ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Προστασία των Καταναλωτών σε σχέση με Δάνεια που Προορίζονται για Κατοικία στην Κύπρο

Ο περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμος του 2017 (Ν.41(I)/2017)(«Νόμος που αφορά Πίστωση σε Καταναλωτές αναφορικά με Ακίνητα») στην Κύπρο μεταφέρει την Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4 Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία. Η Οδηγία είναι ελάχιστης εναρμόνισης.

Ο Νόμος που αφορά Πίστωση σε Καταναλωτές αναφορικά με Ακίνητα διέπει συμβάσεις πίστωσης (δάνεια) που συνάπτονται με καταναλωτές οι οποίες είναι εξασφαλισμένες με υποθήκη ή άλλη παρόμοια εξασφάλιση και σχετίζονται με κατοικία. Το Άρθρο 4(1) του Νόμου ορίζει ότι τέτοια δάνεια εμπίπτουν σε δύο κύριες κατηγορίες.

Η πρώτη κατηγορία αφορά τα δάνεια που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με άλλη παρόμοια εξασφάλιση και σχετίζεται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία ή που εξασφαλίζονται με δικαίωμα που σχετίζεται με κατοικία που προορίζεται για τον καταναλωτή. Η δεύτερη κατηγορία αφορά δάνεια, σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας σε γη ή σε υπάρχοντα ή υπό κατασκευή κτίρια, υπό την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η πίστωση ενεργεί ως καταναλωτής.

Ο Νόμος επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις στους πιστωτικούς φορείς (όπως τράπεζες) ή σε μεσίτες πιστώσεων οι οποίοι ασχολούνται με τους καταναλωτές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 7(α) του Νόμου, ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων πρέπει να ενεργεί έντιμα, δίκαια, με διαφάνεια και επαγγελματισμό και πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα και συμφέροντα των καταναλωτών κατά τη στιγμή της εφαρμογής των συμβάσεων πίστωσης καθώς και κατά τον χρόνο εκτέλεσης τέτοιων συμφωνιών. Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι ο πιστωτής πρέπει να αποφύγει την προώθηση μισθολογικών πολιτικών που μπορεί να συνεπάγουν σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των μισθών που καταβάλλονται στους εργαζομένους και των πιστωτικών ελέγχων των καταναλωτών. Για παράδειγμα, απαγορεύεται στον πιστωτή να παρέχει προμήθειες σε υπαλλήλους με βάση τον αριθμό των αιτήσεων για πίστωση οι οποίες κατεστάθησαν αποδεκτές. Το ίδιο ισχύει και για τους μεσίτες πιστώσεων, εκτός εάν οι μεσίτες πιστώσεων ενημερώσουν τον καταναλωτή για το γεγονός ότι λαμβάνουν προμήθεια και ο καταναλωτής το αποδεκτή γραπτώς.

Μια μάλλον περίεργη διάταξη του Νόμου αφορά υποθήκες που παρέχονται σε πρόσωπο το οποίο είναι παντρεμένο και ενεργεί ως καταναλωτής. Σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση του/της συζύγου του προτού η υποθήκη καταστεί νομικά δεσμευτική.

Οι διατάξεις οι οποίες σχετίζονται με την επάρκεια των εργοδοτουμένων του πιστωτή στοχεύουν στην περαιτέρω ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών. Για παράδειγμα, οι εργοδοτούμενοι πρέπει να διαθέτουν επαρκές επίπεδο γνώσης και εμπειρίας καθώς και να ενημερώνονται με τις τρέχουσες εξελίξεις και πρακτικές.

Σύμφωνα με το Νόμο που αφορά Πίστωση σε Καταναλωτές αναφορικά με Ακίνητα, ο πιστωτής πρέπει να συμμορφωθεί με συγκεκριμένες υποχρεώσεις, πριν από τη σύναψη τυχόν δανείων με τους καταναλωτές. Αυτές οι υποχρεώσεις, στοχεύουν στην επίτευξη υψηλότερου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών καθώς ενημερώνουν καλύτερα τον καταναλωτή πριν δεσμευτεί από σύμβαση πίστωσης. Για παράδειγμα, σε περίπτωση όπου ο πιστωτής ή ο μεσίτης πιστώσεων διαφημίζει τα προϊόντα του, η διαφήμιση δεν πρέπει να είναι άδικη ή επιθετική ή να οδηγεί σε ψευδείς εντυπώσεις σε σχέση με το κόστος της πίστωσης.

Σε όλες τις περιπτώσεις, υπάρχει η υποχρέωση παροχής πληροφοριών οι οποίες θα πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή γραπτώς ή σε άλλο σταθερό μέσο ή ηλεκτρονική μορφή. Αυτές οι πληροφορίες περιλαμβάνουν γενικές πληροφορίες, όπως την ταυτότητα και τη γεωγραφική θέση του του πιστωτή, τους σκοπούς για τους οποίους δίνεται η πίστωση, τη διάρκεια, το επιτόκιο, το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης («ΣΕΠΕ») καθώς επίσης και γενικό σημείωμα σε σχέση με τις συνέπειες της αθέτησης της πίστωσης. Όλες αυτές οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται σε ένα τυποποιημένο πρότυπο που ονομάζεται ESIS, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Τυποποιημένο Δελτίο Πληροφοριών.

Επιπρόσθετες υποχρεώσεις περιλαμβάνονται σε σχέση με την αποτίμηση του ΣΕΠΕ καθώς και για την διενέργεια του πιστωτικού ελέγχου στον καταναλωτή. Το άρθρο 18 ορίζει ότι ο πιστωτής πρέπει να παρέχει πίστωση στον καταναλωτή μόνο όταν ο πιστωτικός έλεγχος αποδεικνύει ότι ο καταναλωτής είναι πιθανόν να συμμορφώνεται με τους όρους της σύμβασης πίστωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 19, η εκτίμηση του ακινήτου πρέπει να πραγματοποιείται από εγκεκριμένους εκτιμητές με τους οποίους δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.

Μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτής πρέπει επίσης να ενημερώνει εγγράφως τον καταναλωτή σε περίπτωση αλλαγής του επιτοκίου. Σε περίπτωση όπου ο καταναλωτής καθυστερήσει να εξοφλήσει το δάνειό του, ο πιστωτής πρέπει να παρέχει εύλογη περίοδο ανεκτικότητας για αποπληρωμή προτού κινήσει διαδικασίες διακανονισμού οφειλών και εκποίησης προς είσπραξη οφειλών.

Μια πρωτοποριακή πρόνοια του νόμου σχετίζεται με δάνεια που εκδίδονται σε ξένο νόμισμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο πιστωτής πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο καταναλωτής κατανοεί τον κίνδυνο που ενέχουν τα δάνεια που σχετίζονται με τη συναλλαγματική ισοτιμία. Επιπλέον, πρέπει να επιτραπεί στον καταναλωτή να μετατρέψει το δάνειο σε άλλο νόμισμα (υπό την προϋπόθεση ότι οι εγγυητές συμφωνούν με αυτό). Αυτό το νόμισμα δεν πρέπει απαραίτητα να είναι το ευρώ, αλλά πρέπει να είναι το νόμισμα που είναι η κύρια πηγή εισοδήματος του καταναλωτή.

Το δικαίωμα του καταναλωτή στην πρόωρη αποπληρωμή του δανείου

Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Νόμου, ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα πρόωρης αποπληρωμής του δανείου του. Αυτό περιλαμβάνει το δικαίωμα αποπληρωμής του δανείου πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία λήξης του. Εάν ο καταναλωτής ασκήσει αυτό το δικαίωμα, το κόστος της πίστωσης μειώνεται αφαιρώντας τους τόκους ή τυχόν άλλες χρεώσεις που θα προέκυπταν μετά την ημερομηνία αποπληρωμής. Ο πιστωτής δύναται ωστόσο να διεκδικήσει οποιαδήποτε ζημία υπέστη. Αυτές οι ζημιές ονομάζονται χρεώσεις πρόωρης αποπληρωμής και αντιπροσωπεύουν την πραγματική ζημία που υπέστη ο πιστωτής, πχ. σε καμία περίπτωση δεν δύναται ο πιστωτής να επιβάλει χρηματική ποινή στον καταναλωτή μόνο και μόνο επειδή ο καταναλωτής άσκησε το δικαίωμά του για πρόωρη αποπληρωμή.

Η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή και επιβολή των διατάξεων του  Νόμου είναι η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτών και η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου.

Αυτό το άρθρο παρέχεται μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν αποτελεί νομική συμβουλή.

Related Articles

Συμβάσεις για τις Πωλήσεις Αγαθών με Καταναλωτές (Οδηγία (ΕΕ) 2019/771)
Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις
Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών και Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών