνολικό ποσό της πίστωσης μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας προσαρμόζει στα πρόσφατα δεδομένα τα χρηματοπιστωτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του σχετικά με τον καταναλωτή και αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή πριν από οιαδήποτε σημαντική αύξηση του συνολικού ποσού της πίστωσης.

Σημειώνεται ότι το πιο πάνω άρθρο επιτρέπει στους πιστωτικούς φορείς να βασιστούν μόνο στις προσκομισθείσες από τον καταναλωτή πληροφορίες για τον έλεγχο της πιστοληπτικής του ικανότητας δεδομένου ότι αυτές είναι επαρκείς και οι απλές δηλώσεις του συνοδεύονται από δικαιολογητικά έγγραφα. Επιπρόσθετα, δεν έχει υποχρέωση ο πιστωτικός φορέας να προβαίνει σε συστηματικούς ελέγχους των προσκομισθεισών από τον καταναλωτή πληροφοριών.[7]

 

2.2.   ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ

Το βάρος απόδειξης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων οι οποίες επιβάλλονται από τα άρθρα 5 και 8 της Οδηγίας, εξετάστηκε στην υπόθεση C-499/13. Στην εν λόγω υπόθεση, αποφασίστηκε ότι οι διατάξεις της Οδηγίας αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο καταναλωτής φέρει το βάρος απόδειξης της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων οι οποίες επιβάλλονται από τα άρθρα 5 και 8. Ούτε και είναι δυνατό ένας τυποποιημένος όρος της σύμβασης ο οποίος αναφέρει ότι ο καταναλωτής αποδέχεται ότι ο πιστωτής έχει τελέσει ορθά τις προσυμβατικές του υποχρεώσεις, να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στον καταναλωτή.[8]

 

2.3.   ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ/ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΥΦΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ: Το άρθρο 10 της Οδηγίας αναφέρει ότι οι συμβάσεις πίστωσης καταρτίζονται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου και όλα τα μέρη λαμβάνουν από ένα αντίτυπο. Η σύμβαση πίστωσης δεν είναι αναγκαίο όπως καταρτίζεται σε ενιαίο έγγραφο δεδομένου ότι αυτή καταρτίζεται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου.[9]

ΣΤΑΘΕΡΟ ΜΕΣΟ: Η αναφορά σε «σταθερό μέσο» είναι αναφορά σε μέσο το οποίο θα πρέπει να εξασφαλίζει στον καταναλωτή, κατά τρόπο ανάλογο με ένα έγγραφο, ότι θα έχει στην κατοχή του τις απαιτούμενες πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να προβάλει, εφόσον παραστεί ανάγκη, τα δικαιώματά του. Κρίσιμα στοιχεία, συναφώς, είναι να μπορεί ο καταναλωτής να αποθηκεύει τις πληροφορίες που του απευθύνονται προσωπικά, να διασφαλίζεται ότι το περιεχόμενό τους δεν θα αλλοιωθεί, καθώς και να είναι δυνατή τόσο η πρόσβαση σε αυτές για όσο χρόνο χρειάζεται όσο και η αναπαραγωγή τους ακριβώς ως έχουν.[10] Καίριο ερώτημα είναι το κατά πόσο το μέσο είναι μέσο ανθεκτικό στο χρόνο. Εάν είναι τότε η πλάστιγγα γέρνει προς το ότι είναι σταθερό μέσο. Ως εκ τούτου και ορισμένοι ιστότοποι μπορούν να χαρακτηριστούν ως μέσα ανθεκτικά στο χρόνο.[11]  Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις όταν ο ιστότοπος παρέχει στο χρήστη τη δυνατότητα να αποθηκεύσει πληροφορίες που του απευθύνονται προσωπικά, με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί κατόπιν να τις συμβουλευθεί για χρονικό διάστημα ανάλογο προς τον σκοπό τον οποίο αυτές εξυπηρετούν, καθώς και να τις αναπαράγει ακριβώς ως έχουν. Επιπλέον, για να μπορεί ιστότοπος να θεωρηθεί «μέσο ανθεκτικό στον χρόνο» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να αποκλείεται κάθε ενδεχόμενο μονομερούς τροποποίησης του περιεχομένου του από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών ή από οποιονδήποτε άλλον επαγγελματία στον οποίο έχει ανατεθεί η διαχείριση του εν λόγω ιστότοπου.[12]

Με βάση το άρθρο 10(2), η σύμβαση πίστωσης προσδιορίζει με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο τις ακόλουθες πληροφορίες:

«α) τον τύπο πίστωσης·

β) τα στοιχεία ταυτότητας και τις γεωγραφικές διευθύνσεις των συμβαλλομένων μερών καθώς και, κατά περίπτωση, τα στοιχεία ταυτότητας και τη γεωγραφική διεύθυνση του διαμεσολαβούντος μεσίτη πιστώσεων·

γ) τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης·

δ) το συνολικό ποσό της πίστωσης και τους όρους που διέπουν τις αναλήψεις·

ε) στην περίπτωση πίστωσης υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής για συγκεκριμένο αγαθό ή υπηρεσία ή στην περίπτωση συνδεδεμένων συμβάσεων πίστωσης, το αγαθό ή την υπηρεσία και την τιμή του τοις μετρητοίς·

στ) το χρεωστικό επιτόκιο, τους όρους που διέπουν την εφαρμογή αυτού του επιτοκίου και, εφόσον είναι διαθέσιμα, κάθε δείκτη ή επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται στο αρχικό χρεωστικό επιτόκιο καθώς επίσης και τις περιόδους, τους όρους και τις διαδικασίες τροποποίησης του χρεωστικού επιτοκίου. Εάν ισχύουν διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια υπό διαφορετικές συνθήκες, τις προαναφερθείσες πληροφορίες σχετικά με όλα τα ισχύοντα επιτόκια·

ζ) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο και το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής, υπολογιζόμενο κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης· πρέπει να αναφέρονται όλα τα τεκμήρια που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του επιτοκίου αυτού·

η) το ποσό, τον αριθμό και την περιοδικότητα των καταβολών που πρέπει να πραγματοποιηθούν από τον καταναλωτή και, κατά περίπτωση, τη σειρά με την οποία θα κατανεμηθούν οι δόσεις σε διάφορα τρέχοντα υπόλοιπα στα οποία εφαρμόζονται διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια για τους σκοπούς της εξόφλησης·

Σύμφωνα με την απόφαση C-42/15 το εν λόγω άρθρο έχει την έννοια ότι δεν απαιτείται η σύμβαση πιστώσεως να προσδιορίζει κάθε καταβολή στην οποία πρέπει να προβεί ο καταναλωτής μνημονεύοντας συγκεκριμένη ημερομηνία, εφόσον οι όροι της συμβάσεως αυτής καθιστούν δυνατό στον καταναλωτή να προσδιορίζει ευχερώς και με βεβαιότητα τις ημερομηνίες των καταβολών.[13]

θ) σε περίπτωση εξόφλησης του κεφαλαίου σύμβασης πίστωσης που έχει σταθερή διάρκεια, το δικαίωμα του καταναλωτή να παραλαμβάνει, κατόπιν αιτήσεως και δωρεάν, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης, κατάσταση λογαριασμού με τη μορφή πίνακα χρεολυσίων·

Ο πίνακας χρεολυσίων περιλαμβάνει τις απαιτούμενες καταβολές καθώς και τις περιόδους και τους όρους βάσει των οποίων πρέπει να καταβάλλονται τα ποσά αυτά· ο πίνακας περιλαμβάνει ανάλυση κάθε περιοδικής εξόφλησης, ούτως ώστε να εμφαίνονται: το αποσβεσθέν κεφάλαιο, ο τόκος που υπολογίζεται βάσει του χρεωστικού επιτοκίου και, κατά περίπτωση, οι συμπληρωματικές επιβαρύνσεις· εάν το επιτόκιο δεν είναι σταθερό ή εάν οι συμπληρωματικές επιβαρύνσεις βάσει της σύμβασης πίστωσης είναι μεταβλητές, στον πίνακα χρεολυσίων επισημαίνεται με σαφή και ευσύνοπτο τρόπο ότι τα δεδομένα του πίνακα αυτού ισχύουν μόνον έως ότου επέλθει η επόμενη μεταβολή του επιτοκίου ή των συμπληρωματικών επιβαρύνσεων κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση πίστωσης·

Σημειώνεται ότι η σύμβαση πιστώσεως η οποία έχει σταθερή διάρκεια και βάσει της οποίας το κεφάλαιο αποπληρώνεται με την καταβολή δόσεων δεν απαιτείται να καθορίζει επακριβώς, υπό την μορφή πίνακα χρεολυσίων, το μέρος κάθε δόσεως το οποίο προορίζεται για την αποπληρωμή του κεφαλαίου. Μάλιστα, σε περίπτωση επιβολής τέτοιας υποχρέωσης με βάση εθνική νομοθεσία, αυτή θα εθεωρείτο ως αντιβαίνει των διατάξεων της Οδηγίας.[14]

Με βάση το άρθρο 10(3), η πιο πάνω κατάσταση παρέχεται οποτεδήποτε ο καταναλωτής το ζητήσει δωρεάν κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης.

ι) εάν υπάρχει καταβολή εξόδων και τόκων χωρίς εξόφληση κεφαλαίου, κατάσταση των περιόδων και των όρων καταβολής τόκων και τυχόν σχετικών περιοδικών και μη περιοδικών δαπανών·

ια) κατά περίπτωση, τις επιβαρύνσεις για την τήρηση ενός ή περισσότερων λογαριασμών στους οποίους να εγγράφονται τόσο οι καταβολές όσο και οι αναλήψεις, εκτός εάν είναι προαιρετικό το άνοιγμα λογαριασμού, τις επιβαρύνσεις για τη χρήση ενός μέσου πληρωμής τόσο για τις καταβολές όσο και για τις αναλήψεις, καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση που προκύπτει από τις συμβάσεις πίστωσης και τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να τροποποιηθούν οι επιβαρύνσεις αυτές·

ιβ) το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας όπως ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης και τις ρυθμίσεις για την προσαρμογή του, και, κατά περίπτωση, τα έξοδα για αθέτηση καταβολής·

ιγ) προειδοποίηση για τις συνέπειες της παράλειψης καταβολής·

ιδ) κατά περίπτωση, ενημέρωση σχετικά με την επιβολή συμβολαιογραφικών τελών·

ιε) τις τυχόν απαιτούμενες εγγυήσεις και ασφάλειες·

ιστ) την ύπαρξη ή την απουσία δικαιώματος υπαναχώρησης, την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να ασκηθεί και άλλους όρους που διέπουν την άσκησή του, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει το αναληφθέν κεφάλαιο και τους τόκους σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 στοιχείο β), και το ποσό των καταβλητέων τόκων σε ημερήσια βάση·

ιζ) πληροφορίες για τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 15 καθώς και για τους όρους άσκησης των δικαιωμάτων αυτών·

ιη) το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης, τη διαδικασία πρόωρης εξόφλησης καθώς και, κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα και τον τρόπο καθορισμού της αποζημίωσης αυτής·

ιθ) τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης·

κ) την ύπαρξη ή μη εξωδικαστικών διαδικασιών και μηχανισμών επανόρθωσης υπέρ του καταναλωτή, σε περίπτωση δε που υπάρχουν, τις μεθόδους πρόσβασης σε αυτές·

κα) εφόσον ισχύουν, άλλους συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις·

κβ) κατά περίπτωση, την ονομασία και τη διεύθυνση της αρμόδιας εποπτικής αρχής.»

Όπου η σύμβαση πίστωσης παρέχει τη δυνατότητα υπερανάληψης οι πληροφορίες που προσδιορίζονται είναι λιγότερες. Περιέχονται δε στο άρθρο 10(5) της Οδηγίας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ: Με βάση το άρθρο 11, ο καταναλωτής ενημερώνεται για τυχόν μεταβολή του χρεωστικού επιτοκίου εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, πριν από την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου. Η ενημέρωση περιλαμβάνει το ποσό  των καταβολών μετά την έναρξη ισχύος του νέου χρεωστικού επιτοκίου καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη μεταβολή. Επιτρέπεται όμως στα μέρη να συμφωνήσουν στη σύμβαση πίστωσης ότι οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται στον καταναλωτή κατά περιόδους σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η μεταβολή του χρεωστικού επιτοκίου οφείλεται σε αλλαγή του ποσοστού αναφοράς και το νέο ποσοστό αναφοράς δημοσιοποιείται καταλλήλως και είναι διαθέσιμο στις εγκαταστάσεις του πιστωτικού φορέα.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΥΠΟ ΜΟΡΦΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΥΠΕΡΑΝΑΛΗΨΗΣ: Όπου σύμβαση πίστωσης παρέχει τη δυνατότητα υπερανάληψης, ο καταναλωτής ενημερώνεται περιοδικά με τη βοήθεια ανάλυσης λογαριασμού εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου για συγκεκριμένες πληροφορίες όπως την ακριβή περίοδο την οποία αφορά η ανάλυση λογαριασμού, τα αναληφθέντα ποσά, το υπόλοιπο από την προηγούμενη ανάλυση λογαριασμού, το νέο υπόλοιπο, το εφαρμοσθέν χρεωστικό επιτόκιο κτλ. Και πάλιν, σε τέτοιες συμβάσεις, ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου για τις μεταβολές του χρεωστικού επιτοκίου ή των τυχόν πληρωτέων επιβαρύνσεων πριν οι μεταβολές αυτές να αρχίσουν να ισχύουν (άρθρο 12).

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΑΟΡΙΣΤΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ: Το άρθρο 13 αναφέρεται στις συμβάσεις πίστωσης αόριστης διάρκειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις  ο καταναλωτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης ανά πάσα στιγμή χωρίς επιβάρυνση εκτός εάν τα μέρη έχουν συμφωνήσει προθεσμία προειδοποίησης. Η εν λόγω προθεσμία δεν δύναται να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Ο πιστωτικός φορέας μπορεί επίσης να καταγγείλει τέτοια σύμβαση μόνο εάν αυτό έχει συμφωνηθεί, έχει τηρηθεί τουλάχιστο δίμηνη προθεσμία προειδοποίησης και έχει επιδοθεί στον καταναλωτή σχετική δήλωση εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου. Εφόσον έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας μπορεί για αντικειμενικούς λόγους να καταγγέλλει το δικαίωμα του καταναλωτή να προβαίνει σε αναλήψεις πιστώσεων από σύμβαση πίστωσης αόριστης διάρκειας.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ: Το άρθρο 14 αναφέρεται στο δικαίωμα υπαναχώρησης 14 ημερών το οποίο παρέχεται στον καταναλωτή. Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα σύναψης της σύμβασης ή παραλαβής των όρων της σύμβασης και των πληροφοριών κατά το άρθρο 10.

Εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, πρέπει για να προβεί στην υπαναχώρηση πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, να ενημερώσει σχετικά τον πιστωτικό φορέα βάσει των πληροφοριών που παρέχει ο πιστωτικός φορέας σύμφωνα με το άρθρο 10(2)(ιε), με τρόπο που μπορεί να αποδειχθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η προθεσμία θεωρείται ότι έχει τηρηθεί εάν η ειδοποίηση, εφόσον έχει υποβληθεί εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου που τίθεται στη διάθεση του πιστωτικού φορέα και στο οποίο ο τελευταίος έχει πρόσβαση, αποσταλεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας και να καταβάλει στον πιστωτικό φορέα το κεφάλαιο και τους δεδουλευμένους τόκους επί του κεφαλαίου αυτού από την ημερομηνία ανάληψης της πίστωσης μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του κεφαλαίου στον πιστωτικό φορέα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την αποστολή της κοινοποίησης της υπαναχώρησης στον πιστωτικό φορέα. Οι τόκοι υπολογίζονται βάσει του συμφωνηθέντος χρεωστικού επιτοκίου. Ο πιστωτικός φορέας δεν δικαιούται άλλης αποζημίωσης από τον καταναλωτή στην περίπτωση υπαναχώρησης, εκτός της αποζημίωσης για μη επιστρεφόμενα τέλη τα οποία κατέβαλε ο πιστωτικός φορέας σε οιαδήποτε δημόσια διοικητική υπηρεσία.

Τα ΚΜ δύνανται να ορίσουν προθεσμία κάτα τη διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης.

Σημειώνεται ότι εάν ο πιστωτικός φορέας ή τρίτος παρέχει συμπληρωματική υπηρεσία σχετική με τη σύμβαση πίστωσης βάσει συμφωνίας μεταξύ του τρίτου και του πιστωτικού φορέα, ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται πλέον ως προς τη συμπληρωματική υπηρεσία εάν ασκήσει δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πίστωσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με συνδεδεμένες συμβάσεις πίστωσης – ήτοι, με βάση το άρθρο 15, εάν ο καταναλωτής έχει ασκήσει δικαίωμα υπαναχώρησης από σύμβαση παροχής αγαθών ή υπηρεσιών ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται πλέον από τυχόν συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ: Με βάση το άρθρο 15(2), εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που καλύπτονται από συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης δεν παρασχεθούν ή παρασχεθούν εν μέρει μόνο, ή εάν δεν πληρούν τους όρους της σύμβασης παροχής τους, ο καταναλωτής δικαιούται να στραφεί κατά του πιστωτικού φορέα, εφόσον έχει στραφεί κατά του προμηθευτή και έχει αποτύχει να λάβει από αυτόν την ικανοποίηση την οποία δικαιούται δυνάμει του νόμου ή της σύμβασης παροχής αγαθών ή υπηρεσιών.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΩΡΗΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 16, ο καταναλωτής δικαιούται ανά πάσα στιγμή να εκπληρώσει το σύνολο ή μέρος των υποχρεώσεών του που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, δικαιούται μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης που αποτελείται από τους τόκους και τις επιβαρύνσεις για το εναπομένον διάστημα της σύμβασης.

Σε τέτοια περίπτωση ο πιστωτικός φορέας δικαιούται αποζημίωση για τα ενδεχόμενα έξοδα που έχουν  άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση της πίστωσης υπό την προϋπόθεση ότι η πρόωρη εξόφληση πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει καθορισθεί το χρεωστικό επιτόκιο. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1% του τιμήματος της πίστωσης που εξοφλήθηκε πρόωρα δεδομένου ότι απομένει πέραν του έτους πριν τη συμφωνηθείσα λήξη της πίστωσης. Εάν δεν υπερβαίνει το έτος η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0.5% του τιμήματος της πίστωσης που εξοφλήθηκε πρόωρα. Σε καμία περίπτωση η αποζημίωση δεν υπερβαίνει τους τόκους που θα εκαθίσταντο απαιτητοί από την πρόωρη εξόφληση μέχρι την ημερομηνία λήξης. Στις περιπτώσεις που ο πιστωτικός φορέας ζητά αποζημίωση πέραν της πραγματικής του ζημίας, ο καταναλωτής δύναται να ζητεί την ανάλογη μείωση.

