ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  – EU FUNDED

Εναλλακτική Επίλυση Καταναλωτικών Διαφορών (Οδηγία 2013/11/ΕΕ)

* του Ευριπίδη Χατζηνέστορος

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (οδηγία ΕΕΚΔ) («Οδηγία») αποτελεί τη φυσική μετεξέλιξή της 98/257/ΕΚ Σύστασης της Επιτροπής  της 30ής Μαρτίου 1998 σχετικά με τις αρχές που διέπουν τα αρμόδια όργανα για την εξώδικη επίλυση των διαφορών κατανάλωσης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) και 2001/310/ΕΚ Σύσταση της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2001, περί αρχών για τα εξωδικαστικά όργανα συναινετικής επίλυσης καταναλωτικών διαφορών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ). Αποτελεί την πρώτη νομοθετική ρύθμιση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΕΕ») για τη θέσπιση κοινού νομικού πλαισίου εναλλακτική επίλυσης καταναλωτικών διαφορών.

Η Οδηγία σκοπεί να συμβάλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εξασφαλίζοντας ότι οι Καταναλωτές μπορούν να υποβάλλουν προαιρετικά καταγγελίες κατά εμπόρων σε Φορείς ΕΕΔ που παρέχουν ανεξάρτητες, αμερόληπτες, διαφανείς, αποτελεσματικές, ταχείες και δίκαιες διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Η έννοια της «προαιρετικής» καταγγελίας εξετάστηκε στην υπόθεση Rampanelly από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ»). Ο προαιρετικός χαρακτήρας ενός συστήματος επίλυσης διαφορών δεν συνίσταται στην ελευθερία των μερών να προσφύγουν στη διαδικασία ΕΕΔ αλλά στο γεγονός ότι «τα μέρη έχουν την ευθύνη της διαδικασίας και μπορούν να την οργανώσουν κατά την επιθυμία τους και να την ολοκληρώσουν οποιαδήποτε στιγμή». Με αυτό το σκεπτικό, εάν ένα ΚΜ καταστήσει ένα σύστημα υποχρεωτικής υποβολής καταγγελίας από Καταναλωτή σε Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών («Φορέα ΕΕΔ»), είναι επιτρεπτό, δεδομένου ότι δεν εμποδίζονται τα μέρη να ασκήσουν το δικαίωμα τους για προσφυγή στη Δικαιοσύνη.

Σημειώνεται όμως ότι, αν και τα ΚΜ έχουν ευχέρεια να το πράξουν, δεν αναγκάζονται να υποχρεώνουν είτε τους Καταναλωτές είτε τους Εμπόρους στη χρήση ΕΕΔ. Η Οδηγία όμως, αναγκάζει τα ΚΜ να παρέχουν στους Καταναλωτές το δικαίωμα πρόσβασης στην ΕΕΔ.

Η σημαντικότητα και τα πλεονεκτήματα της Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών έχουν αναλυθεί διεξοδικά στη βιβλιογραφία. Εν συντομία, η ΕΕΔ προσφέρει ταχύτητα, χαμηλό κόστος, δυνατότητα στα μέρη να επιλύσουν τη διαφορά τους μακριά από πεπαλαιωμένους κανονισμούς και διαδικασίες, διατηρεί της εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που ανταλλάσσονται και δεν τορπιλίζει τις σχέσεις μεταξύ των μερών στο βαθμό που αυτό θα γινόταν σε μια δικαστική διαδικασία – η οποία έχει χαρακτηριστεί από συγγραφείς ως πρωτόγονη.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΦΟΡΕΩΝ ΕΕΔ: Η Οδηγία περιορίζεται σε κάποιους γενικούς κανόνες λειτουργίας Φορέων ΕΕΔ αφήνοντας τη διαδικασία που χρησιμοποιείται από αυτούς θέμα του κάθε Φορέα ΕΕΔ.

Υπάρχουν τέσσερις συντελεστές στην λειτουργία της Οδηγίας:

  • Οι Καταναλωτές
  • Οι Έμποροι,
  • Ο Φορέας ΕΕΔ,
  • Η Αρμόδια Αρχή του ΚΜ στην οποία είναι εγκατεστημένος ο Φορέας ΕΕΔ. Η αρμόδια αρχή αναλαμβάνει ρόλο επικουρικό και ελεγκτικό.

Ένα παράπονο προέρχεται από Καταναλωτή εναντίον Εμπορευόμενου. Ο Καταναλωτής επικοινωνεί αρχικά με τον Φορέα ΕΕΔ ενημερώνοντας το Φορέα ΕΕΔ ότι το παράπονο δεν μπορεί να επιλυθεί με το Εμπορευόμενο. Ο Φορέα ΕΕΔ επικοινωνεί με τον Έμπορο ζητώντας του να προσέλθει (είτε διαδικτυακά είτε με φυσική παρουσία) σε διαδικασία Εναλλακτικής Επίλυσης της Διαφοράς με τον Καταναλωτή για επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με τη μέθοδο που χρησιμοποιεί ο εν λόγω Φορέας ΕΕΔ. Ο Φορέας ΕΕΔ δυνατόν να χρεώσει τον Καταναλωτή για τη διαχείριση του παραπόνου και εάν ο Εμπορευόμενος αποδεχθεί να προσέλθει στον Φορέα ΕΕΔ για επίλυση της διαφοράς τότε γίνεται και σχετική χρέωση στον Εμπορευόμενο.

Η διαδικασία είναι προαιρετική για τον Καταναλωτή με την έννοια που έχει επεξηγηθεί πιο πάνω. Εάν επιλυθεί η διαφορά, τότε τα μέρη δύνανται να προχωρήσουν σε δεσμευτική συμφωνία. Ο ρόλος που διαδραματίζει ο Φορέας ΕΕΔ εξαρτάται από τη διαδικασία που χρησιμοποιείται. Γενικά, ο Φορέας ΕΕΔ, ελέγχει τη διαδικασία και ότι το άτομο το οποίο έχει διοριστεί για την επίλυση της διαφοράς προχωρεί ανεξάρτητα, αμερόληπτα και τάχιστα στην επίλυση της. Τα εν λόγω κριτήρια ελέγχονται από τον τέταρτο συντελεστή – την αρμόδια αρχή.

Σκοπός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να ωθήσει τους Εμπορευόμενους να χρησιμοποιήσουν την ΕΕΔ – χωρίς όμως να τους εξαναγκάζει. Αυτό αφήνεται στα ΚΜ να το αποφασίσουν.

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗΣ:  Η πιο πάνω Ο­δηγία είναι ελάχιστης Εναρμόνισης αφού δεν θίγει την εθνική νομοθεσία που καθιστά υποχρεωτική τη συμμετοχή σε σχετικές διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών.

 

2. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2.1.            Που εφαρμόζεται η Οδηγία;

Με βάση το άρθρο 2, η Οδηγία εφαρμόζεται σε διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης εγχώριων και διασυνοριακών διαφορών σχετικά με συμβατικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από συμβάσεις πωλήσεων ή συμβάσεις υπηρεσιών μεταξύ Εμπορευόμενου εγκατεστημένου στην Ένωση και Καταναλωτή που κατοικεί στην Ένωση, διά της παρεμβάσεως ενός Φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών («Φορέα ΕΕΔ») ο οποίος προτείνει ή επιβάλλει λύση ή φέρνει τα μέρη σε επαφή για να διευκολυνθεί η εξεύρεση φιλικής λύσης. Όλες οι διαφορές που προκύπτουν από οποιεσδήποτε συμβάσεις καλύπτονται από την Οδηγία με εξαίρεση τις υπηρεσίες της υγείας καθώς και υπηρεσίες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που δημόσιους παρόχους.

Η Οδηγία, θέτει επίσης απαιτήσεις για να αναγνωριστεί κάποιος ως Φορέας ΕΕΔ καθώς και απαιτήσεις για αναγνώριση των διαδικασιών ΕΕΔ αφήνοντας όμως τα ΚΜ να θεσπίζουν κανόνες που προβλέπουν για υψηλότερο επίπεδο προστασίας του Καταναλωτή.

ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ: Στην υπόθεση C-75/16 αναφέρθηκε ότι για να εφαρμοστεί η Οδηγία θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

«…πρώτον, η διαδικασία πρέπει να έχει κινηθεί από Καταναλωτή κατά Εμπόρου όσον αφορά τις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις πωλήσεως ή παροχής υπηρεσιών, δεύτερον, η διαδικασία πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις της εν λόγω Οδηγίας και, ως εκ τούτου, να είναι ανεξάρτητη, αμερόληπτη, διαφανής, αποτελεσματική, ταχεία και δίκαιη, τρίτον, η εν λόγω διαδικασία πρέπει να ανατίθεται σε Φορέα ΕΕΔ, δηλαδή, σε Φορέα, όπως και αν αυτός ονομάζεται, ο οποίος έχει ιδρυθεί σε μόνιμη βάση, προσφέρει υπηρεσίες επιλύσεως διαφορών μέσω διαδικασίας ΕΕΔ και έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 20(2) της Οδηγίας, ο δε σχετικός κατάλογος πρέπει να έχει γνωστοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.»

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΣ: Σύμφωνα με την Οδηγία, ο «Καταναλωτής» είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα και ο «Έμπορος» είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικό ή δημόσιο, το οποίο ενεργεί, ενδεχομένως μέσω άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς που εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας.

ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΕΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ: Η Οδηγία καλύπτει εγχώριες καθώς και διασυνοριακές διαφορές. «Εγχώριες» είναι συμβατικές διαφορές που προκύπτουν από πώληση ή σύμβαση παροχής υπηρεσιών εφόσον, κατά τον χρόνο παραγγελίας των αγαθών ή των υπηρεσιών από τον Καταναλωτή, ο Καταναλωτής κατοικεί στο κράτος μέλος εγκατάστασης του Εμπόρου. «Διασυνοριακές» διαφορές είναι αυτές όπου ο Καταναλωτής κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εγκατάστασης του Εμπόρου.

Η Οδηγία εφαρμόζεται μόνο όπου η διαφορά προκύπτει από σύμβαση μεταξύ Καταναλωτή και Εμπόρου. Με δεδομένο αυτό, το Κράτος ή οι Κρατικές Υπηρεσίες ή οι Ημικρατικοί Οργανισμοί μπορούν να θεωρηθούν Έμποροι. Αυτό ξεκαθαρίζεται και από το άρθρο 4(1)(β) της Οδηγίας η οποία αναφέρει ότι «ο Έμπορος είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικό ή δημόσιο…».

Όπου δεν υπάρχει σύμβαση, δεν νοείται επίλυση της διαφοράς με βάση τις διατάξεις της Οδηγίας – δηλαδή, η διαφορά μπορεί να επιλυθεί από Φορέα ΕΕΔ ο οποίος δεν έχει αδειοδοτηθεί δυνάμει των διατάξεων του Κράτους Μέλους που εφαρμόζει την Οδηγία. Για παράδειγμα, μια αστική διαφορά που βασίζεται σε ατύχημα δεν εμπίπτει εντός των διατάξεων της Οδηγίας. Ως γενικός κανόνας, όπου η παροχή υπηρεσιών είναι «μη οικονομική», δεν υπάρχει οικονομικό αντάλλαγμα (δηλαδή παρέχεται χωρίς αμοιβή) με αποτέλεσμα κατά κανόνα να μην νοείται η ύπαρξη σύμβασης και ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από την Οδηγία.

Διαφορά που προκύπτει από σύμβαση μπορεί να είναι και προσπάθεια αναδιαπραγμάτευσης μιας υφιστάμενης σύμβασης όπως για παράδειγμα μια προσπάθεια που γίνεται για αναδιάρθρωση πιστωτικής διευκόλυνσης. Οποτεδήποτε υπάρχει αμφισβήτηση ή αδυναμία εκπλήρωσης μια συμβατικής υποχρέωσης, πρέπει να θεωρείται ότι η διαφορά εμπίπτει στα πλαίσια της Οδηγίας – άρα, προσπάθεια αναδιαπραγμάτευσης της σύμβασης λόγω τέτοιας αδυναμίας εκπλήρωσης προκύπτει από σύμβαση.

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΣ Ο ΕΜΠΟΡΟΣ: Ο Έμπορος είναι εγκατεστημένος στον τόπο άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας εάν είναι φυσικό πρόσωπο ή, σε περίπτωση που είναι νομικό πρόσωπο, στον τόπο της καταστατικής του έδρας, της κεντρικής του διοίκησης ή της άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας καθώς και υποκαταστημάτων, αντιπροσωπειών ή άλλης εγκατάστασης.

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΣ Ο ΦΟΡΕΑΣ ΕΕΔ: Ο Φορέας ΕΕΔ είναι εγκατεστημένος εάν τον διαχειρίζεται φυσικό πρόσωπο, στον τόπο όπου το εν λόγω πρόσωπο ασκεί τις δραστηριότητες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Εάν ο Φορέας ΕΕΔ είναι νομικό πρόσωπο ή ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, στον τόπο όπου το εν λόγω νομικό πρόσωπο ή η ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων ασκεί τις δραστηριότητες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών ή στον τόπο της καταστατικής τους έδρας. Εάν τον διαχειρίζεται αρχή ή άλλη δημόσια υπηρεσία, στον τόπο της έδρας της εν λόγω αρχής.

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΠΟΥ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ: Η σημασία του τόπου εγκατάστασης του Εμπόρου και του Φορέα ΕΕΔ είναι ότι η διαδικασία για επίλυση της διαφοράς που θα αρχίσει από τον Καταναλωτή πρέπει να αρχίζει (1) στον τόπο όπου είναι εγκατεστημένος ο Έμπορος και (2) ενώπιον Φορέα ΕΕΔ ο οποίος είναι εγκατεστημένος στον τόπο όπου είναι εγκατεστημένος ο Έμπορος.

Δηλαδή, ο τόπος εγκατάστασης του Φορέα ΕΕΔ θα πρέπει να είναι ταυτόσημος με τον τόπο εγκατάστασης του Εμπόρου. Σε αντίθεση δηλαδή με τον Κανονισμό  1215/2012 όπου ο Καταναλωτής δύναται να καταχωρήσει την αγωγή του στο μέρος όπου βρίσκεται ο Καταναλωτής, σε σχέση με την εξωδικαστικές υποθέσεις επίλυσης διαφορών, ο Καταναλωτής δύναται να προσφύγει σε Φορέα ΕΕΔ όπου είναι εγκατεστημένος ο Έμπορος.

ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ: Με βάση το άρθρο 3, όπου υπάρχει σύγκρουση, η Οδηγία υπερισχύει διατάξεων άλλων Οδηγιών οι οποίες αφορούν διαδικασίες εξωδικαστικής προσφυγής τις οποίες κινεί Καταναλωτής κατά Εμπόρου. Για να υπάρχει όμως σύγκρουση, θα πρέπει η διάταξη της εν συγκρίσει Οδηγίας να παρέχει λιγότερη προστασία στον Καταναλωτή από την Οδηγία 2013/11/ΕΕ. Όπου η εν συγκρίσει Οδηγία παρέχει μεγαλύτερη προστασία στον Καταναλωτή, δεν θεωρείται ότι υπάρχει σύγκρουση και υπερισχύει η εν συγκρίσει Οδηγία. Ο λόγος είναι ότι η Οδηγία 2013/11/ΕΕ είναι ελάχιστης εναρμόνισης, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυνατότητα παροχής περισσότερης προστασίας από ένα ΚΜ (έστω και εάν αυτή η προστασία είναι απότοκο άλλης Οδηγίας της ΕΕ) παρά λιγότερης.

Η Οδηγία 2013/11/ΕΕ όμως, δεν υπερισχύει της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008, για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η σχέση των δύο Οδηγιών εξετάστηκε στην υπόθεση Rampanelly. Στην εν λόγω υπόθεση το ΔΕΕ αποφάσισε ότι η Οδηγία 2008/52/ΕΚ, υπερισχύει της Οδηγίας 2013/11/ΕΕ στο βαθμό που η σύγκρουση των δύο αφορά διασυνοριακά θέματα. Ο λόγος είναι ότι η Οδηγία 2008/52/ΕΚ περιορίζεται σε αυτά – ασχέτως εάν δίδει τη δυνατότητα στα ΚΜ να εφαρμόσουν την Οδηγία στα εσωτερικά συστήματα διαμεσολάβησης. 

