ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  – EU FUNDED

Συμβάσεις Πώλησης Αγαθών με Καταναλωτές (Οδηγία 2019/771)

1. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Η Οδηγία 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2019 σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 1999/44/ΕΚ («η Οδηγία») η οποία τέθηκε σε ισχύ σε όλα τα Κράτη Μέλη («ΚΜ») την 1η Ιανουαρίου του 2022, σκοπό έχει να συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να θέσει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας στους καταναλωτές σε σχέση με συμβάσεις πώλησης που συνάπτονται μεταξύ τους και τους πωλητές και κανόνες σχετικά με τη συμμόρφωση των αγαθών με τη σύμβαση πώλησης, την επανόρθωση σε περίπτωση έλλειψης της εν λόγω συμμόρφωσης, τους τρόπους άσκησης της εν λόγω επανόρθωσης και τις εμπορικές εγγυήσεις. Πρωταρχικός σκοπός είναι να θέσει στις επιχειρήσεις καθήκον εγγύησης των προϊόντων που διαθέτουν στους καταναλωτές καλύπτοντας και προϊόντα τα οποία διατίθενται στην αγορά με ψηφιακά στοιχεία προστατεύοντας έτσι τους καταναλωτές όχι μόνο από ελαττώματα στο υλισμικό αλλά και στο λογισμικό. Παρεπόμενη πρόθεση του νομοθέτη επιπρόσθετη της προστασίας του καταναλωτή, όπως απορρέει από την Οδηγία είναι και η προστασία του περιβάλλοντος αφού μέσω των εγγυήσεων που παρέχονται, απαγορεύεται εμμέσως η μικροζωία των προϊόντων.

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗΣ: Η Οδηγία είναι μέγιστης εναρμόνισης, αφού ένας από τους κύριους στόχους της είναι η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου που απαιτείται με σκοπό να υπάρξει ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών (στην αγορά προϊόντων και ιδιαίτερα στη διασυνοριακή αγορά προϊόντων) και των πωλητών (ιδιαίτερα στην εγκατάσταση τους αλλά και στην πώληση των προϊόντων τους σε άλλα Κράτη Μέλη). Στις αιτιολογικές σκέψεις της Οδηγίας, φαίνεται να προβάλλεται έντονα το επιχείρημα ότι οι διαφορές στον τρόπο εφαρμογής των κανόνων πώλησης  μεταξύ Κρατών Μελών, ενδέχεται να επηρεάζουν αρνητικά τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές αφού οι επιχειρήσεις ενδέχεται να επιβαρύνονται με πρόσθετο κόστος συμμόρφωσης με αποτέλεσμα να προτιμούν να δραστηριοποιούνται στην εγχώρια αγορά.

Με τη θέσπιση ομοιόμορφων κανόνων για όλους τους διαύλους πωλήσεων (πωλήσεις με προσωπική επαφή και πωλήσεις εξ αποστάσεως κ.ο.κ), η Οδηγία αναμένεται να αποτρέψει τυχόν αποκλίσεις που θα προκαλούσαν δυσανάλογες επιβαρύνσεις για τον αυξανόμενο αριθμό εμπόρων λιανικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ: Η Οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις πώλησης μεταξύ καταναλωτή και πωλητή ως αυτή ερμηνεύεται πιο κάτω.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ: Ο καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας. Σε περίπτωση που ο καταναλωτής ενεργεί για διπλό σκοπό, αυτό αφήνεται στα Κράτη Μέλη να αποφασίσουν κατά πόσο η σύμβαση εμπίπτει εντός της Οδηγίας. Επίσης, τα ΚΜ μπορούν εάν το επιθυμούν να επεκτείνουν την προστασία που παρέχεται από την Οδηγία και σε άτομα τα οποία δεν είναι καταναλωτές όπως κυβερνητικές οργανώσεις, νεοφυείς επιχειρήσεις ή οι ΜΜΕ.

ΠΩΛΗΤΗΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας, πωλητής είναι «κάθε φυσικό πρόσωπο ή κάθε νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το εάν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί, ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματος του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου, ή για λογαριασμό του εν λόγω προσώπου, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του εν λόγω προσώπου»

Πάροχοι πλατφόρμας είναι επίσης πωλητές στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας εάν ενεργούν για σκοπούς που αφορούν τη δική τους επιχειρηματική δραστηριότητα και είναι οι άμεσοι αντισυμβαλλόμενοι του καταναλωτή για την πώληση αγαθών. Σημειώνεται ότι τα ΚΜ παραμένουν ελεύθερα να επεκτείνουν την εφαρμογή της Οδηγίας σε παρόχους πλατφόρμας που δεν πληρούν τις απαιτήσεις για να χαρακτηριστούν «πωλητές».

ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΩΛΗΣΗΣ: Με βάση την Οδηγία, σύμβαση πώλησης είναι «σύμβαση βάσει της οποίας ο πωλητής μεταβιβάζει ή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, και ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα». Εάν η σύμβαση πώλησης περιέχει υπηρεσία (π.χ. εγκατάσταση των αγαθών), είναι θέμα του κάθε ΚΜ να αποφασίσει κατά πόσο εμπίπτει στον ορισμό της σύμβασης πώλησης.  Να σημειωθεί ότι, αν και η κυριότητα δεν ερμηνεύεται στην εν λόγω Οδηγία, ως γενικός κανόνας, η κυριότητα των αγαθών είναι νομικός όρος, ο οποίος εξισώνεται με την ιδιοκτησία τους. Επίσης, η Οδηγία δεν αναφέρεται στην μετάθεση του κινδύνου των αγαθών αλλά ούτε και σε θέματα παράβασης της σύμβασης για καθυστέρηση της παράδοσης. Τα εν λόγω θέματα καλύπτονται από την Οδηγία 2011/83/ΕΕ:

Α. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος αναφορικά με προϊόντα που αποστέλλονται στον καταναλωτή, μετατίθεται στον καταναλωτή μόνο όταν ο καταναλωτής ή κάποιο τρίτο μέρος το οποίο ορίζεται από τον καταναλωτή απέκτησε τη φυσική κατοχή των αγαθών.

Β. Σχετικά με την παράδοση, τα αγαθά πρέπει να παραδίδονται εντός 30 ημερών από τη σύναψη της σύμβασης εκτός εάν τα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά. Εάν δεν παραδοθούν εντός της εν λόγω προθεσμίας, ο καταναλωτής πρέπει να δώσει επιπρόσθετη προθεσμία ανάλογης των περιστάσεων και σε περίπτωση που ο έμπορος δεν παραδώσει εντός της δεύτερης αυτής προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να τερματίσει τη σύμβαση.

Τα αγαθά τα οποία καλύπτονται από την Οδηγία μπορεί να είναι υφιστάμενα ή να πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν στο μέλλον και περιλαμβάνουν:

α) κάθε ενσώματο κινητό αντικείμενο. Σημειώνεται ότι το νερό, το αέριο και η ηλεκτρική ενέργεια θεωρούνται αγαθά όταν προσφέρονται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα και

β) κάθε ενσώματο κινητό αντικείμενο που ενσωματώνει ή διασυνδέεται με ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε η απουσία του εν λόγω ψηφιακού περιεχομένου ή της εν λόγω ψηφιακής υπηρεσίας να παρεμποδίζει τα αγαθά από το να εκτελούν τις λειτουργίες τους (Τέτοια αγαθά ονομάζονται «αγαθά με ψηφιακά στοιχεία»).

ΨΗΦΙΑΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ: Σύμφωνα με το άρθρο 2(6) της Οδηγίας, «ψηφιακό περιεχόμενο», σημαίνει «δεδομένα τα οποία παράγονται και παρέχονται σε ψηφιακή μορφή» και μπορεί να είναι προεγκατεστημένο κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πώλησης ή, όταν το προβλέπει η σύμβαση, μπορεί να εγκατασταθεί στη συνέχεια.

ΨΗΦΙΑΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ:  Σύμφωνα με το άρθρο 2(7) της Οδηγίας, «ψηφιακή υπηρεσία» είναι:

α) υπηρεσία που παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να δημιουργεί, να επεξεργάζεται, να αποθηκεύει δεδομένα σε ψηφιακή μορφή ή να έχει πρόσβαση σε αυτά· ή

β) υπηρεσία που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων σε ψηφιακή μορφή, που έχουν αναφορτωθεί ή δημιουργηθεί από καταναλωτή ή άλλους χρήστες της υπηρεσίας αυτής, ή κάθε άλλη αλληλεπίδραση με τα δεδομένα αυτά·

Στις ψηφιακές υπηρεσίες περιλαμβάνονται λογισμικά ως υπηρεσίες που παρέχονται σε περιβάλλον υπολογιστικού νέφους, η συνεχόμενη παροχή δεδομένων κίνησης σε σύστημα πλοήγησης, ή η συνεχής παροχή εξατομικευμένων προγραμμάτων εκγύμνασης στην περίπτωση ενός έξυπνου ρολογιού.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, με βάση το άρθρο 3(3), η Οδηγία δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις παροχής ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακών  υπηρεσιών εκτός όταν αυτές παρέχονται με αγαθά ως πιο πάνω αναφέρεται. Το κατά πόσο η παροχή του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που ενσωματώνεται στα αγαθά ή διασυνδέεται με αυτά αποτελεί μέρος της σύμβασης πώλησης με τον πωλητή θα πρέπει να εξαρτάται από το περιεχόμενο της κάθε σύμβασης. Τέτοια είναι η περίπτωση όπου (α) προβλέπεται ρητά στη σύμβαση, ή (β) όπου αναμένεται ένα αγαθό να περιλαμβάνει ενσωματωμένο ή διασυνδεδεμένο ψηφιακό περιεχόμενο ή υπηρεσίες, ή (γ) όπου υπήρχαν δημόσιες δηλώσεις του πωλητή ή άλλων προσώπων σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας συναλλαγών, περιλαμβανομένου του παραγωγού για τέτοιο περιεχόμενο ή υπηρεσίες. Το γεγονός ότι ο καταναλωτής θα πρέπει να προβεί σε καταφόρτωση κάποιου λογισμικού στο τηλέφωνο του για να λειτουργήσει το έξυπνο ρολόι του, καθιστά το έξυπνο ρολόι ως «αγαθό με ψηφιακά στοιχεία» στα πλαίσια της Οδηγίας αφού η εφαρμογή θεωρείται «διασυνδεδεμένο ψηφιακό στοιχείο

Σε περίπτωση αμφιβολίας για το αν η παροχή ενσωματωμένου ή διασυνδεδεμένου ψηφιακού περιεχομένου ή ενσωματωμένης ή διασυνδεδεμένης ψηφιακής υπηρεσίας αποτελεί μέρος της σύμβασης πώλησης, τεκμαίρεται ότι το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία καλύπτεται από τη σύμβαση πώλησης.

ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΟΔΗΓΙΑ: Με βάση το άρθρο 3(4), η Οδηγία δεν εφαρμόζεται σε:

α) οποιοδήποτε υλικό μέσο που χρησιμεύει αποκλειστικά ως φορέας για τη μεταφορά ψηφιακού περιεχομένου· ή

β) οποιαδήποτε αγαθά που πωλούνται στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης ή με άλλο τρόπο από δικαστική αρχή.»

Κατ’ επιλογή των ΚΜ, αυτά δύνανται να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, τις συμβάσεις πώλησης για μεταχειρισμένα αγαθά τα οποίο πωλούνται σε δημόσιους πλειστηριασμούς καθώς και ζώντα ζώα. Να σημειωθεί ότι η Οδηγία δεν θίγει το εθνικό δίκαιο στον βαθμό που τα σχετικά ζητήματα δεν ρυθμίζονται από αυτήν όπως τη νομιμότητα των αγαθών, τις αποζημιώσεις και τις πτυχές του γενικού δικαίου των συμβάσεων, όπως η κατάρτιση, το κύρος, η ακυρότητα ή τα αποτελέσματα των συμβάσεων.

2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

2.1.           Συμμόρφωση των αγαθών

Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Οδηγίας, ο πωλητής υποχρεούται να παραδίδει στον καταναλωτή αγαθά που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της Οδηγίας. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 29 της Οδηγίας:

«Η συμμόρφωση θα πρέπει να αξιολογείται, μεταξύ άλλων, εξετάζοντας τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιούνται συνήθως τα αγαθά του ίδιου τύπου, αν παρέχονται με τα εξαρτήματα και τις οδηγίες που μπορεί ευλόγως να αναμένει να λάβει ο καταναλωτής ή αν αντιστοιχούν στο δείγμα ή το υπόδειγμα που ο πωλητής έθεσε στη διάθεση του καταναλωτή. Τα αγαθά θα πρέπει επίσης να διαθέτουν τα συνήθη ποιοτικά και άλλα χαρακτηριστικά ενός αγαθού του ίδιου τύπου, τα οποία μπορεί ευλόγως να αναμένει ο καταναλωτής, δεδομένης της φύσης των αγαθών και λαμβάνοντας υπόψη τυχόν δημόσια δήλωση που έχει πραγματοποιηθεί από τον πωλητή ή για λογαριασμό του πωλητή ή από άλλα πρόσωπα ή για λογαριασμό άλλων προσώπων σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας συναλλαγών.»

Οι απαιτήσεις συμμόρφωσης διαχωρίζονται σε υποκειμενικές και αντικειμενικές. Να σημειωθεί ότι η Οδηγία επιτρέπει στους πωλητές να προσφέρουν στους καταναλωτές δικαιώματα τα οποία υπερβαίνουν αυτά που παρέχονται στην Οδηγία.

2.1.1.            Υποκειμενικές Απαιτήσεις Συμμόρφωσης

Οι υποκειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης περιέχονται στο άρθρο 6 της Οδηγίας και αφορούν θέματα τα οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ του καταναλωτή και του πωλητή με βάση επικοινωνία μεταξύ τους (ασχέτως τον τρόπο με τον οποίο έγινε η επικοινωνία – είτε αυτή έγινε με περιγραφή, οδηγίες, ενημερώσεις κτλ). Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι για να θεωρηθεί ότι τα αγαθά συνάδουν με τους όρους της σύμβασης πώλησης, τα αγαθά πρέπει, κατά περίπτωση:

«α) να αντιστοιχούν στην περιγραφή, το είδος, την ποσότητα και την ποιότητα, και να διαθέτουν τη λειτουργικότητα, τη συμβατότητα, τη διαλειτουργικότητα και λοιπά χαρακτηριστικά, ως απαιτούνται από τη σύμβαση πώλησης

β) να είναι κατάλληλα για κάθε ειδική χρήση την οποία επιζητεί ο καταναλωτής και την οποία γνωστοποίησε στον πωλητή το αργότερο κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πώλησης, ο δε πωλητής την αποδέχθηκε

γ) να παραδίδονται με όλα τα εξαρτήματα και τυχόν οδηγίες, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών εγκατάστασης, όπως ορίζει η σύμβαση πώλησης, και

δ) να επικαιροποιούνται με ενημερώσεις, όπως προβλέπεται στη σύμβαση πώλησης.»

Επιπλέον, στον βαθμό που σε οποιαδήποτε προσυμβατική δήλωση που αποτελεί μέρος της σύμβασης πώλησης αναφέρονται συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανθεκτικότητα, ο καταναλωτής θα πρέπει να είναι σε θέση να βασιστεί σε αυτές στο πλαίσιο των υποκειμενικών κριτηρίων συμμόρφωσης. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι στις απαιτήσεις στις σύμβασης οι οποίες θεωρούνται ότι έχουν συμφωνηθεί περιλαμβάνονται και αυτές που προκύπτουν από τη προσυμβατική ενημέρωση με βάση την Οδηγία 2011/83/ΕΕ αφού τέτοια ενημέρωση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης πώλησης.

2.1.2.            Αντικειμενικές Απαιτήσεις Συμμόρφωσης

Το άρθρο 7(1) αφορά τις αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης. Οι αντικειμενικές απαιτήσεις ουσιαστικά αποτελούν εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης οι οποίοι τίθενται σε εφαρμογή σε όλες τις συμβάσεις πώλησης καταναλωτικών αγαθών. Με βάση το άρθρο 7(1), τα αγαθά θα πρέπει να:

«α) είναι κατάλληλα για τους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιούνται συνήθως αγαθά του ίδιου τύπου, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, κάθε υφιστάμενο ενωσιακό και εθνικό νόμο, τεχνικό πρότυπο ή, απουσία τεχνικών προτύπων, κάθε ισχύοντα ειδικό ανά τομέα κώδικα δεοντολογίας·

β)κατά περίπτωση, έχουν την ποιότητα και αντιστοιχούν στην περιγραφή δείγματος ή υποδείγματος, το οποίο ο πωλητής έθεσε στη διάθεση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης·

γ) κατά περίπτωση, παραδίδονται μαζί με τα εξαρτήματα, τις συσκευασίες, τις οδηγίες εγκατάστασης ή άλλου είδους οδηγίες που είναι εύλογο να αναμένει να λάβει ο καταναλωτής· και

δ) διαθέτουν την ποσότητα, καθώς και τα συνήθη ποιοτικά και άλλα χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων σε ό,τι αφορά την ανθεκτικότητα, τη λειτουργικότητα, τη συμβατότητα και την ασφάλεια, που είναι συνήθη για αγαθά του ίδιου τύπου και που είναι εύλογο να αναμένει ο καταναλωτής, δεδομένης της φύσης των αγαθών και λαμβάνοντας υπόψη τυχόν δημόσια δήλωση που έχει πραγματοποιηθεί από τον πωλητή ή για λογαριασμό του πωλητή ή άλλων προσώπων σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας συναλλαγών, περιλαμβανομένου του παραγωγού, ιδίως στη διαφήμιση ή την επισήμανση.»

ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΨΗΦΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Στην περίπτωση αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ο πωλητής, διασφαλίζει ότι κοινοποιούνται και παρέχονται στον καταναλωτή οι ενημερώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενημερώσεων ασφαλείας, που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της συμμόρφωσης αυτών των αγαθών, για τη χρονική περίοδο:

«α) την οποία ο καταναλωτής μπορεί ευλόγως να αναμένει, δεδομένου του τύπου και του σκοπού των αγαθών και των ψηφιακών στοιχείων, και λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις και τη φύση της σύμβασης, όταν η σύμβαση πώλησης προβλέπει μία μεμονωμένη πράξη παροχής του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας· ή

β) η οποία αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 ή 5, ανάλογα με την περίπτωση, όταν η σύμβαση πώλησης προβλέπει τη συνεχή παροχή του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σε χρονική διάρκεια»

Σημειώνεται ότι, εάν ο καταναλωτής δεν εγκαθιστά εντός εύλογου χρονικού διαστήματος τις ενημερώσεις που αναφέρονται πιο πάνω, ο πωλητής δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε έλλειψη συμμόρφωσης που απορρέει αποκλειστικά από την έλλειψη της σχετικής ενημέρωσης, δεδομένου ότι:

«α) ο πωλητής ενημέρωσε τον καταναλωτή σχετικά με τη διαθεσιμότητα της ενημέρωσης και τις συνέπειες της μη εγκατάστασής της από τον καταναλωτή· και

β) αδυναμία του καταναλωτή να εγκαταστήσει την ενημέρωση ή η λανθασμένη εγκατάσταση της ενημέρωσης από τον καταναλωτή δεν οφειλόταν σε ελλείψεις στις οδηγίες εγκατάστασης που παρείχε ο καταναλωτής.»

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ: Αναφορικά με το άρθρο 7(1)(δ) η Οδηγία αναφέρει ότι ο πωλητής δεν δεσμεύεται από δημόσιες δηλώσεις, εάν ο πωλητής αποδείξει ότι:

«α) ο πωλητής δεν γνώριζε και δεν μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει τη σχετική δημόσια δήλωση·

β) κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης η σχετική δημόσια δήλωση είχε διορθωθεί με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο με αυτόν που είχε πραγματοποιηθεί,· ή

γ) η απόφαση για την αγορά των προϊόντων δεν μπορούσε να επηρεαστεί από τη δημόσια δήλωση.»

ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 7(5) της Οδηγίας, επιτρέπεται από τον πωλητή να ενημερώσει τον καταναλωτή ειδικά ότι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό τον αγαθών παρέκκλινε από τις αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης. Το άρθρο 7(5) αναφέρει ότι:

«Δεν υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης κατά την έννοια των παραγράφων 1 ή 3 εάν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πώλησης ο καταναλωτής έλαβε ειδική ενημέρωση ότι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό των αγαθών παρέκκλινε από τις αντικειμενικές απαιτήσεις συμμόρφωσης που ορίζονται στην παράγραφο 1 ή 3 και αποδέχθηκε ρητώς και χωριστά αυτή την παρέκκλιση κατά τη σύναψη της σύμβασης πώλησης.»

2.1.3.            Πλημμελής Εγκατάσταση των Αγαθών

Ως γενικός κανόνας, ο πωλητής δεν ευθύνεται για την εγκατάσταση των αγαθών εκτός όπου αυτό έχει συμφωνηθεί. Εάν αυτό συμφωνηθεί και λόγω πλημμελούς εγκατάσταση των αγαθών υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης, ο πωλητής ευθύνεται. Επίσης, κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που απορρέει από:

«…την πλημμελή εγκατάσταση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που ενσωματώνεται στα αγαθά ή διασυνδέεται με αυτά, θα πρέπει να θεωρείται έλλειψη συμμόρφωσης, όταν η εγκατάσταση πραγματοποιείται από τον πωλητή ή υπό τον έλεγχο του πωλητή.»

Όπου η εγκατάσταση πραγματοποιήθηκε από τον καταναλωτή και τα αγαθά παρουσιάσουν έλλειψη συμμόρφωσης που οφείλεται σε ελλείψεις στις οδηγίες εγκατάστασης που παρασχέθηκαν από τον πωλητή ή, στην περίπτωση αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, από τον πωλητή ή από τον πάροχο του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας, τότε υπεύθυνος είναι και πάλιν ο πωλητής.

2.1.4.            Δικαιώματα Τρίτων

Όταν ένας περιορισμός που προκύπτει από παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος τρίτου, ιδίως δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, παρεμποδίζει ή περιορίζει τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με τη σύμβαση, τότε, τα ΚΜ διασφαλίζουν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο καταναλωτής έχει δικαίωμα επανόρθωσης για την έλλειψη συμμόρφωσης εκτός εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει την ακυρότητα της σύμβασης ή το ακυρώσιμο αυτής σε τέτοιες περιπτώσεις.

2.2.           Περίοδος Ευθύνης του Πωλητή

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΥΘΥΝΗΣ: Με βάση το άρθρο 10(1) της Οδηγίας, ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης η οποία υφίσταται κατά το χρόνο παράδοσης των αγαθών και η οποία καθίσταται εμφανής εντός δύο ετών από τη στιγμή αυτή. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με αγαθά με ψηφιακά στοιχεία χωρίς όμως να γίνεται αναφορά εάν ο χρόνος των 2 ετών αρχίζει να τρέχει από την ημέρα που φορτώνονται τα ψηφιακά αυτά στοιχεία ή η υπηρεσία στα αγαθά. Φαίνεται όμως από την αιτιολογική σκέψη 39 της Οδηγίας, ότι η παράδοση σε αγαθά με ψηφιακά στοιχεία υλοποιείται όταν παραδοθούν τα υλικά στοιχεία των αγαθών και έχει εκτελεστεί η μεμονωμένη πράξη παροχής του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας ή έχει ξεκινήσει η συνεχής παροχή του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σε χρονική διάρκεια.

Σημειώνεται ότι όταν η σύμβαση προβλέπει συνεχή παροχή ψηφιακού περιεχομένου ή υπηρεσίας για πάνω από δύο έτη, ο πωλητής ευθύνεται για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που προκύπτει ή καθίσταται εμφανής εντός της περιόδου κατά την οποία πρέπει να παρέχεται το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία βάσει της σύμβασης πώλησης. Αυτό σημαίνει ότι, λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα κατά το οποίο μπορεί ευλόγως να αναμένει ο καταναλωτής ότι θα λαμβάνει ενημερώσεις λαμβανομένου υπόψη των περιστάσεων και τη φύση της σύμβασης πωλήσεως. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 36 της Οδηγίας:

«…ο καταναλωτής αναμένει κανονικά να λαμβάνει ενημερώσεις τουλάχιστον για το διάστημα κατά το οποίο ο πωλητής είναι υπεύθυνος για την έλλειψη συμμόρφωσης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η εύλογη προσδοκία του καταναλωτή μπορεί να υπερβαίνει αυτή την περίοδο, όπως μπορεί να συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση των ενημερώσεων ασφαλείας. Σε άλλες περιπτώσεις, για παράδειγμα, όσον αφορά τα αγαθά με ψηφιακά στοιχεία των οποίων ο σκοπός είναι χρονικά περιορισμένος, η υποχρέωση του πωλητή να παρέχει ενημερώσεις θα πρέπει να περιορίζεται κανονικά στο εν λόγω χρονικό διάστημα.»

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Σε περίπτωση που τα αγαθά θα εγκατασταθούν από τον πωλητή χωρίς να είναι σε θέση ο καταναλωτής να χρησιμοποιήσει τα αγαθά ή να εντοπίσει το ελάττωμα πριν την εγκατάσταση, η παράδοση θεωρείται ότι έγινε αφού ολοκληρωθεί η εγκατάσταση.

ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΑ ΑΓΑΘΑ: Η ίδια περίοδος ευθύνης ισχύει και για μεταχειρισμένα αγαθά εκτός εάν τα ΚΜ αποφασίσουν ότι μπορεί η περίοδος αυτή να είναι συντομότερη από τα δύο έτη – δεδομένου ότι όμως αυτή δεν είναι συντομότερη από το ένα έτος. Σημειώνεται ότι η περίοδος ευθύνης δυνατόν να επιμηκυνθεί από τα ΚΜ χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.

2.3.           Τρόποι Αποκατάστασης της Συμμόρφωσης

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με βάση τους οποίους υποχρεούται ο πωλητής να παρέχει θεραπεία στον καταναλωτή σε περίπτωση παράβασης της συμμόρφωσης των αγαθών. Οι τρόποι με βάση το άρθρο 13(1) είναι πρώτον, η αποκατάσταση της συμμόρφωσης των αγαθών, δεύτερον, η μείωση του τιμήματος και τρίτον ο τερματισμός της σύμβασης σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 13.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΣΧΕΣΗΣ: Πριν την άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων ο καταναλωτής δικαιούται στο δικαίωμα επίσχεσης του υπόλοιπου του τιμήματος ή μέρους αυτού μέχρι ο πωλητής να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει της Οδηγίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν τις προϋποθέσεις και τους τρόπους με τους οποίους ο καταναλωτής θα ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης του τιμήματος.

2.3.1.            Αποκατάσταση της συμμόρφωσης

Η αποκατάσταση της συμμόρφωσης – δηλαδή η επανόρθωση – μπορεί να συντελεστεί με δύο τρόπους: την επισκευή, ή την αντικατάσταση του αγαθού. Το άρθρο 14 περιέχει τις λεπτομέρειες των εν λόγω δικαιωμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 14(1), η επισκευή ή η αντικατάσταση διεξάγεται:

«α) δωρεάν·

β) εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή που ο πωλητής ενημερώθηκε από τον καταναλωτή σχετικά με την έλλειψη συμμόρφωσης· και

γ) χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβανομένων υπόψη της φύσης των αγαθών και του σκοπού για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε τα αγαθά.»

Σημειώνεται ότι αν και η Οδηγία προνοεί για την επισκευή, δεν υποχρεώνει τους πωλητές να εξασφαλίζουν διαθεσιμότητα ανταλλακτικών κατά τη διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος.

Όποτε η έλλειψη συμμόρφωσης επανορθώνεται με επισκευή ή αντικατάσταση των αγαθών, ο καταναλωτής θέτει τα αγαθά στη διάθεση του πωλητή και ο πωλητής τα ανακτά με δικά του έξοδα.

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Ειδική πρόνοια γίνεται στις περιπτώσεις που τα αγαθά έχουν εγκατασταθεί κατά τρόπο σύμφωνο με τη φύση και τον σκοπό τους προτού η έλλειψη συμμόρφωσης καταστεί εμφανείς με βάση το άρθρο 14(3). Σε τέτοιες περιπτώσεις:

«η υποχρέωση επισκευής ή αντικατάστασης των αγαθών περιλαμβάνει την αφαίρεση των μη συμμορφούμενων αγαθών και την εγκατάσταση των υποκατάστατων αγαθών ή των επισκευασθέντων αγαθών, ή την ανάληψη των δαπανών της εν λόγω αφαίρεσης και εγκατάστασης.»

ΣΥΝΗΘΗΣ ΧΡΗΣΗ ΑΓΑΘΩΝ: Στις περιπτώσεις που ο καταναλωτής χρησιμοποιήσει τα αγαθά τα οποία δεν είναι συμμορφούμενα με τη σύμβαση, η Οδηγία αναφέρει, υιοθετόντας έτσι τα αναφερθέντα στην υπόθεση C-404/06 – Quelle AG, ότι, αυτός δεν υποχρεούται να πληρώσει για τη συνήθη χρήση τους κατά το χρόνο που προηγήθηκε της αντικατάστασης τους.

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ Η ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 13(2) η επανόρθωση δεν είναι δυνατή:

«…αν ο επιλεγείς τρόπος επανόρθωσης θα ήταν αδύνατος ή, σε σύγκριση με τον άλλον τρόπο επανόρθωσης, θα συνεπάγετο για τον πωλητή δυσανάλογες δαπάνες, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, μεταξύ των οποίων οι εξής:

α) η αξία που θα είχαν τα αγαθά εάν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης·

β) η σημασία που έχει η έλλειψη συμμόρφωσης · και

γ) το κατά πόσον ο εναλλακτικός τρόπος επανόρθωσης θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.»

Για παράδειγμα, μπορεί να είναι δυσανάλογο να απαιτηθεί η αντικατάσταση αγαθών εξαιτίας κάποιου μικρού σημαδιού, εάν η αντικατάσταση αυτή θα προκαλούσε σημαντικές δαπάνες και το σημάδι αυτό θα μπορούσε εύκολα να επισκευαστεί.

Με βάση το άρθρο 13(3), η επιδιόρθωση ή η αντικατάσταση είναι επίσης αδύνατες όταν ο πωλητής τις αρνείται δικαιολογημένα. Τέτοια είναι η περίπτωση όπου «η επισκευή και η αντικατάσταση είναι αδύνατες ή θα συνεπάγονταν δυσανάλογες δαπάνες για τον πωλητή, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων όσων αναφέρονται [στο άρθρο 13(2)(α) και (β)].» Για παράδειγμα, όταν τα αγαθά βρίσκονται σε τόπο ο οποίος είναι διαφορετικός από εκείνο στον οποίο παραδόθηκαν αρχικά, οι δαπάνες αποστολής και μεταφοράς θα μπορούσαν να είναι δυσανάλογες για τον πωλητή. Σε τέτοια περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο καταναλωτής μένει χωρίς θεραπεία – απλά σημαίνει ότι δικαιούται τις λοιπές θεραπείες που προσφέρονται οι οποίες ενδεχομένως να είναι και πιο επωφελείς για την καταναλωτή.

2.3.2.            Μείωση του τιμήματος

Σύμφωνα με το άρθρο 15, η μείωση του τιμήματος «είναι ανάλογη της μείωσης της αξίας των αγαθών που έλαβε ο καταναλωτής σε σύγκριση με την αξία που θα είχαν τα αγαθά αν συμμορφώνονταν» με τη σύμβαση.

Η δυνατότητα μείωσης του τιμήματος παρέχεται με βάση το άρθρο 13(4) στις ακόλουθες περιπτώσεις:

«α)ο πωλητής δεν έχει ολοκληρώσει την επισκευή ή την αντικατάσταση ή, ανάλογα με την περίπτωση, δεν έχει ολοκληρώσει την επισκευή ή την αντικατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 2 και 3 ή ο πωλητής έχει αρνηθεί την αποκατάσταση της συμμόρφωσης των αγαθών σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·

β) παρουσιάζεται έλλειψη συμμόρφωσης παρά το γεγονός ότι ο πωλητής είχε προηγουμένως προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση των αγαθών·

γ) η έλλειψη συμμόρφωσης είναι τόσο σοβαρή ώστε να δικαιολογεί την άμεση μείωση του τιμήματος ή τον τερματισμό της σύμβασης πώλησης·

δ) ο πωλητής έχει δηλώσει, ή συνάγεται από τις περιστάσεις, ότι δεν θα αποκαταστήσει τη συμμόρφωση των αγαθών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή·»

Σχετικό με τα σημεία (α) και (β) είναι η αιτιολογική σκέψη 52 της Οδηγίας η οποία αναφέρει τα ακόλουθα:

«Σε περίπτωση που ο πωλητής έχει ενεργήσει για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης των αγαθών αλλά μεταγενέστερα καθίσταται εμφανής έλλειψη συμμόρφωσης, θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά αν ο καταναλωτής θα πρέπει να δεχθεί επιπλέον προσπάθειες εκ μέρους του πωλητή για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης των αγαθών, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως το είδος και την αξία των αγαθών και τη φύση και τη σημασία της έλλειψης συμμόρφωσης. Ειδικότερα, για τα ακριβά ή περίπλοκα αγαθά ενδέχεται να δικαιολογείται να επιτρέπεται στον πωλητή άλλη μία προσπάθεια να επανορθώσει για την έλλειψη συμμόρφωσης. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη αν δεν μπορεί να αναμένεται από τον καταναλωτή να εξακολουθεί να έχει εμπιστοσύνη στην ικανότητα του πωλητή να αποκαταστήσει ή όχι τη συμμόρφωση των αγαθών, για παράδειγμα λόγω του ότι το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται δύο φορές.»

Σε σχέση με το σημείο 13(4)(δ), τα ΚΜ, ερμηνεύουν την έννοια «του εύλογου χρονικού διαστήματος για την ολοκλήρωση της επισκευής ή της αντικατάστασης, προβλέποντας καθορισμένες χρονικές περιόδους που θα μπορούσαν γενικά να θεωρηθούν εύλογες για την επισκευή ή την αντικατάσταση, ιδίως για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων»

2.3.3.            Τερματισμός της σύμβασης.

Ο τερματισμός της σύμβασης είναι επιτρεπτός για τους ίδιους λόγους που είναι επιτρεπτή η μείωση του τιμήματος. Έτσι, ο καταναλωτής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση αντί να ζητήσει τη μείωση του τιμήματος εκτός από την περίπτωση όπου η έλλειψη συμμόρφωσης είναι επουσιώδης. Σύμφωνα με το άρθρο 13(5) της Οδηγίας, το βάρος της απόδειξης ότι η έλλειψη συμμόρφωσης είναι επουσιώδης το φέρει ο πωλητής.

ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 16(1) της Οδηγίας, «ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης πώλησης με δήλωση προς τον πωλητή με την οποία εκφράζει την απόφασή του να τερματίσει τη σύμβαση πώλησης.» Κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος τερματισμού, ο καταναλωτής θα πρέπει (α) να επιστρέψει στον πωλητή τα αγαθά με έξοδα του πωλητή και (β) ο πωλητής θα πρέπει να επιστρέψει στον καταναλωτή το τίμημα. Τα ΚΜ έχουν την ελευθερία να προβλέπουν για τις προθεσμίες επιστροφής του τιμήματος ή των αγαθών.

ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΟΥΜΕΝΑ ΑΓΑΘΑ: Όπου η έλλειψη συμμόρφωσης αφορά μόνο ορισμένα από τα αγαθά που παραδίδονται στο πλαίσιο της σύμβασης πώλησης και συντρέχει λόγος τερματισμού, ο καταναλωτής δύναται να τερματίσει ολόκληρη τη σύμβαση πώλησης αν δεν είναι εύλογο να αναμένεται από τον καταναλωτή να δεχθεί να κρατήσει μόνο τα συμμορφούμενα αγαθά.

2.3.4.            Εμπορικές Εγγυήσεις

Μια θετική προσθήκη της Οδηγίας είναι η θέσπιση κανόνων για εμπορικές εγγυήσεις. Αυτό διότι επικρατούσε σύγχυση και δυνατότητα παραπλάνησης των καταναλωτών αφού δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ της νόμιμης εγγύησης και της εμπορικής εγγύησης. Η εμπορική εγγύηση είναι ανεξάρτητη και επιπρόσθετη από την νόμιμη εγγύηση η οποία νόμιμη εγγύηση παρέχεται αυτοδικαίως στον καταναλωτή. Σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο από το μέρος της αλυσίδας πώλησης αποφασίσει να παρέχει εμπορική εγγύηση αυτή θεωρείται επιπρόσθετη της νόμιμης εγγύησης.

Σύμφωνα με την Οδηγία, «εμπορική εγγύηση» είναι:

«κάθε ανάληψη υποχρέωσης του πωλητή ή παραγωγού («εγγυητής») έναντι του καταναλωτή, επιπλέον των νομικών υποχρεώσεων του πωλητή σχετικά με την εγγύηση συμμόρφωσης, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος ή για αντικατάσταση, επισκευή ή συντήρηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο των αγαθών σε περίπτωση που αυτά δεν ικανοποιούν τις προδιαγραφές ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πέραν της συμμόρφωσης που αναφέρονται στη δήλωση της εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση και που είναι διαθέσιμες κατά τη στιγμή ή πριν από τη σύναψη της σύμβασης·»

Σύμφωνα με το άρθρο 17(1) η εμπορική εγγύηση είναι δεσμευτική για τον εγγυητή σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στη δήλωση εμπορικής εγγύησης και στη σχετική διαφήμιση που υπήρχε κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πώλησης ή πριν από αυτή.

Όταν ένας παραγωγός παρέχει στον καταναλωτή εμπορική εγγύηση αναφορικά με την ανθεκτικότητα ορισμένων αγαθών για ορισμένο χρονικό διάστημα, ο παραγωγός είναι άμεσα υπεύθυνος έναντι του καταναλωτή για τη διάρκεια της εμπορικής εγγύησής όσον αφορά την ανθεκτικότητα, για την επισκευή ή την αντικατάσταση των αγαθών. Σε περίπτωση που διαφήμιση είναι περισσότερο ευνοϊκή από τους όρους της εμπορικής εγγύησης, τότε ο παραγωγός δεσμεύεται από τη διαφήμιση παρά με τους λιγότερο ευνοϊκούς όρους της εμπορικής εγγύησης.  Αυτό εκτός εάν πριν από τη σύναψη της σύμβασης πώλησης η σχετική διαφήμιση είχε διορθωθεί με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο με αυτόν που πραγματοποιήθηκε.

ΤΙ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ: Με βάση το άρθρο 17(2), η δήλωση εμπορικής εγγύησης παρέχεται στον καταναλωτή σε σταθερό μέσο το αργότερο κατά το χρόνο παράδοσης των αγαθών. Σταθερό μέσο είναι:

«κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή ή στον πωλητή να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική πρόσβαση επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών·»

Η δήλωση εμπορικής εγγύησης διατυπώνεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα και περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

«α)σαφή δήλωση ότι ο καταναλωτής δικαιούται βάσει νόμου επανόρθωση από τον πωλητή δωρεάν σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης των αγαθών και ότι οι τρόποι επανόρθωσης δεν επηρεάζονται από την εμπορική εγγύηση·

β) το όνομα και τη διεύθυνση του εγγυητή·

γ) τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει ο καταναλωτής για να επιτύχει την εφαρμογή της εμπορικής εγγύησης·

δ) τον προσδιορισμό των αγαθών για τα οποία ισχύει η εμπορική εγγύηση· και

ε) τους όρους της εμπορικής εγγύησης.»

2.3.5.            Δικαίωμα Αναγωγής

Σύμφωνα με το άρθρο 18 της Οδηγίας, εάν ένας πωλητής φέρει ευθύνη έναντι καταναλωτή λόγω έλλειψης συμμόρφωσης για την οποία ευθύνεται πρόσωπο σε προηγούμενο στάδιο της αλυσίδας συναλλαγών, δίνει το δικαίωμα στον πωλητή να διεκδικήσει επανόρθωση από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που φέρουν ευθύνη στην αλυσίδα συναλλαγών. Σημειώνεται ότι παράλειψη να παρασχεθούν ενημερώσεις σε αγαθά με ψηφιακά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 7(3) περιλαμβάνεται στις παραλείψεις που δίδουν το δικαίωμα στον πωλητή να αναγάγει το δικαίωμα του εναντίον του άλλου προσώπου στην αλυσίδα.

Σημειώνεται ότι τα ΚΜ μπορούν να θεσπίσουν κανόνες για απευθείας δικαίωμα του καταναλωτή έναντι προσώπου υπεύθυνου στην αλυσίδα συναλλαγών.

2.3.6.            Υποχρεωτικός Χαρακτήρας

Σύμφωνα με το άρθρο 21 της Οδηγίας, οποιαδήποτε συμβατική συμφωνία η οποία αποκλείει, σε βάρος του καταναλωτή την εφαρμογή της Οδηγίας, παρεκκλίνει ή μεταβάλλει την ισχύ της προτού η έλλειψη συμμόρφωσης των αγαθών περιέλθει σε γνώση του πωλητή από τον καταναλωτή, δεν είναι δεσμευτική για τον καταναλωτή.

Με βάση το πιο πάνω άρθρο, δύο είναι τα κρατούμενα. Πρώτον, είναι επιτρεπτό ένας καταναλωτής να αποποιηθεί ευθύνης μεταγενέστερα που θα λάβει γνώση της συμμόρφωσης και δεύτερον, είναι επιτρεπτή η αποποίηση ευθύνης από παραγωγούς στην αλυσίδα συμφωνιών, έναντι άλλων ατόμων στην αλυσίδα αυτή εκτός από τους καταναλωτές. Υπενθυμίζουμε επίσης, ότι με βάση το άρθρο 7(5) της Οδηγίας, ο Πωλητής μπορεί να εξαιρέσει την ευθύνη του για παράβαση των αντικειμενικών απαιτήσεων συμμόρφωσης όταν αυτό γίνει με ειδική ενημέρωση προς τον καταναλωτή.

2.3.7.            Αυτεπάγγελτη Εξέταση από το Δικαστήριο

Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την αυτεπάγγελτη εξέταση ορισμένων ζητημάτων, αποτελεί η νομολογία του ΔΕΕ η οποία βασίστηκε στην καταργηθείσα Οδηγία  1999/44/ΕΚ. Άποψη μας είναι ότι η νομολογία αναφορικά με την καταργηθείσα Οδηγία παραμένει σχετική.

ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΑΝ Ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ:   Σύμφωνα με την απόφαση C497/13, ένας εθνικός δικαστής, ο οποίος έχει επιληφθεί διαφοράς με αντικείμενο σύμβαση που μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της καταργηθείσας οδηγίας, οφείλει, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία προς τούτο νομικά ή πραγματικά στοιχεία ή μπορεί να λάβει τα στοιχεία αυτά κατόπιν απλού αιτήματος παροχής διευκρινίσεων, να εξακριβώσει εάν ο αγοραστής μπορεί να χαρακτηριστεί καταναλωτής κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, ακόμη κι αν τούτος δεν επικαλέστηκε την ιδιότητα αυτή.

ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ: Το εθνικό Δικαστήριο έχει επίσης υποχρέωση αυτεπάγγελτα να εξετάζει την παραβίαση διατάξεων της καταργηθείσας οδηγίας. Αυτό αποφασίστηκε στην υπόθεση C-32/12 και επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση  C‑377/14:

«…επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει επανειλημμένως την υποχρέωση που υπέχει ο εθνικός δικαστής να προβαίνει σε αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος της ενδεχόμενης παράβασης ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών [βλ., συναφώς, όσον αφορά την οδηγία 93/13, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM, C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 32· όσον αφορά την οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (ΕΕ 372, σ. 31), απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Martín Martín, C‑227/08, EU:C:2009:792, σκέψη 29· και, όσον αφορά την οδηγία 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών…»

ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ: Φαίνεται επίσης ότι με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την εφαρμογή της Οδηγίας, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει αυτεπάγγελτα να βοηθήσει τον καταναλωτή στις περιπτώσεις όπου αξιώνει μία από τις θεραπείες που προβλέπονται αλλά αποτυγχάνει. Δηλαδή, θα πρέπει το Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσο δύναται να χρησιμοποιήσει εναλλακτική θεραπεία η οποία παρέχεται από την Οδηγία. Σύμφωνα με την υπόθεση C‑32/12:

«…η [οδηγία 1999/44] έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, … η οποία, όταν καταναλωτής ο οποίος δικαιούται προσήκουσα μείωση του καθορισθέντος από τη σύμβαση πωλήσεως τιμήματος ενός αγαθού προβαίνει δικαστικώς μόνο σε υπαναχώρηση από την ως άνω σύμβαση, ενώ λόγω του επουσιώδους της ελλείψεως συμμορφώσεως του ως άνω αγαθού δεν χωρεί υπαναχώρηση, δεν παρέχει τη δυνατότητα στον εθνικό δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση να επιδικάσει αυτεπαγγέλτως μια τέτοια μείωση, παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω καταναλωτής δεν έχει το δικαίωμα ούτε να αποσαφηνίσει το αρχικό του αίτημα ούτε να ασκήσει νέα αγωγή με τέτοιο αίτημα.»

3.          ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

ΕΦΑΡΜΟΓΗ: Τα ΚΜ εξασφαλίζουν την ύπαρξη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων για διασφάλιση της Οδηγίας δίνοντας μάλιστα δικαίωμα σε οργανισμούς να προσφεύγουν στα δικαστήρια για να αναγκάζουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν την Οδηγία. Τέτοιοι οργανισμοί περιλαμβάνουν τους:

α) δημόσιους οργανισμούς ή τους εκπροσώπους τους

β) οργανώσεις καταναλωτών που έχουν έννομο συμφέρον στην προστασία των καταναλωτών·

γ) επαγγελματικές οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον να ενεργήσουν.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 20 της Οδηγίας, τα ΚΜ:

«λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι καταναλωτές έχουν στη διάθεσή τους πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών δυνάμει της παρούσας οδηγίας, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τα μέσα για την επιβολή των λόγω δικαιωμάτων»

4.          ΆΛΛΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Με βάση την εν λόγω Οδηγία καταργήθηκε η Οδηγία 1999/44/ΕΚ κατά την 1η Ιανουαρίου 2022 και τροποποιήθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2394 και η Οδηγία 2009/22/ΕΚ.

Η Οδηγία τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα επανεξεταστεί στις 12 Ιουνίου του 2024 από την Επιτροπή.

Σχετικά Άρθρα

Δυνατότητα του Δικαστηρίου επέκτασης του χρόνου παραπομπής ενός ζητήματος σε διαιτησία
Οι Κανόνες Συμφιλίωσης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Οι Κανόνες Διαμεσολάβησης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Ευριπίδης Χατζηνέστορος Δικηγόρος
Ο Ευριπίδης Χατζηνέστορος είναι δικηγόρος και διαμεσολαβητής. Είναι ο ιδρυτής του Cyprus Consumer Center for ADR. Επίσης διδάσκει εμπορικό δίκαιο στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και διαμεσολάβηση στο Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών. Μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου νομικής, LLB στο Πανεπιστήμιο Queen Mary University του Λονδίνου το 2009, ολοκλήρωσε στη συνέχεια το μεταπτυχιακό του δίπλωμα στο εταιρικό δίκαιο LLM, στο University College London. Αποφοίτησε με Distinction. Ακολούθως ολοκλήρωσε με επιτυχία το επαγγελματικό δίπλωμα Advanced Diploma of International Taxation του Chartered Institute of Taxation και στη συνέχεια έγινε διαπιστευμένος διαμεσολαβητής. Ο Ευριπίδης έχει συγγράψει το βιβλίο «Δίκαιο Πώλησης Αγαθών και Προστασία Καταναλωτή στην Κύπρο» το οποίο εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορους τομείς δικαίου τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία και έχει γίνει αναφορά στα συγγράμματα του από νομικές εκδόσεις στην Αγγλία όπως το Lee Roach, Card & James Business Law (2016, Oxford University Press), Stefan H.C. Lo, In Search of Corporate Accountability: Liabilities of Corporate Participants, (2015, Cambridge Scholars Publishing) και Thomas B. Courtney and Daibhi O’ Leary, The Law of Companies (2016, Bloomsbury Publishing).