ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Προστασία Καταναλωτή σύμφωνα με τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010

O περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010 (Ν.106(Ι)/2010) («Νόμος Καταναλωτικής Πίστης») ο οποίος μεταφέρει την Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου («Οδηγία Καταναλωτικής Πίστης») τέθηκε σε ισχύ στις 19/11/2010.

Ο Νόμος Καταναλωτικής Πίστης αποβλέπει στην προστασία των καταναλωτών που συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης με πιστωτικούς φορείς («Πιστωτές»). Ο Πιστωτής είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει πίστωση κατά τη διάρκεια των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων.

Ως σύμβασης πίστωσης, ορίζεται η συμφωνία με την οποία ο Πιστωτής χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, με εξαίρεση τις συμβάσεις που συνάπτονται για τη συνεχή παροχή υπηρεσιών ή για την προμήθεια αγαθών του ίδιου είδους, σύμφωνα με τις οποίες ο καταναλωτής καταβάλλει με δόσεις το τίμημα για τις εν λόγω υπηρεσίες ή αγαθά κατά τη διάρκεια της παροχής τους.

Στον ορισμό του Πιστωτή περιλαμβάνεται λοιπόν, ο πάροχος υπηρεσιών ή ο πωλητής αγαθών, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει πίστωση στον καταναλωτή.

Ο Νόμος Καταναλωτικής Πίστης εφαρμόζεται σε κάθε σύμβαση πίστωσης μεταξύ καταναλωτή και πιστωτή. Ως εκ τούτου, δεν έχει σημασία εάν η σύμβαση είναι εξ αποστάσεως ή έχει υπογραφεί εκτός των επαγγελματικών χώρων του Πιστωτή. Ωστόσο, ο Νόμος Καταναλωτικής Πίστης δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης κάτω από €200 ή πάνω από €75.000. Επίσης, δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που έχουν εξασφαλιστεί με υποθήκη ή παρόμοια εξασφάλιση, σε συμβάσεις πίστωσης που έχουν σκοπό την απόκτηση ή διατήρηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας σε γη ή σε υπάρχοντα ή υπό κατασκευή κτίρια, συμβάσεις μίσθωσης ή συμβάσεις μίσθωσης χωρίς υποχρέωση αγοράς, διευκολύνσεις υπερανάληψης όπου η πίστωση πρέπει να εξοφληθεί εντός ενός μηνός, συμβάσεις πίστωσης που είναι το αποτέλεσμα διευθέτησης που επιτεύχθηκε στο Δικαστήριο κτλ.

Ο Νόμος Καταναλωτικής Πίστης θέτει συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης στους ώμους του Πιστωτή πριν από τη σύναψη μιας σύμβασης πίστωσης. Η προσυμβατική αυτή ενημέρωση περιλαμβάνει πληροφορίες σε διαφημίσεις καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη σύμβαση που πρόκειται να υπογραφεί (όπως το Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο («ΣΕΠΕ»). Το βάρος απόδειξης ότι οι πληροφορίες έχουν παρασχεθεί στον καταναλωτή βαρύνει τον Πιστωτή. Επιπλέον, ο Πιστωτής έχει την υποχρέωση να εκτιμήσει την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή. Σε περίπτωση που ο Πιστωτής απορρίψει την αίτηση του καταναλωτή για πίστωση, τότε οφείλει να ενημερώσει τον καταναλωτή για τους λόγους απόρριψης.

Σύμφωνα με το άρθρο 10(3) του Νόμου Καταναλωτικής Πίστης, ο Πιστωτής πρέπει να παρέχει στον καταναλωτή αντίγραφο της σύμβασης πίστωσης σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο. Στη σύμβαση πίστωσης, υπάρχει ένας κατάλογος πληροφορίων που πρέπει να παρέχονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Αυτές οι πληροφορίες περιλαμβάνουν τον τύπο και τη διάρκεια της πίστωσης, το συνολικό ποσό της πίστωσης, τις ταυτότητες και στοιχεία των συμβαλλομένων μερών, το επιτόκιο δανεισμού, το ΣΕΠΕ, προειδοποίηση σχετικά με τις συνέπειες παράβασης των όρων πληρωμής, τη διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης καθώς και άλλες πληροφορίες. Σε περίπτωση που δεν αναφέρεται το ΣΕΠΕ, τότε το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως μην καταβληθεί οποιοσδήποτε τόκος βάσει της σύμβασης. Σε περίπτωση αλλαγής του επιτοκίου, ο καταναλωτής πρέπει να ενημερωθεί για την αλλαγή πριν την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου.

Ειδικές πρόνοιες προβλέπονται σε σχέση με διευκολύνσεις υπερανάληψης. Σε περιπτώσεις όπου ο καταναλωτής διατηρεί διευκόλυνση υπερανάληψης με Πιστωτή, τότε ο Πιστωτής οφείλει να ενημερώνει τακτικά τον καταναλωτή σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με την ακριβή περίοδο στην οποία αναφέρεται η κατάσταση λογαριασμού, τα ποσά και τις ημερομηνίες ανάληψης, το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία από την προηγούμενη κατάσταση, το νέο υπόλοιπο, το επιτόκιο δανεισμού που εφαρμόστηκε, τις χρεώσεις που εφαρμόστηκαν και τις ημερομηνίες και τα ποσά των πληρωμών που πραγματοποίησε ο καταναλωτής.