2.2.            Που δεν εφαρμόζεται η Οδηγία;

Η Οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 2(2) της Οδηγίας. Αυτές είναι οι ακόλουθες:

α) στις διαδικασίες ενώπιον φορέων επίλυσης διαφορών όπου τα φυσικά πρόσωπα που είναι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών είναι υπάλληλοι του συγκεκριμένου Εμπόρου ή αμείβονται αποκλειστικά από αυτόν, εκτός εάν τα κράτη μέλη επιτρέψουν τις διαδικασίες αυτές υπό μορφή διαδικασιών ΕΕΔ δυνάμει της παρούσας οδηγίας και εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις του κεφαλαίου ΙΙ, περιλαμβανομένων των ειδικών απαιτήσεων ανεξαρτησίας και διαφάνειας που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3·

β) στις διαδικασίες ενώπιον συστημάτων διερεύνησης καταναλωτικών καταγγελιών που διαχειρίζεται ο Έμπορος·

γ) στις μη οικονομικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας·

δ) στις διαφορές μεταξύ εμπόρων·

ε) σε απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ του Καταναλωτή και του Εμπόρου·

στ) στις προσπάθειες που καταβάλλει ο δικαστής για την επίλυση της διαφοράς κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας με αντικείμενο την εν λόγω διαφορά·

ζ) στις διαδικασίες που έχουν κινηθεί από Έμπορο κατά Καταναλωτή·

η) στις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται σε ασθενείς από επαγγελματίες της υγείας προκειμένου να εκτιμηθεί, να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η κατάσταση της υγείας τους, συμπεριλαμβανομένων της συνταγογράφησης, της χορήγησης και της προμήθειας φαρμάκων και ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων·

θ) στους δημόσιους παρόχους δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Αναφορικά με τις πιο πάνω εξαιρέσεις είναι σημαντικό να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Πρώτον, οι διατάξεις της Οδηγίας αφορούν  τις υποχρεώσεις εμπόρων έναντι καταναλωτών και ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζονται σε διαδικασίες οι οποίες κινούνται από Έμπορους εναντίων εμπόρων, Έμπορους εναντίων καταναλωτών ή από Καταναλωτές εναντίων καταναλωτών. Η Οδηγία βεβαίως δεν εμποδίζει τα ΚΜ να δημιουργούν Φορείς οι οποίοι επιλαμβάνονται παραπόνων εμπόρων εναντίων καταναλωτών.

Δεύτερον, βασικός πυλώνας της Οδηγίας είναι η ανεξαρτησία των Φορέων Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών καθώς και η έλλειψη κάθε μορφής σύγκρουσης συμφερόντων των προσώπων που είναι υπεύθυνα για την επίλυση διαφορών. Για το λόγο αυτό, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, διαδικασίες όπου ο Καταναλωτής προσπαθεί να επιλύσει τη διαφορά του απευθείας με τον Έμπορο, ή συστήματα παραπόνου που χειρίζεται ο Έμπορος, αλλά και σε περιπτώσεις όπου τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την επίλυση των διαφορών, αμείβονται από τον Έμπορο. Σε σχέση με την τελευταία αυτή περίπτωση, επιτρέπεται στα ΚΜ να επιτρέψουν μια τέτοια διαδικασία να εμπίπτει στα πλαίσια της Οδηγίας, δεδομένου ότι πληρούνται οι πιο κάτω σωρευτικές απαιτήσεις:

α) τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την επίλυση της διαφοράς διορίζονται ή προέρχονται από συλλογικό σώμα αποτελούμενο από ίσο αριθμό εκπροσώπων των οργανώσεων καταναλωτών και εκπροσώπων του Εμπόρου και διορίζονται κατόπιν διαφανούς διαδικασίας·

β) στα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για επίλυση διαφορών ανατίθεται εντολή τουλάχιστον τριών ετών που διασφαλίζει την ανεξαρτησία των ενεργειών τους·

γ) τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την επίλυση διαφορών δεσμεύονται να μην εργασθούν για τον Έμπορο ή για επαγγελματική οργάνωση ή επιχειρηματική ένωση της οποίας είναι μέλος ο Έμπορος, για περίοδο τριών ετών μετά τη λήξη της θητείας τους στον φορέα επίλυσης διαφορών·

δ)  ο φορέας επίλυσης διαφορών δεν έχει καμία ιεραρχική ή λειτουργική σχέση με τον Έμπορο, είναι σαφώς διακριτός από τις επιχειρησιακές οντότητες του Εμπόρου και διαθέτει επαρκή προϋπολογισμό για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, χωριστό από τον γενικό προϋπολογισμό του Εμπόρου.

Όταν φυσικά πρόσωπα αμείβονται αποκλειστικά από επαγγελματική οργάνωση ή επιχειρηματική ένωση της οποίας είναι μέλος ο Έμπορος, τα ΚΜ οφείλουν να μεριμνούν ότι διατίθεται ειδικός προϋπολογισμός επαρκής για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους – αυτό όμως δεν εφαρμόζεται όπου στο συλλογικό σώμα υπάρχει ίση αντιπροσώπευση εκπροσώπων των συμφερόντων των καταναλωτών και εμπόρων. Επιπρόσθετα, όπου ένας Φορέας ΕΕΔ αποτελείται από φυσικά πρόσωπα τα οποία συμμετέχουν σε ένα συλλογικό σώμα, θα πρέπει τα ΚΜ να εξασφαλίζουν ότι στο συγκεκριμένο σώμα (όχι στο Φορέα ΕΕΔ), συμμετέχει ίσως αριθμός εκπροσώπων των συμφερόντων των καταναλωτών και των εμπόρων.

Τρίτον, η Οδηγία ρητά, θέτει το ρόλο του Δικαστηρίου ως ξεχωριστό από της διαδικασίες Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών. Ως εκ τούτου, η διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου δεν δύναται σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως διαδικασία που εμπίπτει στην πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας – ασχέτως εάν για παράδειγμα ο δικαστής προσπαθήσει να βοηθήσει τα μέρη να επιλύσουν τη διαφορά τους με συμφωνία.

 

3.             ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΦΟΡΕΩΝ ΕΕΔ

Οι Φορείς ΕΕΔ, οφείλουν να πληρούν συγκεκριμένους κανόνες ποιότητας οι οποίες προνοούνται στην Οδηγία και οι Αρμόδιες Αρχές, εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω κανόνες πληρούνται.

Η Οδηγία, αν και αναφέρει ότι ισχύει σε διαδικασίες θεσμικές – όχι ad-hoc, δεν αναφέρει τις συνέπειες όπου ένας Καταναλωτής και μια επιχείρηση επιλύουν διαφορές μέσω κάποιου θεσμικού Κέντρου που προσφέρει υπηρεσίες ΕΕΔ όταν αυτό το Κέντρο δεν πληροί τις απαιτήσεις της Οδηγίας.

Φαίνεται ότι τέτοιες διαδικασίες δεν οδηγούνται σε ακυρότητα, αλλά μάλλον τέτοια Κέντρα δεν θα έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι άλλων τα οποία είναι εγκεκριμένα. Για παράδειγμα, επιχειρήσεις θα παραπέμπονται από τις αρμόδιες αρχές σε εγκεκριμένα Κέντρα (αντί σε μη εγκεκριμένα) και δεν θα περιέχονται στην πλατφόρμα Ηλεκτρονικής Επίλυσης Διαφορών της ΕΕ. Επίσης, δεδομένου ότι δεν θα πληρούν τις απαιτήσεις ποιότητας, αυτό αποτελεί τροχοπέδη σε μια επιχείρηση αλλά και σε ένα Καταναλωτή να αξιοποιήσει τις υπηρεσίες κάποιου Φορέα ΕΕΔ ιδιαίτερα εάν λάβει κάποιος υπόψη ότι μια διαδικασία σε αδειοδοτημένο Φορέα ΕΕΔ επηρεάζει τους χρόνους παραγραφής.

