ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Παραπλανητικές και Συγκριτικές Διαφημίσεις

Ο περί Ελέγχου των Παραπλανητικών και Συγκριτικών Διαφημίσεων Νόμος του 2000 (εφεξής «Ν.92(Ι)/2000» ή «Νόμος») σκοπεί στο να προστατεύσει εμπορευόμενους από (1) παραπλανητική διαφήμιση και (2) να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.

Παραπλανητική διαφήμιση είναι η διαφήμιση η οποία με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης της παρουσίασής της, παραπλανεί ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων την αντίληψη περιέρχεται και η οποία, εξαιτίας του παραπλανητικού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή. Με βάση το άρθρο 3 του Ν.92(Ι)/2000, για να κριθεί μια διαφήμιση ως παραπλανητική λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της με ιδιαίτερη έμφαση να δίδεται στις ενδείξεις σχετικά με:

«(α) Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αγαθών ή υπηρεσιών, όπως διαθεσιμότητα, φύση, εκτέλεση, σύνθεση, μέθοδος και ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, καταλληλότητα, χρήσεις, ποσότητα, προδιαγραφές, γεωγραφική καταγωγή ή εμπορική προέλευση ή τα αναμενόμενα από τη χρήση τους αποτελέσματα, ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων των αγαθών ή των υπηρεσιών,

(β) την τιμή, τον τρόπο διαμόρφωσής της και τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, όπως οι όροι πληρωμής ή πίστωσης, παράδοσης, ανταλλαγής, επιστροφής, επισκευής, συντήρησης και εγγύ

ησης, και

(γ) την ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του διαφημιζομένου, όπως η ταυτότητα και η περιουσία του, οι ικανότητες και η κατοχή δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα βραβεία και οι διακρίσεις του.»

Συγκριτική διαφήμιση είναι η διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή. Για να κριθεί μια διαφήμιση ότι είναι συγκριτικά αποδεκτή, θα πρέπει με βάση το άρθρο 4 του Ν.92(Ι)/2000 να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

«(α) Δεν είναι παραπλανητική σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5 ,6, και 7 του περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμου·

(β) συγκρίνει αγαθά ή υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους·

(γ) συγκρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη, συναφή, εξακριβώσιμα, και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών, στα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η τιμή·

(δ) δεν έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση των σημάτων, εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών, υπηρεσιών, δραστηριοτήτων ή της κατάστασης ενός ανταγωνιστή·

(ε) για προϊόντα με ονομασία προέλευσης, αφορά σε κάθε περίπτωση προϊόντα με την ίδια ονομασία προέλευσης·

(στ) δεν επωφελείται αθέμιτα από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ανταγωνιστή ή από τα δηλωτικά καταγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων·

(ζ) δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρει σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία·

(η) δε δημιουργεί σύγχυση μεταξύ εμπορευομένων, μεταξύ διαφημιστή και ανταγωνιστή ή μεταξύ των εμπορικών σημάτων, των εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών γνωρισμάτων, αγαθών ή υπηρεσιών του διαφημιστή και του ανταγωνιστή.»

Το άρθρο 5 του Ν.92(Ι)/2000 αναφέρεται σε ειδικές προσφορές. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαίο όπως η σύγκριση που αναφέρεται σε ειδική προσφορά να επισημαίνει με σαφή τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείες την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η προσφορά ή, εφόσον χρειάζεται, ότι η ειδική προσφορά εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα των αγαθών και υπηρεσιών, και στην περίπτωση που η ειδική προσφορά δεν έχει αρχίσει ακόμη, την ημερομηνία έναρξης της περιόδου κατά την οποία ισχύουν η ειδική τιμή ή άλλοι ειδικοί όροι.

ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ/ΠΟΙΝΕΣ

Τα άρθρα 6 μέχρι 6Ε αναφέρονται στον τρόπο εξέτασης παραπλανητικών και συγκριτικών διαφημίσεων καθώς και στον τρόπο επιβολής διοικητικών προστίμων, σύνταξης της απόφασης και επίδοσης αυτής.

Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή διεξάγει έρευνα είτε αυτεπάγγελτα, είτε μετά την υποβολή παραπόνου σχετικά με οποιαδήποτε διαφήμιση (είτε έχει δημοσιευτεί είτε επίκειται η δημοσίευση της) η οποία είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση.

Όταν η έρευνα διεξάγεται κατόπιν παραπόνου, ο Διευθυντής ζητά από τον παραπονούμενο να τον ικανοποιήσει ότι έκανε χρήση των οποιωνδήποτε μηχανισμών χειρισμού παραπόνων που έχει θέσει ο Διευθυντής στη διάθεση του παραπονούμενου, ότι έχει δοθεί εύλογη ευκαιρία για να τύχει χειρισμού το παράπονο με τους εν λόγω μηχανισμούς και ότι το παράπονο δεν έτυχε ικανοποιητικού χειρισμού με βάση τους εν λόγω μηχανισμούς.

Κατά την διενέργεια εξέτασης παραπόνου, ο Διευθυντής (είτε εκούσια είτε μετά την υποβολή παραπόνου) λαμβάνει υπόψη του τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και ιδιαίτερα το δημόσιο συμφέρον καθώς και το ότι είναι επιθυμητή η ενθάρρυνση του εκούσιου ελέγχου των διαφημίσεων από αυτόνομους οργανισμούς συνδέσμους ή ενώσεις.

Πριν την επιβολή του οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου, ο παραβάτης έχει το Συνταγματικό δικαίωμα να ακουστεί. Το δικαίωμα αυτό θεσμοθετείται από το άρθρο 6Β(1) του Νόμου.

Αφού πλέον αποφασιστεί ότι διαπράχθηκε η συγκεκριμένη παράβαση, τότε με βάση το άρθρο 6Α(1) ο Διευθυντής στη συνέχεια θα προβεί στην επιβολή των πιο κάτω διοικητικών προστίμων ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης:

(α) Να διατάσσει ή να συστήνει στον παραβάτη όπως μέσα σε τακτή προθεσμία τερματίσει την παράβαση και αποφύγει επανάληψή της στο μέλλον ή σε περίπτωση που η παράβαση τερματίσθηκε πριν από την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή, να βεβαιώνει με απόφαση του τον τερματισμό της παράβασης ή/και

(β) να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ανάλογα με τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, μέχρι και εκατό χιλιάδες ευρώ, (€100,000) ή/ και

(γ) να αποφασίζει, σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, ότι θα οφείλεται διοικητικό πρόστιμο από εκατό μέχρι και χίλια ευρώ, (€100 – €1000), για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης, ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα αυτής.»

Με βάση το άρθρο 6Α(2), κατά την επιβολή των πιο πάνω προστίμων ο Διευθυντής δύναται, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε ανάληψη δέσμευσης που παρέχεται έναντι του εμπορευόμενου από τον παραβάτη ή εκ μέρους του παραβάτη, αναφορικά με τη γενόμενη παράβαση και την προοπτική άρσης ή αποκατάστασης της.

Η απόφαση του Διευθυντή υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εμπορείου και Βιομηχανίας. Κατά την εξέταση των ιεραρχικών προσφυγών, ο Υπουργός με βάση το άρθρο 6Δ, δύναται:

«(α) Να ζητά από τον εμπορευόμενο να προσκομίσει, μέσα σε εύλογο υπό τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται στην υπόθεση, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, επί τη βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπορευόμενου και των λοιπών επηρεαζόμενων, ή/και

(β) να θεωρεί ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο (α) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από τον Υπουργό.»

Αφού ακουσθούν οι ενδιαφερόμενοι, ο Υπουργός μπορεί να επικυρώσει, ακυρώσει, τροποποιήσει, ή αντικαταστήσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Με βάση το άρθρο 6Β(2), ιεραρχική προσφυγή ασκείται εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον παραβάτη.

Με βάση το άρθρο 6Β(5) το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από το Διευθυντή όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε ημερών, η οποία αρχίζει να μετρά από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου ή, σε περίπτωση που ασκείται ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού, από την επίδοση της απόφασης του Υπουργού επί της ιεραρχικής προσφυγής.

Σημαντικό είναι το άρθρο 6Β(6) του Νόμου το οποίο αναφέρει ότι:

«Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενων από το Διευθυντή διοικητικών προστίμων, αυτός λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.»

Η απόφαση του Διευθυντή ή του Υπουργού επιδίδεται σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 6Γ του Νόμου.

Τέλος, το άρθρο 6Ε του Νόμου το οποίο αναφέρει ότι:

«Όταν οποιαδήποτε παράβαση δυνάμει του  παρόντος  Νόμου διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου, και αποδεικνύεται ότι έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, συνενοχή ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι επίσης ένοχο της προαναφερθείσας παράβασης.»

Τα άρθρα 7(1) και 8 του Νόμου προβλέπουν ότι, ο Διευθυντής καθώς και άτομα ή νόμιμα συστημένοι οργανισμοί αντίστοιχα, οι οποίοι είτε δυνάμει νόμου είτε δυνάμει του καταστατικού τους θεμελιώνουν επαρκώς έννομο συμφέρον για την απαγόρευση της παραπλανητικής διαφήμισης ή τη ρύθμιση της συγκριτικής διαφήμισης, δύναται να αιτηθούν από το Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που ενέχεται ή πιθανόν να ενέχεται στην έκδοση ή δημοσίευση της διαφήμισης. Σημειώνεται ότι το καθ’ ύλη αρμόδιο Δικαστήριο είναι Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Τέτοια αίτηση είναι εναρκτήρια (originating summons). Αν και δεν αναφέρεται κατά πόσο οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ακολουθούνται είναι αυτές του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, αυτό φαίνεται να εξυπακούεται.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι με βάση το άρθρο 7(2) του Νόμου, ο Διευθυντής οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση του αν θα υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ενώ αυτό δεν είναι απαραίτητο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο νομιμοποιείται να αιτηθεί τέτοια διατάγματα.

Με βάση το άρθρο 9(1) και 9(5) του Νόμου, το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και το δημόσιο συμφέρον (και ιδιαίτερα το γενικό συμφέρον) και αφού ικανοποιηθεί ότι η διαφήμιση για την οποία έχει υποβληθεί η αίτηση είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση, δύναται να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα με τους όρους που το Δικαστήριο θεωρεί απαραίτητους. Το άρθρο 9(3) επιτρέπει στο Δικαστήριο να ερευνήσει το ίδιο κατά πόσο η διαφήμιση είναι ακριβής ή όχι αφού αναφέρει ότι:

«το Δικαστήριο δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο που κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου ευθύνεται για την έκδοση ή τη δημοσίευση της διαφήμισης με την οποία σχετίζεται η αίτηση, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με αποδεικτικά στοιχεία για την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που περιέχονται στη διαφήμιση, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση για την προστασία των νόμιμων συμφερόντων του διαφημιζομένου και των λοιπών μερών που συμμετέχουν στη διαδικασία. Σε περίπτωση συγκριτικής διαφήμισης το Δικαστήριο δύναται να απαιτήσει όπως ο διαφημιζόμενος προσκομίσει τις αποδείξεις αυτές σε βραχύ χρονικό διάστημα.»

Το άρθρο 9(4), αναφέρει ότι παράλειψη του διαφημιζόμενου να προσκομίσει τα ζητηθέντα με βάση το άρθρο 9(3) ή αν τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία κριθούν ως ανεπαρκή από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο δύναται να θεωρήσει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί είναι ανακριβείς. Είναι η άποψη μας ότι το άρθρο 9(4) δημιουργεί ουσιαστικά τεκμήριο με βάση το οποίο, εάν ο Αιτητής απλά ισχυριστεί ότι οι ισχυρισμοί στην διαφήμιση είναι ανακριβείς, τότε το βάρος βρίσκεται στον Καθ’ ου η Αίτηση (διαφημιζόμενο) να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί είναι πραγματικοί.

Η απόδειξη ζημιάς, ή πραγματική βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο από τη δημοσίευση της διαφήμισης, ή ο δόλος ή αμέλεια εκ μέρους του διαφημιζομένου δεν είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση τους.

Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις ήτοι, (1) ότι η διαφήμιση είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση, (2) ότι η έκδοση διατάγματος είναι προς το δημόσιο συμφέρον και αφού (3) δεν αποδειχθεί από τον διαφημιζόμενο η ακρίβεια πραγματικών ισχυρισμών του, τότε, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τα ακόλουθα με βάση το άρθρο 9(5):

«(α) Την άμεση παύση και /ή μη επανάληψη της παραπλανητικής διαφήμισης ή της μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης, ή

(β) την απαγόρευσή της , αν η παραπλανητική διαφήμιση ή η μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, επίκειται όμως η δημοσίευση της, και/ή

(γ) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η περί ής η αίτηση παράβαση, και /ή

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο που ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.»

Τέτοιο διάταγμα δεν περιορίζεται μόνο στη συγκεκριμένη διαφήμιση αλλά δύναται να επεκταθεί και σε οποιαδήποτε διαφήμιση με παρόμοιους όρους ή που πιθανόν να μεταδίδει παρόμοια εντύπωση.

Σε περίπτωση που έχει διαταχθεί η παύση παραπλανητικής διαφήμισης ή μη επιτρεπόμενης συγκριτικής διαφήμισης με τελεσίδικη απόφαση, το Δικαστήριο επιπρόσθετα δύναται να διατάξει με βάση το άρθρο 9(7)(α) τη δημοσίευση ολόκληρης της απόφασης ή μέρους της με τη μορφή που κρίνει κατάλληλη, και (β) τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης από το διαφημιζόμενο.

Το άρθρο 10 του Νόμου αναφέρεται στις εξουσίες του Διευθυντή να λαμβάνει και να αποκαλύπτει πληροφορίες. Με βάση το εν λόγω άρθρο, ο Διευθυντής στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών του με βάση τον Νόμο (δηλαδή στα πλαίσια έρευνας που σκοπό έχει την επιβολή διοικητικού προστίμου, ή στα πλαίσια αίτησης απαγορευτικού διατάγματος), δύναται  με γραπτή ειδοποίηση υπογραμμένη από αυτόν ή εκ μέρους του να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο να τον εφοδιάσει με τις πληροφορίες ή να προσκομίσει σ’ αυτόν οποιαδήποτε έγγραφα που καθορίζονται ή περιγράφονται στην ειδοποίηση. Η ειδοποίηση δύναται να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο και το χρόνο εντός του οποίου ο παραλήπτης δύναται να συμμορφωθεί, και να διαφοροποιηθεί ή ανακληθεί με μεταγενέστερη ειδοποίηση. Εάν πρόσωπο παραλείψει να δώσει πληροφορίες για λόγους άλλους από το νόμιμο επαγγελματικό απόρρητο, δύναται να διαταχθεί να συμμορφωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδίδεται κατόπιν αίτησης του Διευθυντή.

Τέλος, ο Διευθυντής έχει δικαίωμα στα πλαίσια ελέγχου παραπλανητικών ή συγκριτικών διαφημίσεων, να διαβιβάσει σε πρόσωπο οποιαδήποτε καταγγελία, περιλαμβανομένων και οποιωνδήποτε σχετικών εγγράφων σε σχέση με διαφήμιση ή να αποκαλύψει σε οποιοδήποτε πρόσωπο πληροφορίες ασχέτως εάν αυτές λήφθηκαν δυνάμει τις πιο πάνω ειδοποίησης ή οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος. Αναφορικά όμως με τις πληροφορίες που λαμβάνονται με την γραπτή ειδοποίηση, οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του αποκαλύπτει πληροφορίες, εκτός για σκοπούς νομικών διαδικασιών ή αναφορών σε σχέση με τέτοιες διαδικασίες ή έρευνες σχετικά με ποινικό αδίκημα, που έλαβε λόγω των εξουσιών που παρέχονται σ’ αυτό δυνάμει του εδαφίου (1) χωρίς την έγκριση είτε του προσώπου που σχετίζεται με τις πληροφορίες αυτές, είτε, αν οι πληροφορίες σχετίζονται με επιχείρηση, του προσώπου που κατά τον κρίσιμο χρόνο ασχολείτο με την επιχείρηση, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις £500 ή και στις δύο αυτές ποινές.

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.