ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Αθέμιτες Εμπορικές Πρακτικές Επιχειρήσεων

Ό περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμος του 2007 («Ν.103(Ι)/2007» ή «Νόμος») εφαρμόζει στην Κύπρο, την Οδηγία 2005/29/ΕΚ του ευρωπαϊκοϋ κοινοβουλίου και του συμβουλίου για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Βάσει του άρθρου 3(1) του Ν.103(Ι)/2007, αυτός:

«εφαρμόζεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 4, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζόμενη με ένα συγκεκριμένο προϊόν».

Το άρθρο 2 του Ν.103(Ι)/2007 καθορίζει ως εμπορική πρακτική «κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπο συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευόμενου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές».

Το άρθρο 4(2) του Ν.103(Ι)/2007 καθορίζει τρεις κατηγορίες αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Η πρώτη κατηγορία αθέμιτων πρακτικών περιλαμβάνει πρακτικές οι οποίες (1) είναι αντίθετες προς τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας και (2) στρεβλώνουν ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσουν ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών. Με βάση τους ορισμούς στο άρθρο 2 του Ν.103(Ι)/2007, «επαγγελματική ευσυνειδησία» σημαίνει:

«το μέτρο της ειδικής τεχνικής ικανότητας και μέριμνας που ευλόγως αναμένεται να επιδεικνύει ένας εμπορευόμενος προς τους καταναλωτές, κατ’ αναλογίαν προς την έντιμη πρακτική της αγοράς και/ή τη γενική αρχή της καλής πίστης, στον τομέα δραστηριοτήτων του εμπορευόμενου».

Ουσιώδης στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς των καταναλωτών είναι η χρήση μιας εμπορικής πρακτικής που στόχο έχειτη σημαντική μείωση της ικανότητας του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, με αποτέλεσμα να λάβει μια απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δε θα λάμβανε. Μέσος καταναλωτής σημαίνει τον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη των κοινωνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών παραγόντων, όπως επίσης και των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των καταναλωτών, που τους καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτους στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Η «απόφαση συναλλαγής» έχει την έννοια της απόφασης που λαμβάνει ο καταναλωτής για το κατά πόσο, πώς και υπό ποιούς όρους θα προβεί σε αγορά, θα πληρώσει, θα κρατήσει ή διαθέσει προϊόν ή θα ασκήσει συμβατικό δικαίωμα επί του προϊόντος. Είναι αδιάφορο εάν ο καταναλωτής πράγματι ενεργήσει σύμφωνα με την απόφασή του.

Η δεύτερη κατηγορία είναι όπου η πρακτική «είναι παραπλανητική, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 5 και 6» και η τρίτη κατηγορία είναι όπου η πρακτική «είναι επιθετική, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 7 και 8.»

Οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται με βάση το άρθρο 4(1) του Νόμου.

Το άρθρο 4(4) καθορίζει ότι οι εμπορικές πρακτικές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Ν.103(Ι)/2007 θεωρούνται πάντοτε αθέμιτες. Το εν λόγω Παράρτημα, που τιτλοφορείται «Εμπορικές πρακτικές οι οποίες κρίνονται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε συνθήκες» χωρίζεται σε δύο μέρη. Το Μέρος Α τιτλοφορείται «Παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές» ενώ το Μέρος Β τιτλοφορείται «Επιθετικές εμπορικές πρακτικές».

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ

Οι παραπλανητικές πρακτικές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι είναι οι ακόλουθες:

«(1) Ισχυρισμός ότι πρόκειται για συμβαλλόμενο σε κώδικα συμπεριφοράς, ενώ ο εμπορευόμενος δεν είναι συμβαλλόμενος.

(2) Χρησιμοποίηση σήματος «trust», ποιοτικού σήματος ή αντίστοιχου διακριτικού, χωρίς την αντίστοιχη άδεια.

(3) Ισχυρισμός ότι ένας κώδικας συμπεριφοράς έχει την έγκριση δημόσιου ή άλλου φορέα, ενώ δεν την έχει.

(4) Ισχυρισμός ότι ο εμπορευόμενος (συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών πρακτικών του) ή ένα προϊόν έχει την έγκριση, την επικύρωση ή την άδεια δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, ενώ δεν την έχει, ή παρόμοιος ισχυρισμός ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στους όρους της έγκρισης, της επικύρωσης ή της άδειας.

(5) Πρόσκληση για αγορά προϊόντων σε μια καθορισμένη τιμή, χωρίς να γίνεται γνωστή η ύπαρξη των οποιωνδήποτε εύλογων λόγων μπορεί να έχει ο εμπορευόμενος να πιστεύει ότι δε θα μπορέσει να προμηθεύσει ή να αναθέσει σε άλλον εμπορευόμενο να προμηθεύσει τα προϊόντα αυτά ή ισοδύναμά τους στην τιμή αυτή μέσα σε εύλογο διάστημα και σε εύλογες ποσότητες, λαμβανομένου υπόψη του προϊόντος, της κλίμακας διαφήμισης του προϊόντος και της τιμής που προσφέρεται (διαφήμιση «δόλωμα»).

(6) Πρόσκληση για αγορά προϊόντων σε καθορισμένη τιμή και στη συνέχεια :

(α) άρνηση επίδειξης του διαφημιζόμενου προϊόντος στους καταναλωτές, ή

(β) άρνηση λήψης παραγγελιών για το προϊόν ή παράδοσή του σε εύλογο χρόνο, ή

(γ) επίδειξη ενός ελαττωματικού δείγματός του με πρόθεση προώθησης ενός άλλου προϊόντος («δόλωμα και μεταστροφή»).

(7) Ψευδής δήλωση ότι το προϊόν θα είναι διαθέσιμο για πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα ή ότι θα διατίθεται μόνο υπό ειδικούς όρους για πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να προκληθεί η λήψη άμεσης απόφασης και να στερηθεί από τους καταναλωτές η δυνατότητα ή ο χρόνος να προβούν σε τεκμηριωμένη επιλογή.

(8) Ανάληψη της υποχρέωσης παροχής υπηρεσιών υποστήριξης, μετά την πώληση σε καταναλωτές, με τους οποίους ο εμπορευόμενος είχε επικοινωνήσει πριν από τη συναλλαγή σε γλώσσα που δεν είναι επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο εμπορευόμενος και στη συνέχεια διάθεση αυτής της υπηρεσίας μόνο σε άλλη γλώσσα, χωρίς αυτό να έχει καταστεί γνωστό στον καταναλωτή πριν να δεσμευθεί για τη συναλλαγή.

(9) Δήλωση ή με άλλο τρόπο δημιουργία της εντύπωσης ότι ένα προϊόν μπορεί να πωλείται νόμιμα, ενώ δεν μπορεί.

(10) Παρουσίαση των δικαιωμάτων που παρέχει ο Νόμος στον καταναλωτή ως ειδικό χαρακτηριστικό της προσφοράς του εμπορευόμενου.

(11) Χρήση για την προώθηση ενός προϊόντος πληρωμένου από τον εμπορευόμενο δημοσιεύματος στα μέσα, χωρίς αυτό να γίνεται σαφές από το περιεχόμενο του δημοσιεύματος ή από εικόνα ή ήχο σαφώς αναγνωρίσιμα από τον καταναλωτή (κεκαλυμμένη διαφήμιση), υπό την επιφύλαξη του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου.

(12) Διατύπωση ουσιωδώς ανακριβούς ισχυρισμού όσον αφορά τη φύση ή την έκταση του κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια του καταναλωτή ή της οικογένειάς του, αν ο καταναλωτής δεν αγοράσει το προϊόν.

(13) Προώθηση παρόμοιου προϊόντος με εκείνο που προσφέρει συγκεκριμένος κατασκευαστής, με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπλανάται σκοπίμως ο καταναλωτής ότι έχει κατασκευασθεί από το συγκεκριμένο κατασκευαστή, ακόμα και όταν δε συμβαίνει αυτό.

(14) Δημιουργία, λειτουργία ή προώθηση ενός πυραμιδωτού συστήματος πωλήσεων, όπου ο καταναλωτής θεωρεί ότι έχει την ευκαιρία να έχει όφελος περισσότερο με την εισαγωγή άλλων καταναλωτών στο σύστημα παρά με την πώληση ή την κατανάλωση προϊόντων.

(15) Ισχυρισμός ότι ο εμπορευόμενος πρόκειται να σταματήσει τη δραστηριότητά του ή να μετακομίσει, ενώ αυτό δεν ισχύει.

(16) Ισχυρισμός ότι τα προϊόντα μπορούν να διευκολύνουν το κέρδος σε τυχερά παιχνίδια.

(17) Αναληθής ισχυρισμός ότι προϊόν είναι σε θέση να θεραπεύει ασθένεια, δυσλειτουργίες ή δυσμορφίες.

(18) Διάδοση ουσιωδώς ανακριβών πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες της αγοράς ή τη δυνατότητα εύρεσης του προϊόντος, προκειμένου να παροτρυνθεί ο καταναλωτής να αποκτήσει το προϊόν υπό όρους λιγότερο ευνοϊκούς από ότι στις κανονικές συνθήκες της αγοράς.

(19) Ισχυρισμός σε εμπορική πρακτική διεξαγωγής διαγωνισμού ή καταβολής επάθλων, χωρίς τη χορήγηση των περιγραφόμενων επάθλων ή του ισοδύναμου τους.

(20) Περιγραφή του προϊόντος ως «δωρεάν», «χωρίς επιβάρυνση» ή αντίστοιχη, αν ο καταναλωτής οφείλει να καταβάλει άλλη πληρωμή πλην του αναπόφευκτου κόστους για την απάντηση στην εμπορική πρακτική ή για την παραλαβή ή την παράδοση του αντικειμένου.

(21) Προσθήκη στο υλικό μάρκετινγκ τιμολογίου ή αντίστοιχου εγγράφου με το οποίο ζητείται πληρωμή και το οποίο παρέχει στον καταναλωτή την εντύπωση ότι έχει ήδη παραγγείλει το προϊόν, ενώ αυτό δεν ισχύει.

(22) Ψευδής ισχυρισμός ή δημιουργία της εντύπωσης ότι ο εμπορευόμενος δεν ενεργεί για σκοπούς που συνδέονται με την εμπορική δραστηριότητά του, την επιχείρηση, την τέχνη ή το επιτήδευμά του ή υποδυόμενος ψευδώς τον καταναλωτή.

(23) Δημιουργία της ψευδούς εντύπωσης ότι οι υπηρεσίες μετά την πώληση του προϊόντος διατίθενται σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στο οποίο πωλείται το προϊόν.»

ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ

Οι επιθετικές πρακτικές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι είναι οι ακόλουθες:

«(24) Δημιουργία της εντύπωσης ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να εγκαταλείψει το χώρο έως ότου συναφθεί η σύμβαση.

(25) Προσωπικές επισκέψεις στο σπίτι του καταναλωτή κατά τις οποίες αγνοείται το αίτημα του καταναλωτή για αποχώρηση ή μη επάνοδο, εκτός από περιστάσεις και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται, δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, για να επιβληθεί η εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης.

(26) Συνεχής και ανεπιθύμητη άγρα πελατών μέσω τηλεφώνου, τηλεομοιότυπου (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλων μέσων εξ αποστάσεως, εκτός από περιστάσεις και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται, δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, για να επιβληθεί εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης. Αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη του άρθρου 14 του περί της Σύναψης Καταναλωτικών Συμβάσεων εξ Αποστάσεως Νόμου και του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου και του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου.

(27) Απαίτηση από τον καταναλωτή που επιθυμεί να προβάλει απαίτηση δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου να προσκομίσει έγγραφα που δε θα μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν συναφή για την απόδειξη της αξίωσης ή συστηματική αποφυγή απάντησης στη σχετική αλληλογραφία, έτσι ώστε να αποθαρρυνθεί ο καταναλωτής από την άσκηση των συμβατικών του δικαιωμάτων.

(28) Ένταξη σε διαφήμιση άμεσης πιεστικής πρόσκλησης προς τα παιδιά να αγοράσουν ή να πείσουν τους γονείς τους ή άλλα ενήλικα άτομα να τους αγοράσουν διαφημιζόμενα προϊόντα. Η διάταξη αυτή ισχύει υπό την επιφύλαξη του εδαφίου (7) του άρθρου 33 του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου.

(29) Απαίτηση άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής ή επιστροφής ή φύλαξης για προϊόντα που έχει προμηθεύσει ο εμπορευόμενος, αλλά δεν έχουν παραγγελθεί από τον καταναλωτή, εκτός αν το προϊόν αποτελεί υποκατάστατο που παρέχεται σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 8 του περί της Σύναψης Καταναλωτικών Συμβάσεων εξ Αποστάσεως Νόμου.

(30) Ρητή ενημέρωση του καταναλωτή ότι αν δεν αγοράσει το προϊόν ή την υπηρεσία τίθεται σε κίνδυνο το επάγγελμα ή η ζωή του εμπορευόμενου.

(31) Δημιουργία της ψευδούς εντύπωσης ότι ο καταναλωτής έχει ήδη κερδίσει, πρόκειται να κερδίσει, ή αν προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια, θα κερδίσει έπαθλο ή θα αποκομίσει άλλο αντίστοιχο όφελος, ενώ στην πραγματικότητα:

(1) Δεν υφίσταται έπαθλο ή άλλο αντίστοιχο όφελος, ή

(2) η δυνατότητα διεκδίκησης του επάθλου ή άλλου οφέλους προϋποθέτει την καταβολή χρημάτων από τον καταναλωτή ή συνεπάγεται δαπάνη.»

Ως είναι ξεκάθαρο από το εδάφιο 29 του Παραρτήματος ως επιθετική πρακτική θεωρείται και η απαίτηση από τον καταναλωτή για επιστροφή, φύλαξη ή πληρωμή μη παραγγελθέντων προϊόντων. Επιπρόσθετη προστασία από τέτοιες πρακτικές, παρέχει στους καταναλωτές και ο περί των Δικαιωμάτων των Καταναλωτών Νόμος του 2013 (Ν. 133(I)/2013). Συγκεκριμένα, το άρθρο 35 του Νόμου αυτού δίδει στον καταναλωτή το δικαίωμα να μην λαμβάνει υπόψη του καθ’ οιονδήποτε τρόπο την παροχή τέτοιων αγαθών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απουσία απάντησης από τον καταναλωτή δεν ισοδυναμεί με συναίνεση.

Υπάρχουν λοιπόν δύο είδη αθέμιτων εμπορικών πρακτικών: (1) παραπλανητικές και (2) επιθετικές.

 1. ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 5(1) του Ν.103(Ι)/2007:

«Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι επομένως αναληθής ή, όταν, με οποιοδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασής της, εξαπατά ή ενδέχεται να εξαπατήσει το μέσο καταναλωτή, όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται στο εδάφιο (2), ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι, αντικειμενικά, ορθές, ή ούτως ή άλλως, όταν τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία, διαφορετικά, δε θα ελάμβανε».

Τα στοιχεία που παρατίθενται στο άρθρο 5(2) περιλαμβάνουν την ύπαρξη και τη φύση του προϊόντος, τα κύρια χαρακτηριστικά του, τις δεσμεύσεις του εμπόρου, την τιμή, τη φύση, χαρακτηριστικά και δικαιώματα του εμπόρου και τα δικαιώματα του καταναλωτή. H παροχή εσφαλμένων πληροφοριών έστω και σε ένα μόνο καταναλωτή είναι αρκετή για να κριθεί η εμπορική πρακτική ως παραπλανητική. Ως προαναφέρθηκε, εάν με βάσει το άρθρο 5(1) μία εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική, τότε δεν απαιτείται επιπρόσθετα όπως παραβιάζει και τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας (σύμφωνα με το άρθρο 4(2)). Το γεγονός ότι παραβιάζει τις απαιτήσεις του άρθρου 5(1) είναι αρκετό για να κριθεί η εν λόγω πρακτική ως αθέμιτη.

Με βάση το άρθρο 5(3), μία εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική επιπρόσθετα των πιο πάνω περιπτώσεων και όταν στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων:

«οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει το μέσο καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δε θα ελάμβανε, και η πρακτική αυτή περιλαμβάνει:

(α) Κάθε τρόπο προώθησης προς πώληση προϊόντος (μάρκετινγκ), συμπεριλαμβανομένης της συγκριτικής διαφήμισης, που δημιουργεί σύγχυση με προϊόντα, εμπορικά σήματα, εμπορικές επωνυμίες και άλλα διακριτικά γνωρίσματα ενός ανταγωνιστή,

(β) μη συμμόρφωση του εμπορευόμενου προς τις δεσμεύσεις που περιέχουν κώδικες συμπεριφοράς με τους οποίους ανέλαβε να δεσμευτεί, όταν:

(i) Η δέσμευση δεν είναι προγραμματική αλλά είναι ρητή και μπορεί να εξακριβωθεί, και

(ii) ο εμπορευόμενος αναφέρει σε μια εμπορική πρακτική ότι δεσμεύεται από τον κώδικα».

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.103(Ι)/2007, κώδικας συμπεριφοράς σημαίνει κάθε συμφωνία ή σύνολο κανόνων που δεν επιβάλλεται από νομοθεσία κράτους μέλους και που καθορίζει, όσον αφορά μια ή περισσότερες συγκεκριμένες εμπορικές πρακτικές ή επιχειρηματικούς τομείς, τη συμπεριφορά των εμπόρων που αναλαμβάνουν να δεσμεύονται από τον κώδικα.

Επίσης, μία εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της, των περιστάσεων και των περιορισμών του συγκεκριμένου μέσου επικοινωνίας, παραλείπει ουσιώδεις πληροφορίες που χρειάζεται ο μέσος καταναλωτής ανάλογα με το συγκεκριμένο πλαίσιο, για να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής και έτσι τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα λάμβανε. Όταν ο έμπορος αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατανόητο, διφορούμενο ή εκτός χρόνου, λαμβανομένων υπόψη των ζητημάτων που περιγράφονται στο άρθρο 6(1) του Ν.103(Ι)/2007, ή όταν δεν προσδιορίζει την επιδίωξη της εμπορικής πρακτικής, εάν αυτή δεν είναι ήδη προφανής από το συγκεκριμένο πλαίσιο, τότε τεκμαίρεται ότι υπάρχει παραπλανητική παράλειψη, νοουμένου βεβαίως ότι η παράλειψη έχει ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να λάβει ο μέσος καταναλωτής απόφαση για συναλλαγή την οποία, διαφορετικά, δε θα λάμβανε. Ως ουσιώδεις πληροφορίες θεωρούνται οι απαιτήσεις πληροφόρησης που επιβάλλονται από διάφορες νομοθεσίες, κάποιες από τις οποίες αναφέρονται ενδεικτικά στο Παράρτημα ΙΙ του Ν.103(Ι)/2007.

Ο Ν.103(Ι)/2007 περιέχει ειδική πρόνοια που καθορίζει ποιές πληροφορίες θεωρούνται ουσιώδεις όταν υπάρχει πρόσκληση για αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.103(Ι)/2007:

«πρόσκληση για αγορά σημαίνει την εμπορική επικοινωνία στην οποία αναφέρονται τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, η τιμή ή/και ένδειξη τιμής, με τρόπο ο οποίος ενδείκνυται για τα μέσα της εμπορικής επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται, ούτως ώστε να δύναται ο καταναλωτής να αποφασίσει ή και να πραγματοποιήσει την αγορά».

Στην περίπτωση πρόσκλησης για αγορά με βάση το άρθρο 6(4) του Νόμου, όπου εξετάζεται εάν υπάρχει παραπλανητική παράλειψη, θεωρούνται ως ουσιώδεις πληροφορίες τα ακόλουθα:

«(α) Τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, στο βαθμό που ενδείκνυνται σε σχέση με το μέσο προβολής και το προϊόν,

(β) η γεωγραφική διεύθυνση και η ταυτότητα του εμπορευόμενου, όπως η εμπορική επωνυμία του και, όπου ενδείκνυται, η γεωγραφική διεύθυνση και η ταυτότητα του εμπορευόμενου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί,

(γ) η τιμή, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, ή αν, λόγω της φύσης του προϊόντος, η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η τιμή, και, όπου ενδείκνυται, όλες οι πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις ευλόγως δεν μπορούν να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις,

(δ) οι ρυθμίσεις για την πληρωμή, παράδοση, εκτέλεση και αντιμετώπιση παραπόνων, εφόσον αποκλίνουν από τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας,

(ε) για προϊόντα και συναλλαγές όπου υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης ή ακύρωσης, η ύπαρξη αυτού του δικαιώματος.»

Τα χαρακτηριστικά του προϊόντος μπορεί να περιγράφονται είτε με λέξεις είτε με εικόνες, έστω και εάν οι ίδιες λέξεις ή εικόνες χρησιμοποιούνται για την περιγραφή προϊόντος που διατίθεται σε πολλές μορφές. Σε τέτοια περίπτωση η υποχρέωση αναφοράς των χαρακτηριστικών του προϊόντος πληρείται εάν οι λέξεις ή εικόνες επιτρέπουν στον καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής, κάτι το οποίο εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, καθώς και το χρησιμοποιούμενο μέσο της εμπορικής ανακοίνωσης.

Επίσης, όπου η εμπορική ανακοίνωση περιλαμβάνει μια τιμή εκκίνησης, δηλαδή τη χαμηλότερη δυνατή τιμή αγοράς του προϊόντος, η προϋπόθεση για την αναγραφή της τιμής του προϊόντος μπορεί να πληρείται εάν το προϊόν υπάρχει σε άλλη μορφή ή με άλλο περιεχόμενο σε τιμές που δεν αναγράφονται. Σε τέτοια περίπτωση η υποχρέωση αναγραφής της τιμής πληρείται εάν η αναγραφόμενη τιμή εκκίνησης επιτρέπει στον καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής, κάτι το οποίο εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, καθώς και το χρησιμοποιούμενο μέσο της εμπορικής ανακοίνωσης.

  2. ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Με βάση το άρθρο 7 του Ν.103(Ι)/2007, μία εμπορική πρακτική θεωρείται επιθετική όταν στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων παρενοχλεί, καταναγκάζει (συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας), ή καταχράται επιρροής και με αυτό τον τρόπο εμποδίζει σημαντικά ή ενδέχεται να εμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς το προϊόν, με αποτέλεσμα αυτός να οδηγείται ή πιθανόν να οδηγείται στη λήψη απόφασης συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα λάμβανε.

Κατάχρηση επιρροής είναι η εκμετάλλευση της θέσης ισχύος σε σχέση με τον καταναλωτή για την άσκηση πίεσης (ακόμα και χωρίς τη χρήση ή απειλή σωματικής βίας) με τρόπο που περιορίζει σημαντικά την ικανότητα του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Όταν αποφασίζεται κατά πόσο μία εμπορική πρακτική παρενοχλεί ή καταναγκάζει (συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας), ή καταχράται επιρροής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο χρόνος, ο τόπος, η φύση ή η επιμονή, η χρήση απειλητικών ή προσβλητικών εκφράσεων ή απειλητικής ή προσβλητικής συμπεριφοράς, η εκμετάλλευση, από τον έμπορο, κάθε συγκεκριμένης ατυχίας ή περίστασης, την οποία γνωρίζει και η οποία είναι τόσο σοβαρή ώστε να διαταράσσει την κρίση του καταναλωτή, προκειμένου να επηρεάσει την απόφασή του όσον αφορά το προϊόν, κάθε επαχθές ή δυσανάλογο μη συμβατικό εμπόδιο που επιβάλλει ο έμπορος σε περίπτωση για την άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή στο πλαίσιο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων λύσης της σύμβασης ή μετάβασης σε άλλο προϊόν ή σε άλλον έμπορο και κάθε απειλή για τη λήψη μέτρου που δεν μπορεί να ληφθεί νόμιμα.

  3. ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Δεδομένου ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή επιδείξει πιστοποιητικό της ιδιότητας του (εφόσον του ζητηθεί), το άρθρο 9(1) του Νόμου δίδει στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή τις ακόλουθες εξουσίες:

«(α) Να εισέρχεται, επιθεωρεί, ερευνά και διενεργεί έλεγχο σε οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο, που έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι υπάρχει παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο·

(β) να ανακόπτει, εισέρχεται, επιθεωρεί, ερευνά και διενεργεί έλεγχο σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα, στο οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι συνδέεται με παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο·

(γ) να εξετάζει οποιαδήποτε στοιχεία, καταχωρημένα σε μηχανικό, ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό σύστημα δεδομένων, και οποιαδήποτε βιβλία και έγγραφα, τα οποία βρίσκονται σε υποστατικό ή άλλο χώρο ή σε μεταφορικό μέσο, για τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι περιέχουν οποιαδήποτε πληροφορία ή καταχώρηση σχετικά με πιθανή παράβαση και να παίρνει αντίγραφα, φωτοτυπίες και αποσπάσματά τους, νοουμένου, όσον αφορά τα αποσπάσματα, ότι έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι τα αποσπάσματα αυτά ενδεχομένως να χρειαστούν για αποδεικτικούς σκοπούς αναφορικά με οποιαδήποτε παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο·

(δ) να εισέρχεται σε υποστατικό ή άλλο χώρο και σε μεταφορικό μέσο –

(i) συνοδευόμενος από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, του οποίου την παρουσία κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου,

(ii) φέροντας μαζί του οποιοδήποτε εξοπλισμό ή υλικά, που κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου, και

(iii) παίρνει δείγματα προϊόντων που κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος Νόμου.»

Πέραν των πιο πάνω, το μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή το οποίο ασκεί τον έλεγχο έχει δικαίωμα να απαιτεί και να λαμβάνει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκόλυνση ενώ ασκεί τα καθήκοντα του βάση του άρθρου 9(1). Το άρθρο 9(3) δημιουργεί υποχρέωση στον κάτοχο ή τον υπεύθυνο υποστατικού, χώρου ή μεταφορικού μέσου καθώς και σε οποιοδήποτε πρόσωπο απασχολείται στους πιο πάνω χώρους, να παρέχουν στο μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή το οποίο ασκεί τα καθήκοντα του με βάση το άρθρο 9(1), οποιαδήποτε πληροφορία που κατέχουν και κάθε διευκόλυνση, την οποία το μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή απαιτεί. Σημειώνεται ότι με βάση το άρθρο 9(2), δεν επιτρέπεται από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή η είσοδος σε κατοικία εκτός κατόπιν δικαστικού διατάγματος. Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 9(5) και 9(6), σε περίπτωση που μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή  (α) παίρνει δείγμα προϊόντος, ή/και (β) παίρνει αντίγραφο, φωτοτυπία ή απόσπασμα στοιχείων, βιβλίων ή εγγράφων, ή/και (γ) κατακρατεί ή δεσμεύει μεταφορικό μέσο ή προϊόντα ή μέρος των προϊόντων, το μέλος θα πρέπει να πληροφορήσει σχετικά το πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από τη σχετική προαναφερόμενη πράξη ή απόφαση ή το πρόσωπο το οποίο κατά τη στιγμή που δεσμεύονται ή κατακρατούνται τα αντικείμενα είναι υπεύθυνο του υποστατικού ή του μεταφορικού μέσου. Όπου κατακρατείται ή δεσμεύεται μεταφορικό μέσο ή προϊόντα ή μέρος των προϊόντων  το μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, επιπλέον πληροφορεί, το συντομότερο δυνατό, το προαναφερόμενο πρόσωπο γραπτώς ή με άλλο προσιτό υπό τις περιστάσεις τρόπο για τους λόγους στους οποίους βασίζεται η σχετική πράξη ή απόφαση καθώς επίσης και το δικαίωμα του και την προθεσμία να ασκήσει προσφυγή με βάση το άρθρο 12 του Νόμου (το οποίο αναλύουμε πιο κάτω).

Το άρθρο 11(1)(α) αναφέρει ότι η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή εξετάζει παραβάσεις του Νόμου είτε μετά από υποβολή παραπόνου είτε αυτεπάγγελτα. Κατά την διερεύνηση παράβασης η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

«(i) Να ζητά από τον εμπορευόμενο να προσκομίσει μέσα σε εύλογο υπό τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται σε μια εμπορική πρακτική, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, επί τη βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπορευόμενου και των λοιπών επηρεαζόμενων, και

(ii) να θεωρεί ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από την Εντεταλμένη Υπηρεσία.»

 Η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή δύναται σε περίπτωση παράβασης του Νόμου να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες με βάση το άρθρο 11(2):

  1. Να διατάξει την άρση της παράβασης άμεσα ή μέσα σε τακτή προθεσμία και να αποτρέψει την επανάληψη της στο μέλλον.
  2. Να δημοσιεύει ή να απαιτεί από τον παραβάτη τη δημοσίευση της απόφασής της στο σύνολό της ή εν μέρει, με την μορφή και τον τρόπο που κρίνει κατάλληλο
  3. Να απαιτεί επιπλέον από τον παραβάτη τη δημοσίευση μέσα σε τακτή προθεσμία, επανορθωτικής δήλωσης,
  4. Να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο. Το εν λόγω πρόστιμο μπορεί να είναι ύψους μέχρι και 5% του κύκλου εργασιών του παραβάτη ή πρόστιμο ύψους μέχρι €500,000. Σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, μπορεί να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι και €5,000, για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης, ανάλογα με τη βαρύτητα αυτής.
  5. Να αιτηθεί στο Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος ή προσωρινού διατάγματος εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενέχεται στην παράβαση ή ευθύνεται για την εν λόγω παράβαση. Τέτοιο διάταγμα εκδίδεται με βάση το άρθρο 13 του Ν.103(Ι)/2007. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση για την έκδοση διατάγματος δικαιούται να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει:

«(α) Την άμεση παύση και/ή μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης,

(β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέτρων, προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η σχετική παράβαση,

(γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης, και /ή

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης»

Σύμφωνα με το άρθρο 13(2), το διάταγμα δυνατόν να αφορά όχι μόνο τις συγκεκριμένες πράξεις, παραλείψεις ή τη συμπεριφορά του παραβάτη, αλλά και παρόμοιες μελλοντικές πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά του. Το Δικαστήριο προτού διατάξει την παύση τέτοιας εμπορικής πρακτικής, οφείλει να εξετάσει προηγουμένως κατά πόσο αυτή είναι αθέμιτη.

  1. Με βάση το άρθρο 11(2)(ζ) μπορεί να διατάσσει οποιαδήποτε πρόσωπα δημοσιεύουν ή διευθετούν τη δημοσίευση διαφημίσεων, να τερματίσουν, εφόσον είναι σε θέση να το πράξουν, τις πρακτικές εκείνες που έχουν κηρυχθεί ως αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δυνάμει δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος Νόμου ή τις εμπορικές πρακτικές που η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή έχει διαπιστώσει ότι είναι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.

Με βάση το άρθρο 11(3), πριν την επιβολή οποιουδήποτε από τα πιο πάνω, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή αν το θεωρήσει σκόπιμο λαμβάνει υπόψη την οποιαδήποτε ανάληψη δέσμευσης που παρέχεται έναντι του καταναλωτή από ή εκ μέρους του παραβάτη, αναφορικά με τη γενόμενη παράβαση και την προοπτική του χρόνου και του τρόπου άρσης ή αποκατάστασης αυτής.

Με βάση το άρθρο 11(4) και 12(1) όπου η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο οφείλει να αιτιολογεί δεόντως την απόφαση της αφού δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο παραβάτη ή εκπρόσωπο του να ακουστεί.

Η απόφαση του Διευθυντή υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εμπορείου και Βιομηχανίας. Κατά την εξέταση των ιεραρχικών προσφυγών, ο Υπουργός με βάση το άρθρο 15, δύναται:

«(α) Να ζητά από τον εμπορευόμενο να προσκομίσει, μέσα σε εύλογο υπό τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται στην υπόθεση, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, επί τη βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπορευόμενου και των λοιπών επηρεαζόμενων, ή/και

(β) να θεωρεί ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο (α) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από τον Υπουργό.»

Αφού ακουσθούν οι ενδιαφερόμενοι, ο Υπουργός μπορεί να επικυρώσει, ακυρώσει, τροποποιήσει, ή αντικαταστήσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Με βάση το άρθρο 12(2), ιεραρχική προσφυγή ασκείται εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον παραβάτη. Με βάση το άρθρο 12(5) το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από το Διευθυντή όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προθεσμία των 75 ημερών, η οποία αρχίζει να μετρά από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου ή, σε περίπτωση που ασκείται ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού σύμφωνα με το εδάφιο (2)  του παρόντος άρθρου, από την επίδοση της απόφασης του Υπουργού επί της ιεραρχικής προσφυγής.

Σημαντικό είναι το άρθρο 12(6) του Νόμου το οποίο αναφέρει ότι:

«Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται δυνάμει των άρθρων 10 και 11, εισπράττονται ως χρηματικές ποινές επιβαλλόμενες από Δικαστήριο κατά την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας.»

Η απόφαση του Διευθυντή ή του Υπουργού επιδίδεται σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 14 του Νόμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 16(1) του Ν.103(Ι)/2007:

«Πρόσωπα, τα οποία έχουν προς τούτο έννομο συμφέρον, δύνανται:

(α) Να καταγγείλουν μια εμπορική πρακτική για την οποία έχουν εύλογες υποψίες ότι δυνατό να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, στην [Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή]

(β) να υποβάλουν αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13, σε περίπτωση που παραβιάζονται οι διατάξεις του παρόντος Νόμου».

Βάσει του άρθρου 16(2), όσοι καταναλωτές επηρεάζονται άμεσα από αθέμιτη εμπορική πρακτική, όσοι νόμιμα συνεστημένοι οργανισμοί που είτε δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου είτε του καταστατικού τους, θεμελιώνουν επαρκώς έννομο συμφέρον για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών καθώς και οι ανταγωνιστές του καταγγελλόμενου προσώπου κατά του οποίου ζητείται η έκδοση διατάγματος έχουν έννομο συμφέρον. Έχουμε αναφερθεί στις πρόνοιες του άρθρου 13 πιο πάνω.

Όπου ο έμπορος είναι νομικό πρόσωπο, τότε οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος Νόμου διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται ότι αυτή έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, συνενοχή ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι επίσης ένοχο της προαναφερθείσας παράβασης.

Το άρθρο 10 προβλέπει για τρία ποινικά αδικήματα. Πρώτον πρόσωπο που αποκρύπτει, καταστρέφει ή παραποιεί πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, ή παρέχει σε μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή  ψευδή, ελλιπή, ανακριβή ή παραπλανητική πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, ή αρνείται να προσκομίσει στο μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, την οποία πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο το μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας απαιτεί κατά την άσκηση των εξουσιών που του χορηγεί ο παρών Νόμος. Δεύτερον, πρόσωπο που μετακινεί, μεταβάλλει ή επεμβαίνει, με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς την εξουσιοδότηση του μέλους της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο ή προϊόν, το οποίο μέλος της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή κατακράτησε ή δέσμευσε δυνάμει του άρθρου 9(5)(γ). Τρίτον πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με διαταγή της Εντεταλμένης Υπηρεσίας δυνάμει της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 11. Για τα εν λόγω αδικήματα προβλέπετε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες ή ποινή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις £50,000 λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές. Παράλληλα και ανεξαρτήτως της ποινικής διαδικασίας, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή δύναται να επιβάλει και διοικητικό πρόστιμο στις ακόλουθες περιπτώσεις.

«(α) Στον παραγωγό ή στο διανομέα, ανάλογα με την περίπτωση, όταν δεν παραχωρούν σε αυτήν, μέσα σε τακτή προθεσμία, τα απαιτούμενα έγγραφα ή τις πληροφορίες που αφορούν συγκεκριμένα προϊόντα ή παρακωλύουν με οποιοδήποτε τρόπο τις διαδικασίες αυτές ή παρέχουν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες·

(β) σε οποιοδήποτε πρόσωπο που εσκεμμένα παρακωλύει μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

(γ) σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δε συμμορφώνεται με διαταγή της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, σύμφωνα με την παράγραφο (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 11.»

Με βάση το άρθρο 10(4) σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης ανάλογα με τη βαρύτητα αυτής.

Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν αποτελούν νομική συμβουλή.