3.1.              Βασικές Απαιτήσεις Ποιότητας που Πρέπει να Πληροί Ένας Φορέας ΕΕΔ

To άρθρο 5 αναφέρεται στην υποχρέωση των ΚΜ να διευκολύνουν την πρόσβαση των καταναλωτών στις διαδικασίες ΕΕΔ και να εξασφαλίζουν ότι οι διαφορές που καλύπτονται από την Οδηγία και αφορούν Έμπορο εγκατεστημένο στο έδαφος τους, μπορούν να παραπεμφθούν σε Φορέα ΕΕΔ. Αναφέρει επίσης τις απαιτήσεις που πρέπει να πληροί ένας Φορέας ΕΕΔ. Αυτές είναι ότι οι Φορείς ΕΕΔ θα πρέπει να:

α) διατηρούν ενημερωμένο ιστότοπο που παρέχει στα μέρη εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες για τη διαδικασία ΕΕΔ και επιτρέπει στους Καταναλωτές να υποβάλλουν ηλεκτρονικά καταγγελίες και τα απαραίτητα δικαιολογητικά·

β) παρέχουν στα μέρη, κατόπιν αιτήσεώς τους, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α) επί σταθερού μέσου·

γ)  όπου συντρέχει περίπτωση, επιτρέπουν στον Καταναλωτή να υποβάλει καταγγελία με μη ηλεκτρονικό τρόπο·

δ) επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των μερών με ηλεκτρονικά μέσα ή, εάν συντρέχει περίπτωση, ταχυδρομικώς·

ε) δέχονται τόσο εγχώριες όσο και διασυνοριακές διαφορές, περιλαμβανομένων των διαφορών που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 524/2013· και

στ) όταν εξετάζουν διαφορές που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τηρεί τους κανόνες προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίοι θεσπίζονται στην εθνική νομοθεσία εφαρμογής της οδηγίας 95/46/ΕΚ στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας ΕΕΔ.

Οι πιο πάνω πληροφορίες αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια του Καταναλωτή για να μπορέσει να λάβει απόφαση – π.χ. σε ποιο Φορέα ΕΕΔ να επιλύσει τη διαφορά του ή ποιοι Έμποροι αποδέχονται την εναλλακτική επίλυση διαφορών. Σημαντικό επίσης να λεχθεί το γεγονός ότι οι πιο πάνω πληροφορίες δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ως διαφήμιση για τον Έμπορο – π.χ. για  να διαφημίσει ότι ασχολείται με τα παράπονα πελατών του ή ότι δεν υπάρχουν παράπονα εναντίον του ή ότι επιλύει για παράδειγμα ένα μεγάλο ποσοστό των παραπόνων.

Τα ΚΜ έχουν το δικαίωμα να δημιουργήσουν συμπληρωματικούς Φορείς ΕΕΔ οι οποίοι καλύπτουν συγκεκριμένες διαφορές για τις οποίες δεν υπάρχει αρμόδιος κανένας Φορέα ΕΕΔ. Ένα παράδειγμα τέτοιων Φορέων είναι οι Φορείς εναλλακτικής επίλυσης χρηματοοικονομικών διάφορων που υφίστανται σε κάθε ΚΜ.

Επίσης, τα ΚΜ μπορούν να επιτρέψουν στους Φορείς ΕΕΔ να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν διαδικαστικούς κανόνες οι οποίοι τους δίνουν τη δυνατότητα να αρνηθούν να εξετάσουν μια συγκεκριμένη διαφορά για συγκεκριμένους λόγους. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι:

α) ο Καταναλωτής δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Έμπορο προκειμένου να συζητήσει την καταγγελία του και να επιδιώξει, ως πρώτο βήμα, να επιλύσει το πρόβλημα απευθείας με αυτόν·

β) η διαφορά είναι επουσιώδης ή βασίζεται σε κακόβουλη καταγγελία·

γ) η διαφορά εξετάζεται ή έχει εξεταστεί προηγουμένως από άλλο φορέα ΕΕΔ ή από δικαστήριο·

δ) η αξία του αντικειμένου της αξίωσης είναι κατώτερη ή ανώτερη από συγκεκριμένο ποσό·

ε) ο Καταναλωτής δεν υπέβαλε την καταγγελία στον φορέα ΕΕΔ εντός προκαθορισμένης προθεσμίας· οι προθεσμίες δεν πρέπει να είναι μικρότερες από ένα έτος από την ημερομηνία κατά την οποία ο Καταναλωτής υπέβαλε την καταγγελία στον Έμπορο·

στ) η εξέταση μιας τέτοιας διαφοράς θα έβλαπτε σημαντικά την αποτελεσματική λειτουργία του φορέα ΕΕΔ.

Όταν ένας Φορέας ΕΕΔ δεν μπορεί να εξετάσει μια διαφορά, τότε κοινοποιεί και στα δύο μέρη το σκεπτικό της απόφασης του να μην την εξετάσει εντός τριών εβδομάδων από την παραλαβή του φακέλου της καταγγελίας.

3.2.              Κατάλληλα Φυσικά Πρόσωπα για την Επίλυση των Διαφορών

Με βάση το άρθρο 6, τα ΚΜ οφείλουν αν εξασφαλίζουν την εμπειρογνωμοσύνη, ανεξαρτησία και αμεροληψία των φυσικών προσώπων που είναι υπεύθυνα για την ΕΕΔ. Επίσης, εξασφαλίζουν ότι οι Φορείς ΕΕΔ διαθέτουν διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν περιστάσεις οι οποίες δυνατόν να επηρεάζουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των φυσικών προσώπων, τότε το εν λόγω φυσικό πρόσωπο αντικαθίσταται από άλλο, ή το εν λόγω φυσικό πρόσωπο απέχει της διαδικασίας ΕΕΔ ή οι περιστάσεις γνωστοποιούνται στα μέρη και επιτρέπεται στο εν λόγω φυσικό πρόσωπο να συνεχίσει τη διεξαγωγή της διαδικασίας ΕΕΔ μόνο αν τα μέρη δεν προέβαλαν αντίρρηση, αφού ενημερώθηκαν για την κατάσταση και για το δικαίωμά τους να αντιταχθούν.

Σημειώνεται ότι όπου ένας Φορέας ΕΕΔ στελεχώνεται από κρατικούς υπαλλήλους, γενικά θεωρείται ότι είναι ανεξάρτητος και αμερόληπτος αφού ως γενικός κανόνας, κρατικοί υπάλληλοι θεωρούνται ανεξάρτητοι αφού είναι «εκπρόσωποι των συμφερόντων τόσο των καταναλωτών όσο και των εμπόρων».

ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΣΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ: Σύμφωνα με το άρθρο 6(6) της Οδηγίας, οι Φορείς ΕΕΔ, οφείλουν να παρέχουν κατάρτιση στα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την ΕΕΔ. Τα ΚΜ, τα οποία ορίζουν τις αρμόδιες αρχές, παρακολουθούν τα προγράμματα κατάρτισης που καθιερώνουν οι Φορείς ΕΕΔ. Το πιο πάνω άρθρο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το άρθρο 6(1)(α) το οποίο προνοεί ότι τα πρόσωπα που επιλύουν διαφορές κατέχουν τις αναγκαίες γνώσεις και δεξιότητες στον τομέα της ΕΕΔ ή της δικαστικής επίλυσης καταναλωτικών διαφορών καθώς και βασικές γνώσεις δικαίου. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι τα φυσικά πρόσωπα δεν είναι αναγκαίο να είναι επαγγελματίες του νομικού τομέα – είναι όμως σημαντικό να έχουν λάβει γνώση σε τουλάχιστο κάποιους τομείς του καταναλωτικού δικαίου καθώς επίσης και σε θέματα ΕΕΔ.

3.3.              Διαφάνεια

Κάθε Φορέας ΕΕΔ, οφείλει να δημοσιοποιεί στους ιστότοπούς του κατόπιν αιτήσεως, επί σταθερού μέσου και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, σαφείς και εύκολα κατανοητές πληροφορίες για τα πιο κάτω:

α) τα στοιχεία επαφής τους, περιλαμβανομένης της ταχυδρομικής και της ηλεκτρονικής διεύθυνσης·

β) το γεγονός ότι οι φορείς ΕΕΔ περιέχονται σε κατάλογο κατά το άρθρο 20 παράγραφος 2·

γ) τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την ΕΕΔ, τη μέθοδο διορισμού τους και τη διάρκεια της θητείας τους·

δ) την εμπειρογνωμοσύνη, την αμεροληψία και την ανεξαρτησία των φυσικών προσώπων που είναι υπεύθυνα για την ΕΕΔ, αν απασχολούνται ή αμείβονται αποκλειστικώς από τον Έμπορο·

ε) τη συμμετοχή τους σε τυχόν δίκτυα φορέων ΕΕΔ που διευκολύνουν την επίλυση διασυνοριακών διαφορών·

στ) τα είδη διαφορών που είναι αρμόδιοι να εξετάζουν, καθώς και τυχόν όρια·

ζ) τους διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν την επίλυση διαφοράς και τους λόγους για τους οποίους ένας φορέας ΕΕΔ μπορεί να αρνηθεί να εξετάσει διαφορά σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4·

η) τις γλώσσες στις οποίες μπορούν να υποβληθούν οι καταγγελίες στον φορέα ΕΕΔ και στις οποίες διεξάγεται η διαδικασία ΕΕΔ·

θ) τα είδη των κανόνων που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο φορέας ΕΕΔ ως βάση για την επίλυση των διαφορών (π.χ. κανόνες δικαίου, αρχές ευθυδικίας, κώδικες δεοντολογίας)·

ι) τυχόν προκαταρκτικές απαιτήσεις που πρέπει να εκπληρώσουν τα μέρη για να μπορεί να κινηθεί διαδικασία ΕΕΔ, περιλαμβανομένης της απαίτησης να επιχειρήσει ο Καταναλωτής να διευθετήσει το ζήτημα απευθείας με τον Έμπορο·

ια) το εάν τα μέρη μπορούν να αποσυρθούν από τη διαδικασία ή όχι·

ιβ) το τυχόν κόστος που θα βαρύνει τα μέρη, καθώς και τους τυχόν κανόνες επιδίκασης των δικαστικών δαπανών στο τέλος της διαδικασίας·

 ιγ) τη μέση διάρκεια της διαδικασίας·

ιδ) τα έννομα αποτελέσματα της έκβασης της διαδικασίας ΕΕΔ, μεταξύ των οποίων και τις κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε περίπτωση απόφασης με δεσμευτικό αποτέλεσμα για τα μέρη, εάν συντρέχει περίπτωση·

ιε) την εκτελεστότητα της απόφασης ΕΕΔ, αν συντρέχει περίπτωση.

Τα ΚΜ, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν ότι οι Φορείς ΕΕΔ, δημοσιοποιούν στους ιστότοπούς τους (ή μετά από αίτηση, επί σταθερού μέσου ή με άλλο τρόπο που κρίνουν πρόσφορο) αρκετές από τις πιο πάνω πληροφορίες για σκοπό ενημέρωσης του κοινού.

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΑΛΛΗΛΟΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΜΕΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ  ΦΟΡΕΙΣ ΕΕΔ: Ένα από τα βασικά προβλήματα που δημιούργησε η θέσπιση της Οδηγίας, είναι το γεγονός ότι υπάρχουν αρκετοί Φορείς ΕΕΔ οι οποίοι καλύπτουν τους ίδιους τομείς της οικονομίας. Για να επεξηγηθεί το σημείο αυτό, είναι σημαντικό να εξετάσουμε την έννοια του ακρωνύμιου “ΕΕΔ”. Η ΕΕΔ σημαίνει, «Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών», ή, διαφορετικά «Επαρκής Επίλυσης Διαφορών». Η λέξη «Επαρκής» χρησιμοποιείται για να σηματοδοτήσει τη δυνατότητα των μερών να έχουν μια επαρκώς ενημερωμένη απόφαση για τη διαδικασία που θα χρησιμοποιήσουν ούτως ώστε η λύση που θα βρουν να είναι κοινώς αποδεκτή και συμφέρουσα. Αν και η Οδηγία προσπαθεί να θέσει κοινούς κανόνες για τη λειτουργία των συστημάτων ΕΕΔ στα ΚΜ, δεν προσπαθεί να μειώσει τη σύγχυση που δυνατόν να υπάρχει στην επίλυση διαφορών όπου διάφοροι Φορείς δυνατόν να είναι αρμόδιοι να επιληφθούν του ίδιου παραπόνου. Αποτέλεσμα είναι να υπάρχει υπερφόρτωση πληροφοριών και τελικά σύγχυση στον Καταναλωτή ως προς το Φορέα ΕΕΔ που θα χρησιμοποιήσει. Ως εκ τούτου, η διάδοση των πιο πάνω πληροφοριών και ιδιαίτερα οι σχετικές πληροφορίες που αφορούν τα είδη διαφορών που είναι αρμόδιοι οι Φορείς ΕΕΔ να εξετάσουν, είναι σημαντική προς αποφυγή σύγχυσης προς τους Καταναλωτές ως προς τις διαφορές που επιλύονται από ένα Φορέα ΕΕΔ και όχι από άλλο.

3.4.              Αποτελεσματικότητα και Δίκαιη Μεταχείριση

Το άρθρο 8 της Οδηγίας αναφέρεται στην αποτελεσματικότητα των Φορέων ΕΕΔ. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, οι Φορείς ΕΕΔ, οφείλουν να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) η διαδικασία ΕΕΔ είναι διαθέσιμη και ευπρόσιτη και για τα δύο μέρη, με ηλεκτρονικό και μη ηλεκτρονικό τρόπο, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται αυτά·

β) τα μέρη έχουν πρόσβαση στη διαδικασία, χωρίς να είναι υποχρεωμένα να χρησιμοποιήσουν δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο· η διαδικασία δεν στερεί τα μέρη από το δικαίωμα λήψης ανεξάρτητων συμβουλών ή εκπροσώπησης ή υποστήριξης από τρίτο μέρος σε κάθε στάδιο της διαδικασίας·

γ) η διαδικασία ΕΕΔ είναι δωρεάν ή διατίθεται έναντι συμβολικού τέλους για τους Καταναλωτές·

 δ) ο φορέας ΕΕΔ στον οποίο έχει υποβληθεί καταγγελία γνωστοποιεί στα μέρη τη διαφορά αμέσως μετά την παραλαβή όλων των εγγράφων που περιέχουν τις σχετικές με την καταγγελία πληροφορίες·

ε) η έκβαση της διαδικασίας ΕΕΔ γνωστοποιείται εντός 90 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο φορέας ΕΕΔ έλαβε τον πλήρη φάκελο της καταγγελίας. Σε ιδιαίτερα περίπλοκες διαφορές, ο υπεύθυνος φορέας ΕΕΔ έχει την ευχέρεια να παρατείνει το χρονικό διάστημα των 90 ημερολογιακών ημερών. Τα μέρη ενημερώνονται για κάθε παράταση της προθεσμίας καθώς και για το χρονικό διάστημα που αναμένεται να απαιτηθεί για την επίλυση της διαφοράς.»

ΧΡΗΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ: Το άρθρο 9 αναφέρεται στην υποχρέωση των ΚΜ να εξασφαλίζουν ότι στις διαδικασίες ΕΕΔ υπάρχει δίκαιη μεταχείριση των μερών της διαδικασίας. Δηλαδή, ότι τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους, ότι δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιήσουν δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο. Τα μέρη δύνανται επίσης να εκπροσωπηθούν από τρίτο μέρος σε κάθε φάση της διαδικασίας ή να λάβουν συμβουλή ανεξάρτητου προσώπου – χωρίς αυτός να είναι δικηγόρος. Μάλιστα, έχει νομολογηθεί  σε επίπεδο Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι δεν δύνανται εθνικοί κανόνες να ορίζουν ότι ο Καταναλωτής πρέπει να αντιπροσωπεύεται από δικηγόρο σε διαδικασία ΕΕΔ.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: Στο  τέλος της διαδικασίας ο Φορέας ΕΕΔ οφείλει να κοινοποιήσει στα μέρη, εγγράφως ή επί σταθερού μέσου την έκβαση της διαδικασίας ΕΕΔ καθώς και το σκεπτικό της. Η διαδικασία συμπληρώνεται εντός 90 ημερών. Οι 90 ημέρες αν και είναι ένα αρκετά γενναιόδωρο χρονοδιάγραμμα αναφορικά με περιπτώσεις πώλησης αγαθών – ειδικά σε θέματα διαφορών με χαμηλό κόστος, πιθανόν να θεωρείται μικρό σε σχέση με συμβάσεις παροχής υπηρεσιών.

3.5.              Ελευθερία Δέσμευσης σε Απόφαση

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΛΥΣΗ: Με βάση την Οδηγία, όπου προτείνεται λύση στη διαδικασία (όπως για παράδειγμα σε μια διαδικασία συμφιλίωσης) ισχύουν κάποιοι ιδιόμορφοι κανόνες. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι:

Πρώτον, τα μέρη μπορούν να αποσυρθούν από τη διαδικασία σε οποιοδήποτε στάδιο, εφόσον δεν είναι ικανοποιημένα με την όλη διεξαγωγή της διαδικασίας· ενημερώνονται σχετικά με το δικαίωμα απόσυρσης τους πριν την έναρξη της διαδικασίας. Για να αντιληφθεί κανείς τον πιο πάνω κανόνα (ο οποίος ισχύει μόνο σε περίπτωση που η διαδικασία δεν καταλήγει σε δεσμευτικές λύσεις), είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε δύο περιπτώσεις:

Η πρώτη είναι η περίπτωση έναρξης μιας διαδικασίας και η δεύτερη είναι η περίπτωση συνέχισης της. Είναι επιτρεπτή η υποχρέωση κάποιου Καταναλωτή να αρχίσει μια διαδικασία ΕΕΔ όταν αυτό προβλέπεται από νόμο. Μάλιστα τα ΚΜ μπορούν να επιβάλουν κυρώσεις (είτε έμμεσα είτε άμεσα) στον Καταναλωτή σε περίπτωση που αρνηθεί να αρχίσει τέτοια διαδικασία δεδομένου ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Η διαδικασία (1) δεν είναι δεσμευτική για τα μέρη, (2) δεν καθυστερεί ουσιωδώς την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, (3) αναστέλλει την περίοδο παραγραφής (4) δεν προκαλεί έξοδα ή προκαλεί ελάχιστα έξοδα στα ενδιαφερόμενα μέρη (5) δεν παρέχεται μόνο ηλεκτρονικά (6) είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες το επείγον της κατάστασης τα επιβάλλει (7) οι οποιεσδήποτε κυρώσεις προβλέπονται αν δεν χρησιμοποιηθεί η διαδικασία δεν θα πρέπει να είναι υπέρμετρες και επαχθείς.

Τα πράγματα διαφοροποιούνται όπου, σε περίπτωση που ο Καταναλωτής, ενώ άρχισε τη διαδικασία, επιθυμεί να μην τη συνεχίσει. Η δεύτερη περίπτωση αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του Καταναλωτή και δεν επιτρέπεται ο δυσμενής επηρεασμός του σε περίπτωση που λάβει τέτοια απόφαση. Επεξηγηματική είναι η υπόθεση C-75/16, όπου η εθνική νομοθεσία επέτρεπε την απόσυρση από διαμεσολάβηση μόνο εφόσον ο Καταναλωτής απεδείκνυε εύλογη αιτία για την απόφαση του. Κρίθηκε από το ΔΕΕ ότι η νομοθεσία δεν ήταν συμβατή με την Οδηγία.

Ως προαναφέρθηκε, εάν η εθνική νομοθεσία επέβαλλε στον Καταναλωτή την υποχρέωση να συμμετέχει σε διαδικασία διαμεσολάβησης αλλά του παρείχε το δικαίωμα να τερματίσει τη διαδικασία μετά την πρώτη συνάντηση με το διαμεσολαβητή, αυτό θα ήταν επιτρεπτό δεδομένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν.

Δεύτερον, και σε συνάφεια με τα πιο πάνω, πριν συμφωνήσουν τα μέρη με μια προτεινόμενη λύση, ενημερώνονται ότι:

i) μπορούν να επιλέξουν εάν συμφωνούν ή δεν συμφωνούν με την προτεινόμενη λύση και εάν θα την ακολουθήσουν, 

ii) η συμμετοχή στη διαδικασία δεν αποκλείει τη δυνατότητα επιδίωξης έννομης προστασίας μέσω δικαστικών διαδικασιών,

iii) η προτεινόμενη λύση ενδέχεται να είναι διαφορετική από το αποτέλεσμα που θα προέκυπτε από ένα δικαστήριο το οποίο εφαρμόζει νομικούς κανόνες·

Τρίτον, τα μέρη, πριν συμφωνήσουν ή ακολουθήσουν μια προτεινόμενη λύση, ενημερώνονται για τις νομικές συνέπειες που θα προκύψουν αν συμφωνήσουν ή ακολουθήσουν μια τέτοια προτεινόμενη λύση·

Τέταρτον, τα μέρη, πριν εκφράσουν τη συγκατάθεσή τους για την προτεινόμενη λύση ή φιλική συμφωνία, έχουν εύλογο χρονικό διάστημα να το σκεφτούν.

Τα πιο πάνω θα πρέπει να διαβάζονται υπό την επιφύλαξη ότι είναι επιτρεπτό ένα ΚΜ να αποφασίσει ότι ένας Έμπορος υποχρεούται να λάβει μέρος σε διαδικασία ΕΕΔ καθώς και ότι ένας Έμπορος δεσμεύεται από την προτεινόμενη λύση. Το ίδιο δεν μπορεί να ισχύσει για τον Καταναλωτή.

ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ: Με βάση το άρθρο 10, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι η συμφωνία Καταναλωτή και Εμπόρου να υποβάλουν μια καταγγελία σε Φορέα ΕΕΔ δεν δεσμεύει τον Καταναλωτή εφόσον συνήφθη πριν από τη γένεση της διαφοράς και εφόσον  συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματος του Καταναλωτή να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια για τη ρύθμιση της διαφοράς. Τέτοια είναι η περίπτωση μιας ρήτρας η οποία παραπέμπει σε θεσμική διαιτησία (δηλαδή σε Φορέα ΕΕΔ). Όπου υπάρχει τέτοια ρήτρα, ο Καταναλωτής δεν δεσμεύεται εκτός και εάν συμφωνήσει σε διαιτησία μετά την έγερση της διαφοράς. Όπου ή ρήτρα διαιτησίας παραπέμπει σε ad hoc διαιτησία, αυτή υπόκειται σε εξέταση καταχρηστικότητας δυνάμει των διατάξεων της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με Καταναλωτές.

Όσον αφορά τον Έμπορο, εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι οι λύσεις είναι δεσμευτικές για αυτόν, δεν απαιτείται ειδική αποδοχή – δηλαδή ο μόνος που έχει δικαίωμα να επιλέξει εάν θα λάβει μέρος στη διαδικασία στην οποία η λύση είναι δεσμευτική, είναι ο Καταναλωτής. Σημειώνεται ότι αυτό δεν αναιρεί τον μη αναγκαστικό χαρακτήρα της ΕΕΔ.

Με βάση το άρθρο 11 τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι στις διαδικασίες ΕΕΔ όπου επιβάλλεται η λύση στον Καταναλωτή, τότε επιτρέπεται η επιβολή λύσης μόνο όπου πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) εφόσον δεν υπάρχει σύγκρουση νόμων, η λύση που επιβάλλεται να μην έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο Καταναλωτής την προστασία που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις εκ των οποίων δεν χωρεί παρέκκλιση διά συμφωνίας δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο ο Καταναλωτής και ο επιχειρηματίας έχουν τη συνήθη διαμονή τους·

β)  εφόσον υπάρχει σύγκρουση νόμων, όταν το δίκαιο που ισχύει για τη σύμβαση πωλήσεων ή υπηρεσιών καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008, η λύση που επιβάλλει ο φορέας ΕΕΔ να μην έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο Καταναλωτής της προστασίας που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις εκ των οποίων δεν χωρεί παρέκκλιση διά συμφωνίας δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του·

γ) εφόσον υπάρχει σύγκρουση νόμων, όταν το δίκαιο που ισχύει για τη σύμβαση πωλήσεων ή υπηρεσιών καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 3 της Σύμβασης της Ρώμης της 19ης Ιουνίου 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η λύση που επιβάλλει ο φορέας ΕΕΔ να μην έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο Καταναλωτής της προστασίας που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου κανόνες του κράτους μέλους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του.»

Σημαντικό να λεχθεί αναφορικά με τα αναφερόμενα στο άρθρο 11(1) είναι το γεγονός ότι γίνεται αναφορά στους νόμους της συνήθης διαμονής του Καταναλωτή και του Εμπόρου – στο βαθμό που υπάρχουν διατάξεις που προστατεύουν τον Καταναλωτή. Επικρατέστερο με βάση τις πιο πάνω διατάξεις είναι το δίκαιο προστασίας του ΚΜ όπου έχει τη συνήθη διαμονή του ο Καταναλωτής.  Ως προαναφέρθηκε, οι διαδικασίες ΕΕΔ καταχωρούνται στο ΚΜ όπου βρίσκεται ο Έμπορος, σε Φορέα ΕΕΔ στο ΚΜ του Εμπόρου. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ οι διαδικασίες ΕΕΔ σκοπό έχουν την με χαμηλό κόστος επίλυση μιας διαφοράς μεταξύ Καταναλωτή και Εμπόρου, τα θέματα γίνονται πιο πολύπλοκα όταν πρέπει να εφαρμοστούν διατάξεις του ΚΜ του Καταναλωτή. Αυτό διότι ο Καταναλωτής πιθανόν να πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία από το ΚΜ στο οποίο κατοικεί μέσω εμπειρογνώμονα κτλ.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 12 της Οδηγίας, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι στις διαδικασίες των οποίων η έκβαση δεν είναι δεσμευτική, ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται. Αυτό σημαίνει ότι κατά το χρόνο έναρξης της ΕΕΔ, ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και συνεχίζει με το πέρας της διαδικασίας. Υποβάλλεται ότι ο χρόνος έναρξης της ΕΕΔ, εναπόκειται στους κανόνες διαδικασίας του εκάστοτε Φορέα ΕΕΔ ή με βάση το δίκαιο του ΚΜ που αφορά συγκεκριμένη διαδικασία – για παράδειγμα τη διαμεσολάβηση.

Η Οδηγία δεν αναφέρει το τι ισχύει αναφορικά με την παραγραφή στις περιπτώσεις όπου η έκβαση της διαδικασίας είναι δεσμευτική. Σε τέτοια περίπτωση, φαίνεται ότι το θέμα εναπόκειται στο κάθε ΚΜ. Για παράδειγμα, στις περιπτώσεις που η διαδικασία που επιλέγεται είναι η διαιτησία, κάποιος θα πρέπει να ανατρέξει στους Νόμους που αφορούν τη διαιτησία ή τους εγχώριους Νόμους παραγραφής.

4.             ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΜΠΟΡΩΝ: Το Κεφάλαιο ΙΙΙ αναφέρεται στην ενημέρωση και συνεργασία που πρέπει να εξασφαλίζουν τα ΚΜ μεταξύ των Εμπόρων και των Καταναλωτών.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 13(1) αναφέρει ότι, τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι όταν οι Έμποροι αναλαμβάνουν τη δέσμευση ή είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν Φορείς ΕΕΔ, θα πρέπει να ενημερώνουν τους Καταναλωτές για τον Φορέα ΕΕΔ ή τους Φορείς ΕΕΔ από τους οποίους καλύπτονται οι εν λόγω Έμποροι.

Οι εν λόγω πληροφορίες, περιλαμβάνουν τη διεύθυνση του ιστότοπου του αρμόδιου Φορέα ΕΕΔ ή Φορέων ΕΕΔ και πρέπει να αναγράφονται με σαφή, ευνόητο και εύκολα προσβάσιμο τρόπο στον ιστότοπο του Εμπόρου και, ως αναφέρεται στο άρθρο 13(2), «αν συντρέχει περίπτωση», στους γενικούς όρους και προϋποθέσεις των συμβάσεων πώλησης ή παροχής υπηρεσιών μεταξύ του Εμπόρου και του Καταναλωτή. Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν είναι δυνατόν να δίνονται κατά το χρονικό σημείο συνάψεως της σύμβασης (π.χ. με το έγγραφο γενικών όρων και προϋποθέσεων). Είναι απαραίτητο να δίνονται από πριν.

ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ «ΑΝ ΣΥΝΤΡΕΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ»: Το τι εννοεί η Οδηγία με τις λέξεις «αν συντρέχει περίπτωση», εξετάστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ C-380/19 όπου ένας Έμπορος ο οποίος δεν συμβάλλονταν μέσω του ιστότοπού του, εντούτοις παρέθετε τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις μιας ενδεχόμενης σύμβασης στον ιστότοπό του.  Το ερώτημα που προέκυψε ήταν κατά πόσο έπρεπε στους όρους αυτούς να αναγράψει και τα στοιχεία του Φορέα ΕΕΔ στον οποίο υπαγόταν. Η απάντηση που δόθηκε από το ΔΕΕ ήταν καταφατική. Δηλαδή, ένας Έμπορος ο οποίος υποχρεούται να χρησιμοποιεί Φορείς ΕΕΔ, ασχέτως του ότι δεν συνάπτει συναλλαγές μέσω του ιστότοπού του, εάν αποφασίσει να παραθέτει τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις του στον ιστότοπό του, τότε οφείλει να ενημερώσει τον Καταναλωτή για το Φορέα ΕΕΔ στον οποίο υπάγεται μέσω των γενικών όρων της σύμβασης και όχι απλά να αναφέρει τα στοιχεία του Φορέα ΕΕΔ στον οποίο υπάγεται σε κάποιο άλλο μέρος του ιστότοπου του ή σε άλλο έγγραφο (π.χ. τιμολόγιο). Η υποχρέωση αυτή εξυπακούεται ότι ισχύει και όπου ο Έμπορος συνάπτει συμβάσεις μέσω της ιστοσελίδας του.

Αναφορικά με τα πιο πάνω, μπορούν να εξαχθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα. Πρώτον, ο Έμπορος ο οποίος αποφασίζει να μην δεσμευτεί να χρησιμοποιεί Φορέα ΕΕΔ, δεν οφείλει να ενημερώνει τους Καταναλωτές για το Φορέα ΕΕΔ που πρέπει να χρησιμοποιεί ο Καταναλωτής. Αυτό δυνατόν να λειτουργεί και ως αντικίνητρο για κάποια επιχείρηση να δεσμευτεί με τη χρήση Φορέα ΕΕΔ αφού γεννούνται επιπρόσθετες υποχρεώσεις για την επιχείρηση η οποία θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ενημερώνει τους Καταναλωτές για το Φορέα ΕΕΔ τον οποίο δεσμεύεται να χρησιμοποιήσει. Το πρόβλημα διογκώνεται όταν κανείς αναλογιστεί ότι μια επιχείρηση δυνατόν να επιλέξει να συνεργαστεί με ένα Φορέα ΕΕΔ για ορισμένες διαφορές αλλά όχι για άλλες – π.χ. ποιον Καταναλωτή ενημερώνει και ποιον όχι; Αυτό επίσης δημιουργεί επιπρόσθετη σύγχυση στους  Καταναλωτές αναφορικά με τη διαδικασία παραπόνου και τον τρόπο που αυτοί θα το θέσουν. Τέλος, υπάρχει ασάφεια στο πως ακριβώς ερμηνεύεται η «δέσμευση» για έναν Έμπορο να χρησιμοποιήσει Φορέα ΕΕΔ. Χρειάζεται συμφωνία μεταξύ Φορέα ΕΕΔ και Εμπόρου ή είναι αρκετή η δήλωση κάποιου Εμπόρου ότι θα χρησιμοποιεί κάποιο Φορέα ΕΕΔ. Στην τελική, όλα αυτά τα προβλήματα ενεργούν εναντίον της ευκολίας χρήσης που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει την ΕΕΔ.

Δεύτερον, με βάση την πιο πάνω διάταξη, ασχέτως εάν ο Έμπορος αποφασίσει να μην δεσμευτεί να χρησιμοποιεί Φορέα ΕΕΔ, υπάρχουν οι περιπτώσεις όπου, είτε η χρήση, είτε η ενημέρωση, επιβάλλονται (βλ. για παράδειγμα Οδηγία (EE) 2015/2302 άρθρο 7(2)(ζ) και Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 524/2013, άρθρο 14(1)). Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει επιλογή για τον Έμπορο – οφείλει να ενημερώσει τον Καταναλωτή.

ΑΜΕΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ: Σημαντική διάταξη είναι το άρθρο 13(3) το οποίο αναφέρει ότι:

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν η διαφορά μεταξύ ενός Καταναλωτή και ενός Εμπόρου εγκατεστημένων στο έδαφός τους δεν μπορεί να διευθετηθεί με την άμεση υποβολή καταγγελίας από τον Καταναλωτή προς τον Έμπορο, ο Έμπορος παρέχει στον Καταναλωτή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διευκρινίζοντας εάν θα κάνει χρήση των σχετικών φορέων ΕΕΔ για να επιλύσει τη διαφορά. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται επί χάρτου ή επί άλλου σταθερού μέσου.»

Δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 13(3), όπου ο Έμπορος δεν μπορεί να επιλύσει ένα παράπονο κάποιου Καταναλωτή μέσω της εσωτερικής διαδικασίας παραπόνου του Εμπόρου, υπάρχει η υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 13(3) να ενημερωθεί ο Καταναλωτής για τον Φορέα ΕΕΔ ή Φορείς ΕΕΔ από τους οποίους καλύπτεται, τη διεύθυνση τους καθώς και τον ιστότοπο τους σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο. Για αυτή τη διάταξη, έχει λεχθεί ότι ένας Καταναλωτής θα είναι πιο δεκτικός στο να λάβει αυτές τις πληροφορίες παρά στο αρχικό στάδιο της σύμβασης. Αυτό διότι, οι πληροφορίες που δίδονται δυνάμει του άρθρου 13(3), ακολουθούν τη διαφωνία με τον Έμπορο – με αποτέλεσμα ο Καταναλωτής να είναι επικεντρωμένος  στον τρόπο επίλυσης της διαφοράς του – αυτός είναι ο λόγος που η διάταξη αυτή προσέλκυσε σημαντική κριτική από τις επιχειρήσεις.

Με αυτό ειπωμένο, άποψη μας είναι ότι η διάταξη αυτή ενέχει ιδιαίτερη δυσκολία συμμόρφωσης προς τους Εμπόρους αλλά και κατά κάποιο τρόπο αποτελεί δώρον άδωρον στον Καταναλωτή. Αυτό διότι ο Έμπορος θα πρέπει, σε περίπτωση που δεν έχει δεσμευτεί με Φορέα ΕΕΔ, να ψάξει να βρει όλους τους Φορείς στους οποίους υπάγεται, να αναγράψει τα στοιχεία τους και να ενημερώσει τον Καταναλωτή, κατά πάσα πιθανότητα αναφέροντας του Καταναλωτή στο τέλος ότι «δεν επιθυμώ να χρησιμοποιήσω κάποιο Φορέα ΕΕΔ». Αν κάποιος αναλογισθεί την ταλαιπωρία στην οποία θα υποβληθεί ένας Καταναλωτής πριν να προκύψει έρευνα ή παράπονο εναντίον του Εμπόρου για παράβαση αυτής της διάταξης, δεν είναι δύσκολο να συμπεράνουμε ότι η διάταξη αυτή είναι προβληματική. Συγκεκριμένα, ένας Καταναλωτής, θα αποταθεί πρώτα στον Έμπορο για επίλυση της διαφοράς του. Αν δεν απαντήσει ο Έμπορος, τότε ο Καταναλωτής θα πρέπει να αποταθεί δεύτερη φορά στον Έμπορο ζητώντας του να τον ενημερώσει για τους Φορείς ΕΕΔ στους οποίους υπάγεται ο Έμπορος. Εάν ο Έμπορος δεν απαντήσει, ο Καταναλωτής θα πρέπει να αποταθεί στην αρμόδια αρχή της χώρας του για να καταγγείλει τον Έμπορο για την αδυναμία του να ενημερώσει τον Καταναλωτή συμφώνως του άρθρου 13(3) – και τούτα, χωρίς να εξεταστεί η αρχική διαφορά του Καταναλωτή η οποία προκύπτει από τη σύμβαση.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ: Το άρθρο 14 αναφέρεται στην υποχρέωση των ΚΜ να εξασφαλίζουν ότι σε διασυνοριακές συμβάσεις οι Καταναλωτές μπορούν να λάβουν βοήθεια για την πρόσβαση τους στον Φορέα ΕΕΔ που λειτουργεί στο άλλο ΚΜ. Η εν λόγω ευθύνη ανατίθεται στα κέντρα τους που περιλαμβάνονται στο Δίκτυο Ευρωπαϊκών Κέντρων Καταναλωτών, σε οργανώσεις καταναλωτών ή σε οποιονδήποτε άλλο Φορέα ΕΕΔ.

Με βάση το άρθρο 15, τα ΚΜ έχουν διάφορες υποχρεώσεις αναφορικά με τη δημοσιοποίηση διάφορων γενικών πληροφοριών (όπως είναι τα ονόματα των Φορέων ΕΕΔ και των ιστότοπων τους κτλ). Επίσης διασφαλίζουν την κατάλληλη διάδοση των πληροφοριών για το πώς οι Καταναλωτές μπορούν να καταφύγουν σε διαδικασίες ΕΕΔ και ενθαρρύνουν τις οργανώσεις καταναλωτών και τις επαγγελματικές οργανώσεις, σε επίπεδο τόσο Ένωσης όσο και εθνικό, να προβάλουν τους Φορείς ΕΕΔ και τις διαδικασίες τους και να προωθήσουν τη χρήση των ΕΕΔ από επαγγελματίες και Καταναλωτές.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 τα ΚΜ εξασφαλίζουν ότι οι Φορείς ΕΕΔ συνεργάζονται για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών και ότι προβαίνουν σε τακτικές ανταλλαγές ορθών πρακτικών, όσον αφορά την επίλυση τόσο διασυνοριακών όσο και εγχώριων διαφορών.

Το άρθρο 18 αναφέρει ότι κάθε ΚΜ ορίζει αρμόδια αρχή η οποία προβαίνει στα ακόλουθα:

  • Αναλαμβάνει όπως συλλέγει διάφορα στοιχεία από τους Φορείς ΕΕΔ (όπως για παράδειγμα η ονομασία τους, διαδικαστικούς κανονισμούς τους, τα τέλη που επιβάλλονται, τη μέση διάρκεια των διαδικασιών επίλυσης διαφορών κτλ).
  • Αναλαμβάνει να αξιολογεί αν ένας φορέας μπορεί να θεωρηθεί Φορέας ΕΕΔ που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και αν πληροί τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της Οδηγίας. Ακολούθως, βάσει της αξιολόγησης της, καταρτίζει κατάλογο όλων των Φορέων ΕΕΔ ο οποίος περιλαμβάνει πληροφορίες όπως (τα στοιχεία επαφής, τα τέλη που επιβάλλουν, τη γλώσσα, τα είδη διαφορών κτλ). Κάθε αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της τον ενοποιημένο κατάλογο Φορέων ΕΕΔ που αναφέρεται στο άρθρο 20(4) παρέχοντας σύνδεσμο προς τη σχετική ιστοσελίδα της Επιτροπής.

ΚΥΡΩΣΕΙΣ: Με βάση το άρθρο 21 της Οδηγίας, τα ΚΜ οφείλουν να θεσπίζουν κανόνες που αφορούν τις κυρώσεις που εφαρμόζονται στις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται σε σχέση με το άρθρο 13 της Οδηγίας το οποίο διαλαμβάνει την υποχρέωση των Εμπόρων να ενημερώνουν τους Καταναλωτές για τον Φορέα ή τους Φορείς ΕΕΔ από τους οποίους καλύπτονται.  Οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Σχετικά Άρθρα

Οι Κανόνες Συμφιλίωσης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Οι Κανόνες Διαμεσολάβησης του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
Οι Κανόνες Διαιτησίας του Κυπριακού Κέντρου Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών