ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Διαμεσολάβηση σε Οικογενειακές Διαφορές

Στις 25/04/2019 τέθηκε σε ισχύ στην Κύπρο ο περί Διαμεσολάβησης σε Οικογενειακές Διαφορές Νόμος του 2019 (Ν. 62(Ι)/2019). Ο εν λόγω Νόμος θέτει κριτήρια για διαμεσολάβηση σε οικογενειακές διαφορές – δηλαδή, διαφορές οι οποίες σχετίζονται με το θεσμό της οικογένειας  και περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων,

  • διαμεσολάβηση σε σχέση με τη διαφορές σε σχέση με γονική μέριμνα,
  • διαμεσολάβηση σε σχέση με τη διατροφή παιδιών,
  • διαμεσολάβηση σε σχέση με τη διατροφή συζύγων ή συμβίων και
  • διαμεσολάβηση σε σχέση με περιουσιακές σχέσεις συζύγων ή συμβίων.

Ο Νόμος σχετικά με τη διαμεσολάβηση σε οικογενειακές διαφορές δεν περιλαμβάνει διαφορά που σχετίζεται με την αφαίρεση ή την ανάθεση γονικής μέριμνας. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του καθώς και την ανατροφή και επίβλεψη, τη διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.

Δηλαδή, σε θέματα που αφορούν την γονική μέριμνα είναι το Δικαστήριο Οικογενειακών Διαφορών αυτό το οποίο αποφασίζει και όχι τα μέρη της διαμεσολάβησης σε οικογενειακή διαφορά. Το Δικαστήριο σε υποθέσεις διαζυγίου ή ακύρωσης γάμου και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, μπορεί να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα και να αναθέσει στον ένα από τους δύο γονείς (ή και στους δύο) και να ορίσει ταυτόχρονο και τον τόπο διαμονής του τέκνου. Σημειώνεται ότι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.

Στις διαφορές άλλες από αυτές που αφορούν τη γονική μέριμνα, τα μέρη μπορούν να χρησιμοποιήσουν το θεσμό της διαμεσολάβησης σε οικογενειακές διαφορές.

Σημειώνεται στο παρόν στάδιο πως δεν είναι αναγκαίο η διαμεσολάβηση να αφορά ολόκληρη την Οικογενειακή διαφορά. Δηλαδή ένας διαμεσολαβητής οικογενειακής διαφοράς μαζί με τα μέρη μπορούν να επικεντρωθούν σε συγκεκριμένο μέρος της διαφοράς (για παράδειγμα σε ποιο από τα μέρη θα μεταβιβαστεί η οικογενειακή κατοικία, ποιος θα διαμένει σε αυτή κτλ χωρίς να ενασχοληθούν με επιμέρους θέματα όπως άλλη περιουσία η οποία αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου).

Σκοπός της διαμεσολάβησης σε οικογενειακές διαφορές:

Ο σκοπός της διαμεσολάβησης σε οικογενειακή διαφορά είναι όπως τα μέρη, με τη συμβολή διαμεσολαβητή, καταλήξουν σε κοινές αποφάσεις για τη διευθέτηση των οικογενειακών τους διαφορών. Στις διαμεσολαβήσεις οικογενειακών διαφορών και σύμφωνα με το άρθρο 4(2) επιδιώκονται τα ακόλουθα:

  • Η ενθάρρυνση συναινετικών προσεγγίσεων με σκοπό τον περιορισμό των συγκρούσεων και της εχθρότητας μεταξύ των μερών σε οικογενειακή διαφορά και η βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ όλων των μελών της οικογένειας·
  • ο περιορισμός των αρνητικών επιπτώσεων που προέρχονται από τις οικογενειακές συγκρούσεις·
  • η στήριξη και διατήρηση των σχέσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας, ιδιαίτερα γονέων και τέκνων∙
  • η διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού·
  • η ενθάρρυνση της ανάληψης, με υπευθυνότητα, της κοινής γονικής ευθύνης για τη φροντίδα, ευημερία και ανάπτυξη των παιδιών, σύμφωνα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με τον περί της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση αναφορικά με δικαιώματα του παιδιού την οποία έχει κυρώσει η Δημοκρατία, ανεξάρτητα από το γαμικό καθεστώς και τις συνθήκες διαβίωσης οποιουδήποτε από τους γονείς· και
  • ο περιορισμός των επίδικων θεμάτων και η οριστική επίλυση της οικογενειακής διαφοράς σε συντομότερο χρονικό διάστημα από αυτό που απαιτείται για την επίλυσή της αποκλειστικά μέσω δικαστικών διαδικασιών.

Αρχές της διαμεσολάβησης σε οικογενειακές διαφορές:

Σύμφωνα με το Νόμο που αφορά τη διαμεσολάβηση σε οικογενειακές διαφορές, μια τέτοια διαμεσολάβησης ασκείται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

  • Της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, φύλου, εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής, κοινότητας, πεποιθήσεων, κοινωνικής ή οικονομικής κατάστασης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο·
  • της διασφάλισης του συμφέροντος του παιδιού·
  • της εμπιστευτικότητας, ουδετερότητας και αμεροληψίας·
  • της εθελούσιας συμμετοχής των μερών· και
  • της λήψης υπόψη από το διαμεσολαβητή οποιασδήποτε ευάλωτης κατάστασης οποιουδήποτε των μερών στη διαμεσολάβηση.

Εγγραφή στο Μητρώο Διαμεσολάβησης Οικογενειακών Διαφορών:

Είναι υποχρεωτικό για το πρόσωπο που διενεργεί μια διαμεσολάβηση που αφορά οικογενειακές διαφορές, να είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών. Το εν λόγω μητρώο τηρείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως το οποίο δημοσιεύεται και στην ιστοσελίδα του Υπουργείου.

Για να εγγραφεί στο μητρώο διαμεσολάβησης οικογενειακών Διαφορών ένα πρόσωπο, θα πρέπει να παρακολουθήσει μαθήματα διαμεσολάβησης οικογενειακών διαφορών (οι ώρες που θα πρέπει να παρακολουθήσει τέτοια μαθήματα ακόμη δεν έχουν καθοριστεί) τα οποία θα μπορεί να ανανεώνει με μαθήματα 24 ωρών τα πρώτα 6 έτη που έχει εγγραφεί στο μητρώο διαμεσολάβησης και ακολούθως κάθε 3 έτη.

Για εγγραφή στο μητρώο απαιτείται όπως το πρόσωπο που αιτείται την εγγραφή πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Kατέχει πανεπιστημιακό τίτλο ή δίπλωμα αναγνωρισμένο από το αρμόδιο σώμα στη Δημοκρατία στα νομικά, στην ψυχολογία ή στην κοινωνική εργασία·

(β) είναι εγγεγραμμένο στο οικείο επαγγελματικό μητρώο του επαγγέλματος που ασκεί, όπου αυτό εφαρμόζεται·

(γ) ασκεί στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, το επάγγελμα για το οποίο κατέχει έναν εκ των αναφερόμενων στην παράγραφο (α) πανεπιστημιακό τίτλο ή δίπλωμα, για συνεχή περίοδο τουλάχιστον ενός (1) έτους, πριν από την υποβολή της αίτησης για εγγραφή στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών·

(δ) έχει τη μόνιμη διαμονή του στη Δημοκρατία κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την υποβολή της αίτησής του για εγγραφή στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών·

(ε) δεν κατέχει και δεν κατείχε μόνιμη θέση στη δημόσια υπηρεσία ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την υποβολή αίτησης για εγγραφή στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών·

(στ) δεν έχει καταδικαστεί για σοβαρό ποινικό αδίκημα ή για αδίκημα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα·

(ζ) δεν βρίσκεται υπό επιτροπεία ή κηδεμονία και δεν στερείται της δικαιοπρακτικής του ικανότητας·

(η) έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης στη διαμεσολάβηση σε οικογενειακές διαφορές, όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 43· και

(θ) διατηρεί σε ισχύ ασφαλιστική σύμβαση με αδειούχο ασφαλιστική εταιρεία αναφορικά με την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης έναντι ευθύνης για επαγγελματική αμέλεια κατά την άσκηση του επαγγέλματος του διαμεσολαβητή οικογενειακών διαφορών.

Το άρθρο 9 του σχετικού Νόμου που αφορά την Διαμεσολάβηση σε Οικογενειακές Διαφορές, αναφέρει συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου πρόσωπο διαγράφεται από το μητρώο. Τέτοιες περιπτώσεις είναι για παράδειγμα η πτώχευση, αίτημα για διαγραφή από τον ίδιο το διαμεσολαβητή, σε περίπτωση θανάτου του διαμεσολαβητή, μη συνέχιση της επαγγελματικής κατάρτισης του κτλ.

Υποχρεώσεις Διαμεσολαβητή σε Οικογενειακές Υποθέσεις

Ο διαμεσολαβητής σε Οικογενειακές Διαφορές ασκεί τα καθήκοντά του με επιμέλεια, ανεξαρτησία και αμεροληψία, κατά τρόπο κατάλληλο και αποτελεσματικό, ανεξαρτήτως της ιδιότητάς του ή του επαγγέλματός του και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ορίστηκε ή ανέλαβε να διεξαγάγει την εν λόγω διαμεσολάβηση και δεν υπόκειται στον έλεγχο ούτε ακολουθεί τις οδηγίες οποιουδήποτε προσώπου ή αρχής.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου, τα καθήκοντα του διαμεσολαβητή σε Οικογενειακές Διαφορές περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

(α) Eνεργεί σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 5 και στον Κώδικα Δεοντολογίας, που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 45,

(β) ενεργεί με αμεροληψία καθόσον αφορά τα μέρη,

(γ) είναι ουδέτερος, καθόσον αφορά το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης,

(δ) σέβεται τις απόψεις των μερών και διασφαλίζει την ισορροπία ισχύος των διαπραγματευτικών τους θέσεων,

(ε) διασφαλίζει την ιδιωτική και εμπιστευτική φύση της διαμεσολάβησης και ειδικότερα των συζητήσεων που λαμβάνουν χώρα σε αυτή και μεριμνά, ώστε να μην αποκαλύπτεται οτιδήποτε αναφέρεται στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης, εκτός όπως προβλέπεται στην παράγραφο (στ) του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 27 και 28,

(στ) ενημερώνει τα μέρη ότι δηλώσεις που γίνονται κατά τη διαδικασία διαμεσολάβησης από τις οποίες διαφαίνεται ότι οποιοδήποτε πρόσωπο και ιδιαίτερα παιδί έχει υποστεί ή ενδέχεται να έχει υποστεί ή κινδυνεύει να υποστεί βία ή κακοποίηση θα αποκαλυφθούν από το διαμεσολαβητή στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 27,

(ζ) σε περίπτωση που η διαφορά αφορά ή επηρεάζει εν όλω ή εν μέρει παιδί, επιδεικνύει ιδιαίτερη μέριμνα για την ευημερία και το συμφέρον του παιδιού, ενθαρρύνει τους γονείς να επικεντρώνονται στις ανάγκες του παιδιού και τους υπενθυμίζει την πρωταρχική τους ευθύνη για την ευημερία του παιδιού, καθώς και την ανάγκη να πληροφορούν το παιδί και να λαμβάνουν υπόψη την άποψή του,

(η) σε περίπτωση που η διαφορά αφορά ή επηρεάζει εν όλω ή εν μέρει παιδί, εφόσον το κρίνει απαραίτητο και αφού συνεννοηθεί με τα μέρη, ακούει τις απόψεις του παιδιού και τις λαμβάνει υπόψη ανάλογα με την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του,

(θ) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 27, δίδει ιδιαίτερη προσοχή στο κατά πόσο ασκήθηκε στο παρελθόν ή ενδέχεται να ασκηθεί στο μέλλον βία μεταξύ των μερών, καθώς και στην επίδραση που αυτή μπορεί να έχει στις διαπραγματευτικές τους θέσεις: Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο διαμεσολαβητής κρίνει ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της διαφοράς, η διαδικασία διαμεσολάβησης δεν ενδείκνυται, τερματίζει τη διαμεσολάβηση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 32,

(ι) όπου κρίνει ότι οποιοδήποτε από τα μέρη στη διαμεσολάβηση δεν είναι σε θέση ή δεν είναι πρόθυμο να συμμετάσχει στη διαδικασία ελεύθερα και πλήρως, εγείρει το ζήτημα και εξετάζει το ενδεχόμενο τερματισμού της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, και

(ια) αποτρέπει χειριστική, απειλητική ή εκφοβιστική συμπεριφορά από οποιοδήποτε από τα μέρη και διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο που να ανατρέπει, στο μέτρο του δυνατού, οποιαδήποτε ανισότητα ισχύος μεταξύ των μερών: Νοείται ότι, σε περίπτωση που διαφαίνεται ότι οποιαδήποτε τέτοια συμπεριφορά ή ανισότητα πιθανό να καταστήσει τη διαμεσολάβηση άδικη ή αναποτελεσματική, ο διαμεσολαβητής λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, για να εμποδίσει το αποτέλεσμα αυτό, περιλαμβανομένου και του τερματισμού της διαδικασίας, αν κρίνει αυτό απαραίτητο.

Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο υπάρχουν και άλλα καθήκοντα τα οποία θα πρέπει ο διαμεσολαβητής σε οικογενειακές διαφορές να ενεργεί βάση τους όπως για παράδειγμα να μην τελεί υπό σύγκρουση συμφερόντων, να διασφαλίζει ότι τα μέρη συμμετέχουν ισότιμα στη διαδικασία, ότι τα μέρη αντιλαμβάνονται τη διαδικασία, να καθοδηγείται από τον Κώδικα για Διαμεσολαβητές Οικογενειακών Υποθέσεων και τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας για τους Διαμεσολαβητές.

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.