Στις πιο κάτω περιπτώσεις δεν χωρεί αποζημίωση για πρόωρη εξόφληση:

«α) εφόσον η εξόφληση πραγματοποιείται δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου, το οποίο προβλέπει παροχή εγγύησης για την εξόφληση της πίστωσης·

 

β) σε περιπτώσεις διευκολύνσεων υπερανάληψης· ή

 

γ) εφόσον η εξόφληση πραγματοποιηθεί εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο δεν έχει καθορισθεί το χρεωστικό επιτόκιο.»

ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ:  Με βάση το άρθρο 17, όταν τα δικαιώματα του πιστωτικού φορέα από σύμβαση πίστωσης ή η  ίδια η σύμβαση εκχωρούνται σε τρίτο πρόσωπο, ο καταναλωτής δικαιούται να αντιτάσσει κατά του εκδοχέα τα ίδια μέσα υπεράσπισης που είχε κατά του αρχικού πιστωτικού φορέα, συμπεριλαμβανομένου του συμψηφισμού, εφόσον αυτός επιτρέπεται από το οικείο ΚΜ.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι με βάση το άρθρο 17(2), ο καταναλωτής ενημερώνεται για την προβλεπόμενη εκχώρηση εκτός στις περιπτώσεις που ο αρχικός φορέας σε συμφωνία με τον εκδοχέα, εξακολουθεί να καταβάλλει την πίστωση έναντι του καταναλωτή.

ΥΠΕΡΒΑΣΗ: Αναφορικά με τις συμβάσεις ανοίγματος τρέχοντος λογαριασμού, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα υπέρβασης, η σύμβαση περιέχει επιπλέον το χρεωστικό επιτόκιο, τους όρους που διέπουν την εφαρμογή αυτού του επιτοκίου και κάθε δείκτη ή επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται στο αρχικό χρεωστικό επιτόκιο, τις επιβαρύνσεις που εφαρμόζονται από τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης και, κατά περίπτωση, τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να μεταβάλλονται οι επιβαρύνσεις αυτές. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται τακτικά εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου.

Όπου η υπέρβαση είναι σημαντική και διαρκεί πάνω από ένα μήνα, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει αμελλητί τον καταναλωτή εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου για τα ακόλουθα:

«α) για το γεγονός της υπέρβασης·

 

β) για το σχετικό ποσό·

 

γ) για το χρεωστικό επιτόκιο·

 

δ) για τις εφαρμοζόμενες ποινές, επιβαρύνσεις ή τόκους υπερημερίας.»

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ (ΣΕΠΕ): Το άρθρο 19 της Οδηγίας αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού του ΣΕΠΕ. Ο τρόπος υπολογισμού του γίνεται με τον μαθηματικό τύπο που εκτίθεται στο μέρος Ι του Παραρτήματος Ι. Για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ ακολουθούντα οι πιο κάτω αρχές:

  • Το ΣΕΠΕ είναι το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης. Το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή είναι το σύνολο των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των προμηθειών, των φόρων και των κάθε άλλου είδους αμοιβών, που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και τα οποία γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, πλην των συμβολαιογραφικών δαπανών. Τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης, ιδίως τα ασφάλιστρα, περιλαμβάνονται επίσης εάν, επιπλέον, η σύναψη της σύμβασης υπηρεσίας είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται.
  • Στο συνολικό κόστος στης πίστωσης για τον καταναλωτή (εκτός εάν το άνοιγμα του λογαριασμού είναι προαιρετικό και τα έξοδα του λογαριασμού έχουν προσδιορισθεί σαφώς και αυτοτελώς στη σύμβαση πίστωσης ή οιαδήποτε άλλη σύμβαση η οποία συνάπτεται με τον καταναλωτή) περιλαμβάνει τα έξοδα για την τήρηση λογαριασμού στον οποίο εγγράφονται ταυτόχρονα καταβολές και αναλήψεις, τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμής που επιτρέπει ταυτόχρονα τη διενέργεια καταβολών και αναλήψεων καθώς και τα λοιπά έξοδα σχετικά με καταβολές.
  • Δεν συνυπολογίζονται τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται ο καταναλωτής λόγω παράβασης οποιασδήποτε υποχρέωσης του βάσει της σύμβασης πίστωσης.
  • Δεν συνυπολογίζονται τα επιπλέον της τιμής αγοράς έξοδα που οφείλει να πληρώσει κατά την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, είτε αγοράζει επί πιστώσει είτε τοις μετρητοίς.
  • Ο υπολογισμός του ΣΕΠΕ γίνεται σύμφωνα με το τεκμήριο ότι η σύμβαση πίστωσης εξακολουθεί να ισχύει για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκειά της και ότι ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και κατά τις ημερομηνίες που έχουν καθορισθεί στη σύμβαση πίστωσης. Για τις συμβάσεις πίστωσης που περιέχουν ρήτρες για τη δυνατότητα διακύμανσης του χρεωστικού επιτοκίου και, κατά περίπτωση, των επιβαρύνσεων που περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΕ, των οποίων όμως το ύψος δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς τη στιγμή του υπολογισμού, το ΣΕΠΕ υπολογίζεται σύμφωνα με το τεκμήριο ότι το χρεωστικό επιτόκιο και τα λοιπά έξοδα παραμένουν σταθερά ως προς το αρχικό τους επίπεδο και ισχύουν μέχρι το τέλος της σύμβασης πίστωσης.
  • Εφόσον απαιτείται, το ΣΕΠΕ μπορεί να υπολογίζεται με τη χρήση των προσθέτων κριτηρίων που καθορίζονται στο Παράρτημα Ι (για παράδειγμα τις περιπτώσεις όπου η σύμβαση πίστωσης δίνει στον καταναλωτή δικαίωμα επιλογής όσο αφορά τις αναλήψεις, το τεκμήριο είναι ότι πραγματοποιείται πλήρης και άμεση ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης).

 

2.4.   ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Σύμφωνα με την απόφαση C-377/14 ένα εθνικό δικαστήριο, έχει υποχρέωση σε περίπτωση που προκύπτει ενώπιον του διαφορά σχετική με απαιτήσεις απορρέουσες από σύμβαση πίστωσης κατά την έννοια της Οδηγίας, να εξετάζει αυτεπάγγελτα το ζήτημα αν έχει τηρηθεί η υποχρέωση πληροφόρησης την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή και να αντλεί όλες τις συνέπειες που επιφέρει, κατά το εθνικό δίκαιο, η παράβασή της, υπό τον όρο ότι οι κυρώσεις πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 (για κυρώσεις – βλ. ενότητα 3.4. πιο κάτω) της Οδηγίας.[15]

3. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ/ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

3.1.   ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ: Με βάση το άρθρο 5(6) τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτικοί φορείς/μεσίτες πιστώσεων παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις στον καταναλωτή, ούτως ώστε να μπορεί ο καταναλωτής να αξιολογήσει εάν η προτεινόμενη σύμβαση πίστωσης προσαρμόζεται στις ανάγκες του και στην οικονομική κατάστασή του, με επεξήγηση, όπου απαιτείται, των πληροφοριών που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης και με επισήμανση των βασικών χαρακτηριστικών των προτεινόμενων προϊόντων και των συγκεκριμένων επιπτώσεων που μπορεί να έχουν για τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών της μη καταβολής από τον καταναλωτή. Τα ΚΜ μπορούν να προσαρμόζουν τον τρόπο και την έκταση παροχής αυτής της βοήθειας καθώς επίσης και από ποιον παρέχεται, τις συγκεκριμένες περιστάσεις, της κατάστασης στο πλαίσιο της οποίας προσφέρεται η σύμβαση πίστωσης, στο πρόσωπο στο οποίο προσφέρεται και το είδος της παρεχόμενης πίστωσης.

Σύμφωνα με την απόφαση C-449/13 αν και ο πιστωτής μπορεί να παρέχει στον καταναλωτή επαρκείς πληροφορίες, είναι δυνατό όπως με βάση την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, οι συγκεκριμένες πληροφορίες να χρειάζεται όπως προσαρμοστούν και να κοινοποιηθούν στον καταναλωτή σε εύθετο χρόνο, πριν από την υπογραφή της συμβάσεως πιστώσεως, χωρίς ωστόσο να απαιτείται η σύνταξη συγκεκριμένου εγγράφου.[16]

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΝΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ: Αυτό αναφέρεται στο άρθρο 8 και το έχουμε αναλύσει πιο πάνω. Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι με βάση το άρθρο 9, κάθε ΚΜ εξασφαλίζει σε περίπτωση διασυνοριακής πίστωσης, την πρόσβαση των πιστωτικών φορέων των άλλων ΚΜ στις βάσεις δεδομένων που χρησιμοποιούνται σε αυτό το ΚΜ για την εκτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών. Εάν η απόρριψη της αίτησης πίστωσης βασίζεται σε έρευνα βάσης δεδομένων, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή, αμέσως και δωρεάν, σχετικά με το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας και με τα στοιχεία της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων.

 

3.2.   ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΤΟΝΤΑΙ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ: Με βάση το άρθρο 14(7) το εν λόγω άρθρο (το οποίο αφορά την υπαναχώρηση) ισχύει υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου το οποίο ορίζει προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης.

ΠΡΟΩΡΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗ: Αναφορικά με την πρόωρη εξόφληση, το άρθρο 16(4) αναφέρει ότι τα ΚΜ έχουν δικαίωμα να ορίζουν ότι ο πιστωτικός φορέας μπορεί να αξιώνει αποζημίωση μόνο εφόσον το ποσό πρόωρης εξόφλησης υπερβαίνει το όριο που ορίζει το εθνικό δίκαιο το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν δύναται να είναι πέραν των €10,000 εντός περιόδου 12 μηνών.

Επίσης τα ΚΜ μπορούν να επιτρέψουν σε πιστωτικό φορέα να απαιτεί υψηλότερη αποζημίωση όπου αυτός μπορεί να αποδείξει ζημία η οποία υπερβαίνει τα ποσοστά του 0.5% και 1% τα οποία αναφέρονται στην Ενότητα 2.3. πιο πάνω.

 

3.3.   ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΣΙΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ

ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ: Σύμφωνα με το άρθρο 20, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες των πιστωτικών φορέων εποπτεύονται από οργανισμό ή αρχή ανεξάρτητη από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ή διέπονται από κανονιστικές ρυθμίσεις.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΜΕΣΙΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ: Το άρθρο 21 αναφέρει ότι τα ΚΜ εξασφαλίζουν τα ακόλουθα σε σχέση με μεσίτες πιστώσεων:

«α) ο μεσίτης πιστώσεων αναφέρει, τόσο στις διαφημίσεις του όσο και στα έγγραφα που προορίζονται για τους καταναλωτές, την έκταση των αρμοδιοτήτων του, και ιδίως το εάν συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς ή εάν εργάζεται ως ανεξάρτητος μεσίτης·

 

β) το ποσό της αμοιβής που τυχόν πρέπει να καταβάλλει ο καταναλωτής στον μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του κοινοποιείται στον καταναλωτή και συμφωνείται μεταξύ του καταναλωτή και του μεσίτη πιστώσεων εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου πριν από τη σύναψη της πιστωτικής σύμβασης·

 

γ) το ποσό της αμοιβής που τυχόν πρέπει να καταβάλλει ο καταναλωτής στο μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του κοινοποιείται από τον μεσίτη πιστώσεων στον πιστωτικό φορέα, προς τον σκοπό του υπολογισμού του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου.»

3.4.   ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Με βάση το άρθρο 23, τα ΚΜ θεσπίζουν κανόνες για τις κυρώσεις που επισύρουν οι παραβάσεις των εναρμονιστικών διατάξεων και λαμβάνουν όλα τα μέτρα για εξασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Οι κυρώσεις που προβλέπονται πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Με βάση την απόφαση C-42/15 σε περίπτωση που εθνική νομοθεσία θέτει τη σύμβαση άτοκη και χωρίς έξοδα σε περίπτωση μη τήρησης των καθηκόντων πληροφόρησης του άρθρου 10(2), η εν λόγω νομοθεσία είναι έγκυρη καθότι μη συμπερίληψη των στοιχείων του άρθρου 10(2) δυνατό να θέσει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του καταναλωτή να εκτιμήσει το περιεχόμενο της δεσμεύσεως του.[17]

Ο αποτρεπτικώς χαρακτήρας των κυρώσεων εξετάστηκε στην υπόθεση C-565/12. Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε ότι το εθνικό σύστημα κυρώσεων δυνάμει του οποίου, σε περίπτωση παραβάσεως από τον πιστωτικό φορέα της υποχρεώσεώς του να εκτιμήσει, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως δανείου, την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη διενεργώντας έρευνα στην οικεία βάση δεδομένων ήταν ασύμβατο με την Οδηγία. Ο λόγος ήταν επειδή το σύστημα κυρώσεων απέτρεπε στον πιστωτικό φορέα να εισπράξει συμβατικούς τόκους αλλά του επέτρεπε να αξιώνει νόμιμους τόκους από την ημέρα της απόφασης οι οποίοι νόμιμοι τόκοι προσαυξάνονταν κατά 5% κατά την εκπνοή της προθεσμίας των 2 μηνών από την έκδοση της απόφασης εάν ο δανειολήπτης δεν εξοφλούσε πλήρως το χρέος του, με αποτέλεσμα να ενδέχεται ο πιστωτικός φορέας έστω και κατόπιν εφαρμογής της κυρώσεως να είναι σε ουσιαστικά παρόμοια θέση εάν εισέπραττε τους συμβατικούς τόκους.[18]

ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ: Τα ΚΜ, μεριμνούν για τη θέσπιση κατάλληλων και αποτελεσματικών διαδικασιών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.

 

4. ΆΛΛΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Σημειώνεται ότι με το άρθρο 29 καταργήθηκε η Οδηγία 87/102/ΕΟΚ.

 

[1] C-602/10, SC Volksbank România SA v. Autoritatea Naţională pentru Protecţia Consumatorilor — Comisariatul Judeţean pentru Protecţia Consumatorilor Călăraşi (CJPC)

 

[2] C‑127/15, Verein für Konsumenteninformation v. INKO, Inkasso GmbH, παρά. 39, 41

 

[3] Σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζονται μόνο τα άρθρα 1-3, 4(1), 4(2)(α)-(γ), 4(4), 6-9, 10(1), 10(4), 10(5), 12,15,17  και 19-32.

[4] Σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζονται μόνο τα άρθρα 1-3, 18, 20, 22 -32.

[5] C-377/14 Ernst Georg Radlinger, Helena Radlingerová ν. FINWAY a.s., παρά 86, 87 και 91

[6] C – 127/15 Verein für Konsumenteninformation v. INKO, Inkasso GmbH, παρά 43, 44, 46-48, 53

[7] C-449/13, CA Consumer Finance ν. Ingrid Bakkaus, Charline Bonato, Savary, Florian Bonato

[8] C-449/13, CA Consumer Finance ν. Ingrid Bakkaus, Charline Bonato, Savary, Florian Bonato

[9] C-42/15, Home Credit Slovakia a.s. v. Klára Bíróová

[10] C‑375/15, BAWAG PSK Bank für Arbeit und Wirtschaft und Österreichische Postsparkasse AG ν. Verein für Konsumenteninformation, παρά. 42

[11] C‑375/15, BAWAG PSK Bank für Arbeit und Wirtschaft und Österreichische Postsparkasse AG ν. Verein für Konsumenteninformation, παρά. 43

[12] C‑375/15, BAWAG PSK Bank für Arbeit und Wirtschaft und Österreichische Postsparkasse AG ν. Verein für Konsumenteninformation, παρά. 44

[13][13] C-42/15, Home Credit Slovakia a.s. v. Klára Bíróová

[14] C-42/15, Home Credit Slovakia a.s. v. Klára Bíróová

[15] C-377/14 Ernst Georg Radlinger, Helena Radlingerová ν. FINWAY a.s.

[16] C-449/13, CA Consumer Finance ν. Ingrid Bakkaus, Charline Bonato, το γένος Savary, Florian Bonato

[17] C-42/15, Home Credit Slovakia a.s. v. Klára Bíróová

[18] C-565/12LCL Le Crédit Lyonnais, SA ν. Fesih Kalhan

Σχετικά Άρθρα

Δυνατότητα του Δικαστηρίου επέκτασης του χρόνου παραπομπής ενός ζητήματος σε διαιτησία
Οι Κανόνες Συμφιλίωσης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Οι Κανόνες Διαμεσολάβησης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Ευριπίδης Χατζηνέστορος Δικηγόρος
Ο Ευριπίδης Χατζηνέστορος είναι δικηγόρος και διαμεσολαβητής. Είναι ο ιδρυτής του Cyprus Consumer Center for ADR. Επίσης διδάσκει εμπορικό δίκαιο στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και διαμεσολάβηση στο Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών. Μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου νομικής, LLB στο Πανεπιστήμιο Queen Mary University του Λονδίνου το 2009, ολοκλήρωσε στη συνέχεια το μεταπτυχιακό του δίπλωμα στο εταιρικό δίκαιο LLM, στο University College London. Αποφοίτησε με Distinction. Ακολούθως ολοκλήρωσε με επιτυχία το επαγγελματικό δίπλωμα Advanced Diploma of International Taxation του Chartered Institute of Taxation και στη συνέχεια έγινε διαπιστευμένος διαμεσολαβητής. Ο Ευριπίδης έχει συγγράψει το βιβλίο «Δίκαιο Πώλησης Αγαθών και Προστασία Καταναλωτή στην Κύπρο» το οποίο εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορους τομείς δικαίου τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία και έχει γίνει αναφορά στα συγγράμματα του από νομικές εκδόσεις στην Αγγλία όπως το Lee Roach, Card & James Business Law (2016, Oxford University Press), Stefan H.C. Lo, In Search of Corporate Accountability: Liabilities of Corporate Participants, (2015, Cambridge Scholars Publishing) και Thomas B. Courtney and Daibhi O’ Leary, The Law of Companies (2016, Bloomsbury Publishing).