ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  – EU FUNDED

Αντιπροσωπευτικές Αγωγές Καταναλωτών (Οδηγία (EE) 2020/1828)

1. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Η προστασία συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για την ΕΕ από τη δεκαετία του 1980 και βρίσκεται στο επίκεντρο των πολιτικών συζητήσεων τουλάχιστον για τα τελευταία 20 χρόνια.   Το πεδίο εφαρμογής της είναι ευρύ και δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος, καταστάσεις στις οποίες η συλλογική προσφυγή των καταναλωτών δεν είναι μόνο επιτακτική για λόγους πολιτικής, αλλά είναι και λογική, καθώς επιτρέπει την πρόσβαση των καταναλωτών στα δικαστήρια όπου οι αξίωση είναι μικρής αξίας: δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πέρα από το σκάνδαλο Dieselgate για να δει τους λόγους για τους οποίους η εν λόγω προσφυγή είναι ευπρόσδεκτη.  Η ιδέα της προστασίας συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών είναι απλή: διορθώνει καταστάσεις όπου η ζημιά που προκαλείται είναι μικρή, αλλά επηρεάζει πολλούς καταναλωτές, καθιστώντας έτσι σκόπιμο να επιδιώκεται η επανόρθωση της ζημίας σε συλλογική μορφή αντί για ατομική.

Η Οδηγία σχετικά με Ασφαλιστική Μέτρα (Οδηγία 2009/22/ΕΚ σχετικά με τα ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών), έδωσε τη δυνατότητα στις οργανώσεις καταναλωτών και στις δημόσιες αρχές να ζητούν ασφαλιστικά μέτρα κατά εμπόρων, όταν οι τελευταίοι παραβίαζαν τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών. Το πεδίο εφαρμογής της ήταν περιορισμένο υπό την έννοια ότι μόνο 12 οδηγίες για το δίκαιο των καταναλωτών καλύπτονταν από το πεδίο εφαρμογής της και επίσης επειδή μόνο ασφαλιστικά μέτρα μπορούσαν να ζητηθούν από αυτήν.

Η Νέα Συμφωνία για τους Καταναλωτές προέβλεπε υψηλότερη προστασία για τους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων μηχανισμών συλλογικής προσφυγής για αποζημίωση. Αυτό οδήγησε στην θέσπιση της Οδηγίας 2020/1828, η οποία περιλαμβάνει μηχανισμούς συλλογικής προσφυγής που περιλαμβάνουν «αποζημίωση, επισκευή, μείωση της τιμής, καταγγελία της σύμβασης ή επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, ανάλογα με την περίπτωση και ως προβλέπεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο».

Η Οδηγία 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2020 σχετικά με τις αντιπροσωπευτικές αγωγές για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/22/ΕΚ  Η Οδηγία») θεσπίζει κανόνες με τους οποίους εξασφαλίζεται ότι είναι διαθέσιμος σε όλα τα Κράτη Μέλη («ΚΜ») μηχανισμός αντιπροσωπευτικών αγωγών για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, παρέχοντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες εγγυήσεις για την αποφυγή καταχρηστικών πρακτικών προσφυγής στη δικαιοσύνη. Ο σκοπός της Οδηγίας είναι διπλός⸱ Πρώτον, μέσω της επίτευξης υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, σκοπεύει να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με την προσέγγιση ορισμένων πτυχών των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τις αντιπροσωπευτικές αγωγές και δεύτερον, αποσκοπεί στη βελτίωση της πρόσβασης των καταναλωτών στη δικαιοσύνη.

Η Οδηγία καλύπτει αντιπροσωπευτικές αγωγές που ασκούνται κατά ή μετά την 25 Ιουνίου 2023. Για αντιπροσωπευτικές αγωγές που έχουν καταχωρηθεί πριν την 25 Ιουνίου του 2023 ισχύει η Οδηγία 2009/22/ΕΚ.

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗΣ: H Οδηγία είναι πλήρους εναρμόνισης και τα Κράτη Μέλη («ΚΜ») δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από της διατάξεις της εκτός στο βαθμό θέσπισης διαδικαστικών κανονισμών για καταχώρηση αντιπροσωπευτικών αγωγών. Υπό αυτό το πρίσμα, το άρθρο 1(2) της Οδηγίας αναφέρει ότι τα ΚΜ δύναται να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ διαδικαστικά μέσα για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών σε εθνικό επίπεδο.

Η Οδηγία καλύπτει τις αγωγές που καταχωρούνται εκ μέρους των καταναλωτών, αλλά τα ΚΜ είναι ελεύθερα αν επιθυμούν να συμπεριλάβουν πρόσθετους τομείς του δικαίου καθώς και πρόσωπα που επωφελούνται από αυτήν (όπως μικρές επιχειρήσεις).  Σύμφωνα με αυτήν, οι καταναλωτές δεν μπορούν να ασκήσουν μόνοι τους αγωγές για συλλογική προσφυγή αλλά μόνο μέσω ” νομιμοποιούμενου φορέα”.

Το διαδικαστικό δίκαιο που χρησιμοποιείται για καταχώρηση των αντιπροσωπευτικών αγωγών είναι αυτό που παρέχεται με βάση το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο.

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 2(1) η Οδηγία εφαρμόζεται:

«…σε αντιπροσωπευτικές αγωγές που ασκούνται κατά εμπόρων οι οποίοι παραβιάζουν τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, όπως αναφέρονται στο παράρτημα I, συμπεριλαμβανομένων των εν λόγω διατάξεων όπως έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, με αποτέλεσμα να προκύπτει ή να ενδέχεται να προκύψει ζημία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου που αναφέρονται στο παράρτημα I. Εφαρμόζεται σε εγχώριες και διασυνοριακές παραβάσεις, συμπεριλαμβανομένων και των παραβάσεων που έπαυσαν προτού ασκηθεί ή ολοκληρωθεί η αντιπροσωπευτική αγωγή.»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Το Παράρτημα περιέχει 66 οδηγίες και κανονισμούς καθώς και άρθρα τέτοιων οδηγιών και κανονισμών για τους οποίους μπορεί να καταχωρηθεί αντιπροσωπευτική αγωγή. Στο Παράρτημα χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, προστασία δεδομένων, υγεία, καλλυντικά, τρόφιμα, ενέργεια, ευθύνη σε σχέση με ελαττωματικά προϊόντα, παροχή υπηρεσιών και πώληση αγαθών.  Σημαντικό να αναφερθεί στο παρόν στάδιο ότι η χρήση της Οδηγίας μπορεί να επεκταθεί και στην καταχώρηση αντιπροσωπευτικών αγωγών αναφορικά με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 ανεξαρτήτως του ότι περιέχεται ξεχωριστή πρόνοια στον ίδιο τον Κανονισμό για την αντιπροσώπευση καταναλωτών στο άρθρο 80(1) του Κανονισμού.

ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΥ: Οι έννοιες του καταναλωτή και του έμπορου ως χρησιμοποιούνται στην Οδηγία είναι παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιούνται και σε άλλες οδηγίες. Συγκεκριμένα, καταναλωτής είναι «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του εν λόγω προσώπου» ενώ «έμπορος» είναι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικό ή δημόσιο, το οποίο ενεργεί, μεταξύ άλλων μέσω άλλου προσώπου που ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εν λόγω προσώπου, για σκοπούς που αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω προσώπου».

ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ: Η «αντιπροσωπευτική αγωγή» ορίζεται ως αγωγή για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών η οποία ασκείται από νομιμοποιούμενο φορέα ως ενάγοντα εξ ονόματος καταναλωτών με σκοπό την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, μέτρου επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης ή αμφότερων.

Υπάρχουν δύο είδη αντιπροσωπευτικής αγωγής. Η εγχώρια και η διασυνοριακή.

Η εγχώρια αντιπροσωπευτική αγωγή είναι αυτή που ασκείται από νομιμοποιούμενο φορέα στο ΚΜ στο οποίο ορίστηκε ο νομιμοποιούμενος φορέας. Η διασυνοριακή αντιπροσωπευτική αγωγή είναι αυτή που ασκείται από νομιμοποιούμενο φορέα σε ΚΜ διαφορετικό από εκείνο στο οποίο έχει οριστεί ο νομιμοποιούμενος φορέας.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ: Τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών είναι τα γενικά συμφέροντα των καταναλωτών και ειδικότερα για τους σκοπούς των μέτρων επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, τα συμφέροντα μιας ομάδας καταναλωτών.

ΜΕΤΡΑ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗΣ/ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ: Τα «μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης» ορίζονται στην Οδηγία ως μέτρα που υποχρεώνουν τον έμπορο να παράσχει στους ενδιαφερόμενους καταναλωτές μέσα έννομης προστασίας όπως αποζημίωση, επισκευή, αντικατάσταση, μείωση του τιμήματος, καταγγελία της σύμβασης ή επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, κατά περίπτωση και σύμφωνα με την ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία.

2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

2.1.   ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ

2.1.1.              Νομιμοποιητικά κριτήρια

ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΟΣ ΦΟΡΕΑΣ: Νομιμοποιούμενος φορέας με βάση την Οδηγία είναι «κάθε οργανισμός ή δημόσιος φορέας που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καταναλωτών, ο οποίος έχει οριστεί από κράτος μέλος ως νομιμοποιούμενος για την άσκηση αντιπροσωπευτικών αγωγών σύμφωνα με την παρούσα οδηγία».

Σύμφωνα με το άρθρο 4(1) της Οδηγίας, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι οι αντιπροσωπευτικές αγωγές ασκούνται μόνο από νομιμοποιούμενους φορείς. Τέτοιοι φορείς μπορεί να είναι οργανώσεις καταναλωτών που εκπροσωπούν μέλη από περισσότερα από ένα ΚΜ.

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΩΝ ΑΓΩΓΩΝ: Σύμφωνα με την Οδηγία υπάρχουν ειδικά κριτήρια που ισχύουν σε διασυνοριακές αντιπροσωπευτικές αγωγές. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) τέτοιος φορέας για να μπορεί να ασκεί διασυνοριακές αντιπροσωπευτικές αγωγές θα πρέπει να:

«α)       είναι νομικό πρόσωπο που συστάθηκε σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο έχει οριστεί και μπορεί να αποδείξει 12 μήνες πραγματικής δημόσιας δραστηριότητας για την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών πριν την αίτηση ορισμού του·

β)         σύμφωνα με τους σκοπούς του καταστατικού του αποδεικνύεται η ύπαρξη έννομου συμφέροντος του στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου που αναφέρονται στο παράρτημα I·

γ)         έχει μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα·

δ)         δεν υπόκειται σε διαδικασία αφερεγγυότητας και δεν έχει κηρυχθεί αφερέγγυος·

ε)         είναι ανεξάρτητος και δεν επηρεάζεται από πρόσωπα πέραν των καταναλωτών, ιδίως από εμπόρους, που έχουν οικονομικό συμφέρον για την άσκηση αντιπροσωπευτικής αγωγής, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση χρηματοδότησης από τρίτους, και διαθέτει προς το σκοπό αυτό θεσπισμένες διαδικασίες για να αποκλείει τέτοιου είδους επιρροή καθώς και για να αποκλείει την οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του ιδίου, των χρηματοδοτών του και του συμφέροντος των καταναλωτών·

στ)       δημοσιοποιεί σε απλή και κατανοητή γλώσσα, με όλα τα κατάλληλα μέσα, ιδίως στον ιστότοπό του, πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι ο φορέας πληροί τα κριτήρια που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως ε) και πληροφορίες σχετικά με τις πηγές χρηματοδότησής του γενικά, την οργανωτική και διαχειριστική δομή του, τη δομή των μελών του, τον καταστατικό του σκοπό και τις δραστηριότητές του.»

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ: Αναφορικά με τα κριτήρια που ισχύουν για εγχώριες αντιπροσωπευτικές αγωγές δεν υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια που θα πρέπει να ισχύουν αλλά τα ΚΜ γενικά οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι τα κριτήρια που χρησιμοποιούν για να ορίσουν έναν φορέα ως νομιμοποιούμενο φορέα, είναι σύμφωνα με τους στόχους της οδηγίας προκειμένου να καταστεί αποτελεσματική και αποδοτική η λειτουργία των εν λόγω αντιπροσωπευτικών αγωγών και εάν το επιθυμούν, δυνατόν να θέσουν τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τις διασυνοριακές αντιπροσωπευτικές αγωγές.

Σημειώνεται ότι, τα ΚΜ δύνανται επίσης, κατά παρέκκλιση των άρθρων 4(3) και 4(4) να ορίζουν δημόσιους φορείς ως νομιμοποιούμενους φορείς για το σκοπό της άσκησης αντιπροσωπευτικών αγωγών.

Οι αλλοδαπές και οι εγχώριες νομιμοποιούμενες οντότητες μπορούν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να παρακάμψουν τις αυστηρότερες απαιτήσεις που θέτει η Οδηγία σχετικά με την έγκριση μιας αλλοδαπής οντότητας (έναντι της εγχώριας οντότητας). . Με τον τρόπο αυτό, η εγχώρια οντότητα θα ενεργεί ως «αγκυροβολημένος» αιτητής και έτσι, παρακάμπτει τις αυστηρότερες απαιτήσεις για τις αλλοδαπές νομιμοποιούμενες οντότητες.

Τα κριτήρια για να αναγνωριστεί κάποια οντότητα ως αλλοδαπή νομιμοποιούμενη οντότητα είναι ελάχιστης εναρμόνισης.

AD HOC ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ: Το άρθρο 4(6) προβλέπει για την περίπτωση που κάποιος προβαίνει σε αίτηση για να νομιμοποιηθεί ούτως ώστε να καταχωρήσει σε ad hoc βάση, συγκεκριμένη εγχώρια αντιπροσωπευτική αγωγή. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι αυτό είναι δυνατόν δεδομένου ότι πληροί τα κριτήρια ορισμού ως νομιμοποιούμενου φορέα που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο.

ΥΠΑΡΧΟΝΤΕΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΟΙ ΦΟΡΕΙΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 4(7), τα ΚΜ δύνανται να προβλέπουν ότι οι δημόσιοι φορείς που έχουν ήδη οριστεί ως νομιμοποιούμενοι φορείς με βάση την οδηγία 2009/22/ΕΚ, παραμένουν ορισθέντες ως νομιμοποιούμενοι φορείς για τους σκοπούς της παρούσας Οδηγίας.

2.1.2.              Άσκηση Αντιπροσωπευτικών Αγωγών

Σύμφωνα με το άρθρο 7(1), τα ΚΜ εξασφαλίζουν τη δυνατότητα άσκησης των αντιπροσωπευτικών αγωγών που προβλέπονται από την Οδηγία ενώπιον δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών από νομιμοποιούμενους φορείς δεδομένου ότι τέτοιες υποθέσεις δεν είναι προδήλως αβάσιμες. Στην τελευταία περίπτωση, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι τα δικαστήρια ή οι διοικητικές αρχές δύνανται να απορρίπτουν τέτοιες υποθέσεις σε όσο το δυνατό περισσότερο πρόωρο στάδιο της διαδικασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Όπου ένας νομιμοποιούμενος φορέας θα ασκήσει αντιπροσωπευτική αγωγή, θα πρέπει να παρέχει στο δικαστήριο ή στη διοικητική αρχή επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους καταναλωτές τους οποίους αφορά η αντιπροσωπευτική αγωγή.

Η Οδηγία αναφέρει ότι τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τουλάχιστον (α) απαγορευτικά διατάγματα ή (β) μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης – και αυτό μπορεί να γίνεται στα πλαίσια μιας ενιαίας αντιπροσωπευτικής αγωγής και η απόφαση μπορεί και πάλιν να είναι ενιαία.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ: Αναφορικά με τα απαγορευτικά διατάγματα, το άρθρο 8(1) ορίζει ότι αυτά είναι διαθέσιμα υπό μορφή:

«α)       προσωρινού μέτρου για την παύση πρακτικής ή, κατά περίπτωση, την απαγόρευση πρακτικής, όταν η εν λόγω πρακτική θεωρείται ότι συνιστά παράβαση…·

β)         οριστικού μέτρου για την παύση πρακτικής ή, κατά περίπτωση, την απαγόρευση πρακτικής, όταν η εν λόγω πρακτική διαπιστώνεται ότι συνιστά παράβαση…»

Αναφορικά με τα οριστικά μέτρα για την παύση πρακτικής, αναφέρεται ότι τέτοιο μέτρο μπορεί να περιλαμβάνει εφόσον αυτό προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο: «α)       μέτρο με το οποίο κρίνεται ότι η πρακτική συνιστά παράβαση…· και β)   υποχρέωση δημοσίευσης της απόφασης για το μέτρο εν όλω ή εν μέρει, με τη μορφή την οποία κρίνει κατάλληλη το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή, ή υποχρέωση δημοσίευσης διορθωτικής δήλωσης.»

Επίσης, τα ΚΜ μπορούν να προβλέψουν ότι για να μπορέσει ένας νομιμοποιούμενος φορέας να ζητήσει την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο αιτείται οριστικό μέτρο για την παύση πρακτικής μόνον αφού έχει ξεκινήσει διαβούλευση με τον έμπορο με στόχο να επιτύχει την παύση της παράβασης από τον εν λόγω έμπορο. Όπου γίνεται τέτοια πρόβλεψη, εάν ο έμπορος δεν παύσει την παράβαση εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή της αίτησης διαβούλευσης, ο νομιμοποιούμενος φορέας μπορεί άμεσα να ασκήσει αντιπροσωπευτική αγωγή για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.

Σημειώνεται ότι οι καταναλωτές τους οποίους αφορά μια αντιπροσωπευτική αγωγή, μπορούν να επωφελούνται από τα πιο πάνω μέτρα χωρίς όμως να είναι απαραίτητη η έκφραση βούλησης των μεμονωμένων καταναλωτών για εκπροσώπηση από τον νομιμοποιούμενο φορέα πριν την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αλλά ούτε και η απόδειξη βλάβης. Μάλιστα, πριν την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, ο νομιμοποιούμενος φορέας δεν υποχρεούται να αποδείξει:

«α)       την πραγματική ζημία ή βλάβη των μεμονωμένων καταναλωτών που θίγονται από την παράβαση… · ή

β)         την πρόθεση ή αμέλεια του εμπόρου.»

Σημειώνεται ότι σε σχέση με αντιπροσωπευτικές αγωγές που αφορούν απαγορευτικά διατάγματα, προβλέπεται ότι τα ΚΜ:

«…διασφαλίζουν ότι αναστέλλονται ή διακόπτονται οι ισχύουσες προθεσμίες παραγραφής ως προς τους καταναλωτές τους οποίους αφορά η εν λόγω αντιπροσωπευτική αγωγή, έτσι ώστε οι εν λόγω καταναλωτές να είναι σε θέση να ασκήσουν μεταγενέστερα αγωγή για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό παράβαση…  λόγω της παρέλευσης των ισχυουσών προθεσμιών παραγραφής κατά τον χρόνο εκδίκασης των αντιπροσωπευτικών αγωγών για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος.»

ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: Αναφορικά με την ταχύτητα έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων, η Οδηγία αναφέρει ότι τα ΚΜ διασφαλίζουν ότι οι αντιπροσωπευτικές αγωγές οι οποίες τα αφορούν εξετάζονται με τη δέουσα ταχύτητα ενώ, οι αντιπροσωπευτικές αγωγές που αφορούν την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για την παύση ή, κατά περίπτωση, για την απαγόρευση πρακτικής που θεωρείται ότι αποτελεί παράβαση, εξετάζονται, εφόσον ενδείκνυται, με συνοπτική διαδικασία.

ΜΕΤΡΑ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗΣ ΚΑΙ/Ή ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ: Τα μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, υποχρεώνουν τον έμπορο να παράσχει στους ενδιαφερόμενους καταναλωτές μέσα έννομης προστασίας όπως αποζημίωση, επισκευή, αντικατάσταση, μείωση του τιμήματος, καταγγελία της σύμβασης ή επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, κατά περίπτωση και σύμφωνα με την ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία.

ΈΝΤΑΞΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΣΕ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 9(2) τα ΚΜ θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τον τρόπο και το στάδιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης κατά το οποίο οι μεμονωμένοι καταναλωτές τους οποίους αφορά η εν λόγω αντιπροσωπευτική αγωγή εκφράζουν ρητά ή σιωπηρά τη βούλησή τους, εντός κατάλληλης προθεσμίας αφού ασκηθεί η εν λόγω αντιπροσωπευτική αγωγή, να εκπροσωπηθούν ή όχι από τον νομιμοποιούμενο φορέα στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής και να δεσμευθούν ή όχι από το αποτέλεσμά της. Όπου υπάρχει σε εξέλιξη αντιπροσωπευτική αγωγή αναφορικά με μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, τα ΚΜ οφείλουν να θεσπίσουν κανόνες ούτως ώστε οι καταναλωτές να ενημερώνονται εγκαίρως και με κατάλληλα μέσα για την αντιπροσωπευτική αγωγή, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους εν λόγω καταναλωτές να εκφράσουν ρητά ή σιωπηρά τη βούλησή τους να εκπροσωπηθούν στην εν λόγω αντιπροσωπευτική αγωγή.

Όταν το μέτρο επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης δεν προσδιορίζει μεμονωμένους καταναλωτές που δικαιούνται να επωφεληθούν από τα μέσα έννομης προστασίας που προβλέπονται από αυτό, περιγράφει τουλάχιστον την ομάδα των καταναλωτών που δικαιούνται να επωφεληθούν από τα εν λόγω μέσα έννομης προστασίας. Μάλιστα, τα ΚΜ πρέπει να εξασφαλίζουν ότι ένα μέτρο επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να επωφελούνται από τα μέσα έννομης προστασίας που προβλέπονται από το εν λόγω μέτρο επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης χωρίς να είναι αναγκαία η άσκηση ξεχωριστής αγωγής.

ΔΙΠΛΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ: Στις περιπτώσεις όπου οι καταναλωτές έχουν εκφράσει ρητά ή σιωπηρά τη βούλησή τους να εκπροσωπηθούν στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικής αγωγής, εξασφαλίζεται από τα ΚΜ ότι τέτοιοι καταναλωτές, δεν μπορούν να εκπροσωπούνται (1) σε άλλες αντιπροσωπευτικές αγωγές με το ίδιο επίδικο θέμα και κατά του ίδιου εμπόρου, ή (2) να ασκούν μεμονωμένα αγωγή για το ίδιο επίδικο θέμα και κατά του ίδιου εμπόρου. Τα ΚΜ θεσπίζουν επίσης κανόνες για να εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές δεν λαμβάνουν αποζημίωση πέραν της μίας φοράς για το ίδιο επίδικο θέμα κατά του ίδιου εμπόρου.

Όπου οι καταναλωτές δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο ΚΜ του δικαστηρίου ή της διοικητικής αρχής ενώπιον των οποίων ασκείται αντιπροσωπευτική αγωγή υποχρεούνται να εκφράσουν ρητά τη βούλησή τους να εκπροσωπηθούν στην εν λόγω αντιπροσωπευτική αγωγή, ούτως ώστε οι εν λόγω καταναλωτές να δεσμευθούν από το αποτέλεσμα αυτής της αντιπροσωπευτικής αγωγής.

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΝΝΟΜΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ: Να σημειωθεί ότι τα μέσα έννομης προστασίας που παρέχονται μέσω των μέτρων επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης στο πλαίσιο μιας αντιπροσωπευτικής αγωγής δε θίγουν τυχόν επιπρόσθετα μέσα έννομης προστασίας τα οποία ευρίσκονται στη διάθεση των καταναλωτών δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου και τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της εν λόγω αντιπροσωπευτικής αγωγής.

Το άρθρο 9(7) της Οδηγίας αναφέρει ότι τα ΚΜ θεσπίζουν ή διατηρούν κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες εντός των οποίων οι μεμονωμένοι καταναλωτές μπορούν να επωφελούνται από μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης. Τα ΚΜ μπορούν να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με την κατάληξη ενδεχόμενων υπολοίπων κεφαλαίων επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης που δεν ανακτώνται εντός των καθορισμένων προθεσμιών.

Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης χωρίς να είναι αναγκαία η εκ των προτέρων διαπίστωση παράβασης από δικαστήριο ή διοικητική αρχή.

Σχετικά με τις προθεσμίες παραγραφής όπου υπάρχει εν εξελίξει αντιπροσωπευτική αγωγή με την οποία ζητείται μέτρο επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, τα ΚΜ διασφαλίζουν ότι αναστέλλονται ή διακόπτονται οι ισχύουσες προθεσμίες παραγραφής ως προς τους καταναλωτές τους οποίους αφορά η εν λόγω αντιπροσωπευτική αγωγή.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ: Τα ΚΜ σύμφωνα με το άρθρο 6(1), εξασφαλίζουν ότι νομιμοποιούμενοι φορείς που έχουν οριστεί από άλλο ΚΜ για το σκοπό της άσκησης διασυνοριακών αντιπροσωπευτικών αγωγών, μπορούν να τις ασκούν ενώπιον των δικαστηρίων ή των διοικητικών αρχών τους. Υπό αυτή την έννοια, η Οδηγία υποχρεώνει τα ΚΜ να επιτρέψουν στους καταναλωτές να επωφεληθούν από μια αντιπροσωπευτική αγωγή χωρίς να χρειάζεται να ασκήσουν ξεχωριστή ατομική αγωγή.

Επίσης, το ΚΜ πρέπει να εξασφαλίζουν ότι σε περίπτωση που η κατ’ ισχυρισμό παράβαση του ενωσιακού δικαίου επηρεάζει ή ενδέχεται να επηρεάσει καταναλωτές σε διαφορετικά ΚΜ, η αντιπροσωπευτική αγωγή μπορεί να ασκηθεί ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή αρμόδιας διοικητικής αρχής ΚΜ από διάφορους νομιμοποιούμενους φορείς διαφορετικών ΚΜ, προκειμένου να προστατευθούν τα συλλογικά συμφέροντα καταναλωτών σε διαφορετικά ΚΜ.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ: Αναφορικά με την ενημέρωση προς το κοινό, το άρθρο 13(1) αναφέρει ότι τα ΚΜ, θεσπίζουν κανόνες που εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς παρέχουν πληροφορίες, ιδίως στον ιστότοπο τους, σχετικά με:

«α)       τις αντιπροσωπευτικές αγωγές που έχουν αποφασίσει να ασκήσουν ενώπιον δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής·

β)         την κατάσταση των αντιπροσωπευτικών αγωγών που έχουν ασκήσει ενώπιον δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής· και

γ)         τα αποτελέσματα των αντιπροσωπευτικών αγωγών που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).»

Με παρόμοιο τρόπο το άρθρο 13(4) αναφέρει ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς θα πρέπει να ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με τις τελικές αποφάσεις για την απόρριψη, ως απαράδεκτων ή ως αβάσιμων, αντιπροσωπευτικών αγωγών για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης.

Με βάση το άρθρο 13(5), τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι ο επιτυχής διάδικος (στην Οδηγία ονομάζεται «νικήσας») μπορεί να ανακτήσει τα έξοδα που σχετίζονται με την παροχή πληροφορίων στους καταναλωτές στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΕΜΠΟΡΟΥΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 13(3) της Οδηγίας εκτός εάν οι καταναλωτές ενημερωθούν για την τελεσίδικη απόφαση ή για τον εγκεκριμένο διακανονισμό με άλλο τρόπο, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή απαιτεί από τον έμπορο να ενημερώσει τους καταναλωτές τους οποίους αφορά η αντιπροσωπευτική αγωγή, με έξοδα του εμπόρου, σχετικά με ενδεχόμενες τελικές αποφάσεις ή για ενδεχόμενους εγκεκριμένους διακανονισμούς, με μέσα κατάλληλα για τις περιστάσεις της υπόθεσης και εντός καθορισμένων προθεσμιών, κατά περίπτωση, ενημερώνοντας ατομικά όλους τους ενδιαφερόμενους καταναλωτές. Τα ΚΜ μπορούν να παρεκκλίνουν από αυτή την υποχρέωση με το να θεσπίσουν κανόνες δυνάμει των οποίων ο έμπορος θα απαιτείται να παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες στους καταναλωτές μόνο κατόπιν σχετικού αιτήματος του νομιμοποιούμενου φορέα.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 15 της Οδηγίας, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι η τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής αναφορικά με την ύπαρξη παράβασης που θίγει τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη:

«…στο πλαίσιο κάθε άλλης αγωγής ενώπιον των δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών τους με την οποία ζητούνται μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης κατά του ίδιου εμπόρου σε σχέση με την ίδια πρακτική, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο για την εκτίμηση των αποδείξεων.»

2.1.3.              Εφαρμοστέο Δίκαιο

Η αιτιολογική σκέψη 21 αναφέρει ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2007, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θα πρέπει να εφαρμόζονται στον διαδικαστικό μηχανισμό για τις αντιπροσωπευτικές αγωγές που απαιτείται από την Οδηγία. Σημαντική καθοδήγηση για το εφαρμοστέο δίκαιο στις αντιπροσωπευτικές αγωγές δίδεται στην απόφαση C-191/15 Verein für Konsumenteninformation κατά Amazon EU Sàrl. Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε την καταργηθείσα Οδηγία 2009/22/ΕΚ αλλά είναι σχετική και με βάση την υπό εξέταση Οδηγία. Αποφασίστηκε ότι το εφαρμοστέο δίκαιο για την αξιολόγηση συγκεκριμένης συμβατικής ρήτρας πρέπει πάντα να καθορίζεται κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 593/2008 (Ρώμη Ι), είτε πρόκειται για ατομική αγωγή είτε για συλλογική αγωγή. Όταν όμως πρόκειται για συλλογική αγωγή η οποία σκοπεί στην προστασία συμφερόντων των καταναλωτών από τη χρήση καταχρηστικών ρητρών στους γενικούς όρους πώλησης, αυτό καθορίζεται με βάση τον Κανονισμό 864/2007 (Ρώμη 2).

Αυτό διατηρεί το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίστηκε με βάση τον Κανονισμό 1215/2012. Πέραν της αυτόματης αναγνώρισης της ικανότητας ενός νομιμοποιούμενου φορέα που έχει οριστεί σε ένα Κράτος Μέλος να ασκεί αγωγές σε άλλα κράτη μέλη, η Οδηγία προβλέπει την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των εν λόγω φορέων για τη διευκόλυνση αγωγών με διασυνοριακές επιπτώσεις.  Επίσης, επιβάλλει στα Κράτη Μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν μηχανισμούς που επιτρέπουν στους καταναλωτές που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε ένα κράτος μέλος να εκπροσωπούνται σε αγωγές προστασίας συλλογικών συμφερόντων που ασκούνται σε άλλο Κράτος Μέλος.

2.1.4.              Χρηματοδότηση Αντιπροσωπευτικών Αγωγών και Έξοδα

Α. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΩΝ ΑΓΩΓΩΝ

Το άρθρο 10 αναφέρεται στην χρηματοδότηση των αντιπροσωπευτικών αγωγών για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης. Ως αναφέρεται από τον D. Fairgrieve και τον R. Salim:

«Ενώ η Οδηγία αναγνωρίζει τη σημασία της ενημέρωσης των καταναλωτών, η ανομοιογένεια στο επίπεδο της καθοδήγησης που παρέχεται στα Κράτη Μέλη σχετικά με το περιεχόμενο των υποχρεώσεων ενημέρωσης για τις συνεχιζόμενες αξιώσεις και τις τελικές αποφάσεις/διακανονισμούς ενέχει τον κίνδυνο οι καταναλωτές να μην είναι σε θέση να λάβουν επαρκώς αποφάσεις/να αναλάβουν δράση σε σχέση με τις αξιώσεις αυτές.»

Δεδομένου ότι οι υποθέσεις συλλογικής προστασίας συμφερόντων των καταναλωτών «τείνουν να συνοδεύονται από ένα ιδιαίτερα ακριβό τίμημα»   που απορρέει από τις περιπλοκές των εν λόγω αγωγών, όπως υποδηλώνει και η ονομασία, η «χρηματοδότηση από τρίτους» είναι η περίπτωση κατά την οποία τρίτοι, χρηματοδοτούν τη διαδικασία συλλογικής επανόρθωσης με αντάλλαγμα ένα μερίδιο από τα ανακτηθέντα ποσά. Η χρηματοδότηση από τρίτους έχει ορισμένα πλεονεκτήματα. Το σημαντικότερο είναι ότι παρέχει ρευστότητα για την πληρωμή των αμοιβών και των εξόδων για τη δίκης και, επιπλέον, μειώνει σημαντικά τον οικονομικό κίνδυνο της δίκης.

ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΣ: Οι επιλογές των χρηματοδοτών για να επιτύχουν απόδοση στην επένδυσής τους φαίνεται να είναι οι εξής:

1) Ο χρηματοδότης λαμβάνει μέρος της αποζημίωσης (έτσι οι καταναλωτές λαμβάνουν ένα μειωμένο ποσό)

2) Ο χρηματοδότης δικαιούται στο ποσό που καταδικάζονται οι εναγόμενοι να πληρώσουν σε έξοδα – κάτι που ωστόσο περιορίζεται από την Οδηγία, δεδομένου ότι τέτοιες διαταγές εξόδων αφορούν μόνο έξοδα τα οποία ήταν αναγκαία.

3) Ο χρηματοδότης λαμβάνει αμοιβή από κεφάλαια που δεν διεκδικήθηκαν από τους καταναλωτές εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 9(7) της Οδηγίας.

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΡΙΤΟ: Σε περίπτωση που τέτοιες αγωγές χρηματοδοτούνται από τρίτο μέρος -στο βαθμό που κάτι τέτοιο επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο-, θα πρέπει τα ΚΜ να εξασφαλίσουν ότι προλαμβάνονται οι συγκρούσεις συμφερόντων, καθώς και ότι η χρηματοδότηση από τρίτους που έχουν οικονομικό συμφέρον για την άσκηση ή την έκβαση της αντιπροσωπευτικής αγωγής για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης δεν εκτρέπει την αντιπροσωπευτική αγωγή από την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών. Τα ΚΜ, με βάση το άρθρο 10(2) της Οδηγίας, θα πρέπει να εξασφαλίζουν επίσης ότι:

«α)       οι αποφάσεις νομιμοποιούμενων φορέων στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικής αγωγής, μεταξύ άλλων και οι αποφάσεις διακανονισμού, δεν επηρεάζονται αδικαιολόγητα από τρίτους κατά τρόπο που θα μπορούσε να είναι επιζήμιος για τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών που αφορά η αντιπροσωπευτική αγωγή·

β)         η αντιπροσωπευτική αγωγή δεν ασκείται κατά εναγόμενου ο οποίος είναι ανταγωνιστής του χρηματοδότη ή κατά εναγόμενου από τον οποίο εξαρτάται ο χρηματοδότης.»

Σε σχέση με το άρθρο 10(2)(α), το τι συνιστά «αδικαιολόγητο επηρεασμό» είναι δύσκολο να προσδιορισθεί.

Αναφορικά με τα δικαστήρια και τις διοικητικές αρχές τα οποία έχουν εξουσία σε αντιπροσωπευτικές αγωγές για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, προβλέπονται τα ακόλουθα από την Οδηγία:

  1. Ότι αξιολογούν τη συμμόρφωση σε περίπτωση που ενδεχομένως ανακύψουν δικαιολογημένες αμφιβολίες ως προς την εν λόγω συμμόρφωση. Για το σκοπό αυτό, οι νομιμοποιούμενοι φορείς γνωστοποιούν στη δικαστική ή τη διοικητική αρχή οικονομική επισκόπηση που απαριθμεί τις πηγές χρηματοδότησης που χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη της αντιπροσωπευτικής αγωγής.
  2. Έχουν την εξουσία να λάβουν κατάλληλα μέτρα, όπως να απαιτούν από τον νομιμοποιούμενο φορέα να αρνείται ή να μεταβάλλει τη σχετική χρηματοδότηση και, εφόσον είναι αναγκαίο, να απορρίπτουν τη νομιμοποίηση του νομιμοποιούμενου φορέα σε συγκεκριμένη αντιπροσωπευτική αγωγή. Αν η νομιμοποίηση του νομιμοποιούμενου φορέα απορριφθεί σε συγκεκριμένη αντιπροσωπευτική αγωγή, η εν λόγω απόρριψη δεν θίγει τα δικαιώματα των καταναλωτών τους οποίους αφορά η εν λόγω αντιπροσωπευτική αγωγή.

 Β. ΈΞΟΔΑ

Σύμφωνα με το άρθρο 12(1), τα ΚΜ έχουν υποχρέωση να εξασφαλίσουν ότι ο ηττηθείς διάδικος σε αντιπροσωπευτική αγωγή για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης απαιτείται να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα με τα οποία επιβαρύνθηκε ο νικήσας διάδικος, σύμφωνα με τους όρους και τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο εθνικό γενικό δικονομικό δίκαιο. Σημειώνεται ότι μεμονωμένοι καταναλωτές τους οποίους αφορά αντιπροσωπευτική αγωγή για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης δεν καταβάλλουν δικαστικά έξοδα εκτός εάν τα έξοδα προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της εκ προθέσεως ή εξ αμελείας συμπεριφοράς του.

Το πιο πάνω άρθρο περιορίζεται κάπως, υπέρ των νομιμοποιούμενων φορέων αφού η Οδηγία αναφέρει ότι τα ΚΜ λαμβάνουν μέτρα που αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν ότι η δικαστική δαπάνη που σχετίζεται με αντιπροσωπευτικές αγωγές δεν αποτρέπει τους νομιμοποιούμενους φορείς από το να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμά τους να ζητήσουν τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 7. Τα μέτρα αυτά δυνατόν να λάβουν τη μορφή δημόσιας χρηματοδότησης όπως η διαρθρωτική στήριξη για τους νομιμοποιούμενους φορείς, ο περιορισμός των εφαρμοστέων δικαστικών ή διοικητικών εξόδων, ή η πρόσβαση σε νομική βοήθεια.

Αναφορικά με τους καταναλωτές οι οποίοι εκπροσωπούνται από νομιμοποιούμενο φορέα, σημειώνεται ότι τα ΚΜ μπορούν να καθορίζουν κανόνες με βάση τους οποίους μπορούν να απαιτούν όπως οι εν λόγω καταναλωτές καταβάλουν περιορισμένα τέλη εγγραφής ή παρόμοια επιβάρυνση προκειμένου να συμμετέχουν σε αντιπροσωπευτική αγωγή η οποία αφορά μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης.

2.1.5.              Διακανονισμοί για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης

Σύμφωνα με το άρθρο 11(1) της Οδηγίας, για τον σκοπό της έγκρισης διακανονισμών, τα ΚΜ διασφαλίζουν ότι, σε αντιπροσωπευτική αγωγή για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης:

«α)       ο νομιμοποιούμενος φορέας και ο έμπορος μπορούν από κοινού να προτείνουν στο δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή διακανονισμό αναφορικά με την επανόρθωση και/ή αποκατάσταση υπέρ των ενδιαφερόμενων καταναλωτών· ή

β)         το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή, έχοντας διαβουλευθεί με τον νομιμοποιούμενο φορέα και τον έμπορο, δύναται να τους καλέσει να καταλήξουν σε διακανονισμό σχετικά με την επανόρθωση και/ή αποκατάστασης εντός εύλογης προθεσμίας.»

Τέτοιοι διακανονισμοί υπόκεινται στον έλεγχο του δικαστηρίου ή της διοικητικής αρχής τα οποία αξιολογούν κατά πόσο να εγκρίνουν ή να αρνηθούν τέτοιο διακανονισμό λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο ο διακανονισμός: (1) αντιβαίνει σε διατάξεις εθνικού αναγκαστικού δικαίου, ή (2) περιλαμβάνει όρους που δεν μπορούν να εφαρμοστούν καθώς επίσης και κατά πόσο (3) επηρεάζονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα όλων των μερών, και ιδίως εκείνα των ενδιαφερόμενων καταναλωτών. Επίσης, τα ΚΜ δύνανται να θεσπίζουν κανόνες που επιτρέπουν σε δικαστήριο ή διοικητική αρχή να αρνείται την έγκριση διακανονισμού όταν αυτός είναι καταχρηστικός.

Όταν ο διακανονισμός εγκρίνεται, είναι δεσμευτικός για τον νομιμοποιούμενο φορέα, τον έμπορο και τους ενδιαφερόμενους μεμονωμένους καταναλωτές με την επιφύλαξη ότι τα ΚΜ δύνανται να θεσπίσουν κανόνες με βάση τους οποίους να παρέχεται η δυνατότητα σε μεμονωμένους καταναλωτές τους οποίους αφορά η αντιπροσωπευτική αγωγή και ο επακόλουθος διακανονισμός, να αποδεχθούν ή να αρνηθούν να δεσμευτούν από τους διακανονισμούς.

Όπου επιτυγχάνεται η επανόρθωση και/ή η αποκατάσταση μέσω εγκεκριμένου διακανονισμού, δεν θίγονται επιπρόσθετα μέσα έννομης προστασίας που διατίθενται στους καταναλωτές δυνάμει του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο του εν λόγω διακανονισμού.

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ: Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί ένας διακανονισμός, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή συνεχίζει να εκδικάζει τη σχετική αντιπροσωπευτική αγωγή.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ: Το άρθρο 18 της Οδηγίας αναφέρει ότι τα ΚΜ:

«…εξασφαλίζουν ότι, όταν νομιμοποιούμενος φορέας που έχει υποβάλει ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επαρκούν για την υποστήριξη αντιπροσωπευτικής αγωγής, και έχει υποδείξει ότι επιπρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του εναγόμενου ή τρίτου μέρους, και εφόσον έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον εν λόγω νομιμοποιούμενο φορέα, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή μπορεί να διατάξει, την κοινοποίηση των εν λόγω στοιχείων από τον εναγόμενο ή τρίτο μέρος, σύμφωνα με το εθνικό δικονομικό δίκαιο, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων ενωσιακών και εθνικών κανόνων περί εμπιστευτικότητας και αναλογικότητας. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή μπορεί επίσης, εάν ζητηθεί από τον εναγόμενο, να διατάξει τον νομιμοποιούμενο φορέα ή τρίτο να κοινοποιήσει τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με το εθνικό δικονομικό δίκαιο.»

3. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ: Σύμφωνα με το άρθρο 14(1) τα ΚΜ δημιουργούν εθνικές ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων που είναι προσβάσιμες στο κοινό μέσω ιστότοπων και που παρέχουν πληροφορίες για τους νομιμοποιούμενους φορείς που έχουν οριστεί εκ των προτέρων με σκοπό την άσκηση εγχώριων και διασυνοριακών αντιπροσωπευτικών αγωγών και γενικές πληροφορίες σχετικά με τις εν εξελίξει και ολοκληρωθείσες αντιπροσωπευτικές αγωγές. Τέτοιες ηλεκτρονικές βάσεις, γνωστοποιούνται στην Επιτροπή. Η Επιτροπή διατηρεί με τη σειρά της ηλεκτρονική βάση δεδομένων η οποία είναι προσβάσιμη από:

«α)       τα εθνικά σημεία επαφής·

β)         τα δικαστήρια και τις διοικητικές αρχές εφόσον απαιτείται βάσει του εθνικού δικαίου·

γ)         τους νομιμοποιούμενους φορείς που ορίζονται από τα κράτη μέλη για τον σκοπό άσκησης για τις εγχώριες και διασυνοριακές αντιπροσωπευτικές αγωγές· και

δ)         την Επιτροπή.»

ΚΥΡΩΣΕΙΣ: Με βάση το άρθρο 19(1) τα ΚΜ καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή άρνησης συμμόρφωσης σε σχέση με απαγορευτικά διατάγματα, διατάγματα για κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων καθώς και στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13(3). Οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και πρέπει να έχουν μεταξύ άλλων, τη μορφή προστίμων.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΦΟΡΕΩΝ: Σύμφωνα με το άρθρο 20(4), τα ΚΜ καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν και διευκολύνουν τη συνεργασία μεταξύ των νομιμοποιούμενων φορέων και την ανταλλαγή και διάχυση των βέλτιστων πρακτικών και εμπειριών τους όσον αφορά τον χειρισμό των εγχώριων και διασυνοριακών παραβάσεων.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 23(1), η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει αξιολόγηση της Οδηγίας και να υποβάλει σχετική έκθεση. Τα ΚΜ έχουν αντίστοιχη υποχρέωση να παρέχουν στην Επιτροπή πληροφορίες αναφορικά με τον αριθμό και το είδος αντιπροσωπευτικών αγωγών που έχουν ολοκληρωθεί, το είδος των παραβάσεων και τα αποτελέσματα των εν λόγω αντιπροσωπευτικών αγωγών.

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ: Η Οδηγία κατήργησε την Οδηγία 2009/22/ΕΚ από την 25 Ιουνίου του 2023.

Σχετικά Άρθρα

Δυνατότητα του Δικαστηρίου επέκτασης του χρόνου παραπομπής ενός ζητήματος σε διαιτησία
Οι Κανόνες Συμφιλίωσης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Οι Κανόνες Διαμεσολάβησης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Ευριπίδης Χατζηνέστορος Δικηγόρος
Ο Ευριπίδης Χατζηνέστορος είναι δικηγόρος και διαμεσολαβητής. Είναι ο ιδρυτής του Cyprus Consumer Center for ADR. Επίσης διδάσκει εμπορικό δίκαιο στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και διαμεσολάβηση στο Κυπριακό Κέντρο Καταναλωτή για Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών. Μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου νομικής, LLB στο Πανεπιστήμιο Queen Mary University του Λονδίνου το 2009, ολοκλήρωσε στη συνέχεια το μεταπτυχιακό του δίπλωμα στο εταιρικό δίκαιο LLM, στο University College London. Αποφοίτησε με Distinction. Ακολούθως ολοκλήρωσε με επιτυχία το επαγγελματικό δίπλωμα Advanced Diploma of International Taxation του Chartered Institute of Taxation και στη συνέχεια έγινε διαπιστευμένος διαμεσολαβητής. Ο Ευριπίδης έχει συγγράψει το βιβλίο «Δίκαιο Πώλησης Αγαθών και Προστασία Καταναλωτή στην Κύπρο» το οποίο εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορους τομείς δικαίου τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία και έχει γίνει αναφορά στα συγγράμματα του από νομικές εκδόσεις στην Αγγλία όπως το Lee Roach, Card & James Business Law (2016, Oxford University Press), Stefan H.C. Lo, In Search of Corporate Accountability: Liabilities of Corporate Participants, (2015, Cambridge Scholars Publishing) και Thomas B. Courtney and Daibhi O’ Leary, The Law of Companies (2016, Bloomsbury Publishing).