Σε σχέση με υπέρβαση σε λογαριασμό γίνονται ειδικές προβλέψεις. Η υπέρβαση είναι η σιωπηρή αποδοχή υπερανάληψης στο πλαίσιο της οποίας ο πιστωτικός φορέας διαθέτει στον καταναλωτή κεφάλαια που υπερβαίνουν το τρέχον υπόλοιπο του τρέχοντος λογαριασμού του καταναλωτή ή τη συμφωνημένη δυνατότητα υπερανάληψης.

Όπου υπάρχει η δυνατότητα υπέρβασης σε τρεχούμενο λογαριασμό τότε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την υπέρβαση, το ποσό, το επιτόκιο δανεισμού καθώς και τις κυρώσεις, χρεώσεις ή τόκους υπερημερίας που ισχύουν πρέπει να δοθούν στον καταναλωτή σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο.

Με παρόμοιο τρόπο, οι Μεσίτες Πιστώσεων (δηλαδή πρόσωπα τα οποία δεν ενεργούν ως Πιστωτές αλλά στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας, έναντι αμοιβής, η οποία μπορεί να είναι χρηματική ή να έχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνηθείσα μορφή οικονομικού ανταλλάγματος προτείνουν ή προσφέρουν συμβάσεις πίστωσης στους καταναλωτής, βοηθούν τους καταναλωτές αναλαμβάνοντας προπαρασκευαστικές εργασίες, για τη σύναψη συμβάσεων πίστωσης ή συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης με τους καταναλωτές εξ ονόματος του πιστωτικού φορέα) επίσης καλύπτονται από το Νόμο Καταναλωτικής Πίστης.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του εν λόγω Νόμου, ένας Μεσίτης Πιστώσεων πρέπει να αναφέρει σε κάθε διαφήμιση και οποιοδήποτε έγγραφο προορίζεται στους καταναλωτές, την έκταση των εξουσιών του, ιδίως αν συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτές ή εάν εργάζεται ως ανεξάρτητος μεσίτης. Επιπλέον, πρέπει να γνωστοποιήσει στον καταναλωτή την αμοιβή, εάν υπάρχει, που καταβάλλεται από τον καταναλωτή στον Μεσίτη Πιστώσεων για τις υπηρεσίες του. Η αμοιβή πρέπει να συμφωνηθεί μεταξύ του καταναλωτή και του Μεσίτη Πιστώσεων σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο πριν από τη σύναψη της σύμβαση πίστωσης. Τέλος, ο Μεσίτης Πιστώσεων πρέπει να ενημερώσει τον Πιστωτή για την αμοιβή του για τους σκοπούς υπολογισμού του ΣΕΠΕ.

Δικαιώματα Καταναλωτών

Το πρώτο δικαίωμα που έχει ο καταναλωτής είναι αυτό της πρόωρης αποπληρωμής της πίστωσης. Αυτό σημαίνει ότι ένας καταναλωτής έχει το δικαίωμα να αποπληρώσει την Πίστωση με ελάχιστες πρόσθετες χρεώσεις από τον Πιστωτή. Επιπλέον, οι πρόσθετες χρεώσεις περιορίζονται σε δίκαιη και αντικειμενικά αιτιολογημένη αποζημίωση για πιθανά κόστη που συνδέονται άμεσα με την πρόωρη αποπληρωμή της πίστωσης, υπό την προϋπόθεση ότι η πρόωρη αποπληρωμή εμπίπτει εντός μιας περιόδου για την οποία καθορίζεται το επιτόκιο δανεισμού.

Εάν άλλο δικαίωμα που έχει ο καταναλωτής είναι το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση. Αυτό διέπετε από το άρθρο 14 του Νόμου Καταναλωτικής Πίστης και αναφέρει ότι ένας καταναλωτής μπορεί να αποσυρθεί από μια σύμβαση πίστωσης χωρίς να αναφέρει κανένα λόγο εντός 14 ημερών από την ημερομηνίας σύναψης της σύμβασης πίστωσης ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο καταναλωτής έχει λάβει τις συμβατικές πληροφορίες. Όταν το δικαίωμα υπαναχώρησης ασκείται σε σχέση με την πώληση αγαθών ή τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (για παράδειγμα βάσει του περί Δικαιωμάτων των Καταναλωτών Νόμο του 2013), τότε, τυχόν συνδεδεμένες συμβάσεις πίστωσης ακυρώνονται επίσης αυτόματα και ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από την σύμβαση πίστωσης.

Η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή είναι η αρχή επιφορτισμένη με το καθήκον να ελέγχει την εφαρμογή του πιο πάνω Νόμου.

Το παρόν άρθρο παρέχεται για ενημερωτικούς σκοπούς μόνο και δεν αποτελεί νομική συμβουλή.

Σχετικά Άρθρα

Συμβάσεις για τις Πωλήσεις Αγαθών με Καταναλωτές (Οδηγία (ΕΕ) 2019/771)
Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις
Πάροχοι Υπηρεσιών Πληρωμών και Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών